(Ματθ. 22, 35-46)

H ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στό Πνευματικό Κέντρο Πρεβέζης στίς 12/12/1983

Σημεῖον ἀντιλεγόμενον

Στό σημερινό τό Εὐαγγέλιο, ἀκούσαμε τόν Δαυΐδ, νά διακηρύττει ἐμπνεόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅτι ὁ κατά σάρκα ἀπόγονός του ὁ Χριστός εἶναι Κύριός του. Δηλαδή Θεός του.

Ἡ ὁμολογία αὐτή τοῦ Δαυΐδ ἀξίζει νά προσεχθεῖ ἰδιαίτερα.

Γιὰ ποῖο λόγο;   

          Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τοῦ κόσμου.

          Ἡ Ἁγία Γραφή, τὸ λέει ὁλοκάθαρα. Τὸ μεγαλύτερο μυστήριο εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ-Θεοῦ. Σήμερα ὅλος ὁ κόσμος στρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Ἴσως φαίνεται ὅτι ὁ κόσμος φεύγει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἀλλά ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ αὐτός ὁ κόσμος δὲν ἔχει κανένα ἄλλο πρόσωπο στὴ συζήτηση του τόσο, ὅσο τὸν Χριστό!

          Ἡ σκέψη ὅλων καὶ ἐκείνων ποὺ Τὸν ἀγαποῦν καὶ ἐκείνων ποὺ ἀδιαφοροῦν -νομίζουν ὅτι ἀδιαφοροῦν- καὶ ἐκείνων ποὺ Τὸν μισοῦν στρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό.

          Ἕνας σύγχρονος ἀναλυτής τῶν φαινομένων τῆς κοινωνίας παρατηρεῖ:

          «Ἀπό τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Χριστὸς φάνηκε στὸν κόσμο μέχρι σήμερα, ὁ κόσμος ὅλο καὶ περισσότερο στρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό Του. Ἰδιαίτερα ὁ αἰώνας μας εἶναι ὁ αἰώνας τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πρέπει νὰ περιμένουμε ὅτι ἕνας ἄλλος αἰώνας, πολὺ κοντά μας, θὰ εἶναι ὁ αἰώνας ποὺ ὅλος ὁ κόσμος θὰ στραφεῖ πρὸς τὸ πρόσωπό Του καί θά ψάχνει νά τὸν βρεῖ».

          Ὅμως ξέρουμε ὅτι ὁμάδες, σύνολα, κόσμοι ὁλόκληροι τά ἔχουν βάλει μέ τόν Χριστό·

  • προσπαθοῦν σώνει καί καλά νά ἀποδείξουν, ὅτι ἡ ὕπαρξή Του, ἡ ἱστορία Του, εἶναι μύθος·
  • ἤ κάνουν... συγκατάβαση καί λένε, ὅτι ἁπλῶς ὁ Χριστός ἦταν ἕνας ἄνθρωπος·
  • μερικοί προχωροῦν ἀκόμα καί λένε, ὅτι τέλος πάντων, σημασία ἔχει ὁ χριστιανισμός, ὄχι ὁ Χριστός.

          Γιατί ὅπως ἰσχυρίζονται, ὁ χριστιανισμός εἶναι μιά ὡραία ἰδεολογία· ἡ ὁποία διαπλάθει τούς ἀνθρώπους καί τούς κάνει γεμάτους εὐγένεια καί ὡραῖες ἀρχές, ὅπως εἶναι τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας. Ἀφοῦ λένε ἔχομε τίς καλές ἰδέες πού τελικά μᾶς χρειάζονται· ἔ, εἴτε τό παραδέχεσαι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός, εἴτε καί Τόν βγάζεις στήν ἄκρη, δέν χάθηκε ὁ κόσμος. Ὅλες λοιπόν οἱ θρησκεῖες εἶναι καλές. Βέβαια ἐμεῖς -λένε- ἔχουμε τήν καλύτερη θρησκεία, γιατί ἡ δική μας θρησκεία διδάσκει πιό ὄμορφα πράγματα.

          Οἱ ἰδέες αὐτές εἶναι ἐντελῶς λανθασμένες.

          Ἐάν ἀφαιρέσομε ἀπό τόν χριστιανισμό τόν Χριστό, τότε δέν μένει ἀπολύτως τίποτα. Γιατί ὅλος ὁ χριστιανισμός εἶναι:

          • Ἡ λατρεία καί ἡ τιμή τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ.

          • Ἡ ἐλπίδα στό Χριστό.

          • Ἡ πίστη στό Χριστό.

          • Ἡ πίστη στό ὅτι τό πᾶν εἶναι ὁ Χριστός.

          Ἄλλοι πάλι προχωροῦν περισσότερο: Νά κάνουμε ἕνωση καί μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες. Μέ τό Μωαμεθανισμό, μέ τό Βουδισμό, μέ τίς εἰδωλολατρικές θρησκεῖες τῆς Ἀφρικῆς καί μέ ἕνα σωρό ἄλλες ἰδεολογίες.

          Δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα.

          Ὅταν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος κρατώντας τόν Ἰησοῦ Χριστό στήν ἀγκαλιά της πῆγε στό ναό καί Τόν προϋπάντησε ὁ γέρων προφήτης Συμεών, τόν πῆρε στήν ἀγκαλιά του καί εἶπε:

          «Οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί εἰς ἀνάστασιν πολλῶν καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Αὐτός εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο. Καί θά εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο. Σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Γύρω ἀπό τό πρόσωπό Του θά γίνεται πόλεμος. Ἀπό τή στάση πού θά παίρνει ὁ καθένας ἀπέναντί του ἤ θά στέκει ἤ θά πέφτει.

          Μέ ἄλλα λόγια Αὐτός εἶναι τό κριτήριο. Δέν κρίνεται. Δέν ἐλέγχεται. Αὐτός τά κρίνει ὅλα. Ὅλοι θά κριθοῦν μέ βάση τό Χριστό. Ἀνάλογα μέ τή θέση καί τή στάση πού παίρνουν ἀπέναντί Του.

          Ἄς δοῦμε λοιπόν, τί εἶναι καί πῶς πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό.

Τό πρῶτο Εὐαγγέλιο

          Κατ᾿ ἀρχήν ὁ Χριστός εἶναι ἕνα πρόσωπο τό ὁποῖο ἀνηγγέλθη, ὅτι θά ἔλθη στόν κόσμο ἀπό τήν ἡμέρα τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδάμ. Ἐμεῖς, ὁ καθένας μας, ἔχουμε ἱστορία ἀπό τήν ἡμέρα πού γεννιόμαστε. Ὁ Χριστός ἔχει στόν κόσμο, στήν ἀνθρωπότητα ἱστορία ἀπό τήν ἡμέρα πού ἐμφανίστηκε ὁ ἄνθρωπος. Πόσες χιλιάδες χρόνια πέρασαν ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τήν μέρα πού γεννήθηκε στή γῆ ὁ Χριστός σάν ἄνθρωπος; Κανείς δέν ξέρει.

          Καί ὅμως ἀπό τότε γράφεται ἡ ἐπίγεια ἱστορία Του.

          Εἶπε ὁ Θεός μετά τήν πτώση, ἐνῶ ἄκουγε ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, στό διάβολο:

          «Ἔχθραν θήσω ἀνά μέσον σοῦ καί ἀνά μέσον τῆς γυναικός καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς. Αὐτός σοῦ τηρήσει κεφαλήν καί σύ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν».

          Λέει ὁ Θεός, ὅτι θά θέσω ἔχθρα ἀνάμεσα στό διάβολο καί ἀνάμεσα σέ μιά ἁγία γυναίκα, ἡ ὁποία οὐδέποτε θά ὑποδουλωθεῖ στό διάβολο καί ἐννοεῖ τήν Παναγία βέβαια. Ὄχι τήν Εὔα, οὔτε τίς ἄλλες γυναῖκες. Ἀλλά τήν Παναγία πού ὁλόκληρη ἡ ζωή της ἦταν ἀγώνας ἐναντίον του, γιά νά διατηρηθεῖ καθαρή καί ἀπρόσβλητη ἀπό τά βέλη καί ἀπό τίς παγίδες του.

          «Καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματός σου καί τοῦ σπέρματος αὐτῆς».

          Σπέρμα τοῦ διαβόλου εἶναι οἱ ἄλλοι πεσόντες ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι πού ἐργάζονται γιά τό θέλημα τοῦ διαβόλου.      Σπέρμα τῆς γυναικός -ἐδῶ εἶναι τό παράξενο- δέν ὑπάρχει! Μιά μόνο γυναίκα γέννησε μοναχή της. Ὅλα τά ἄλλα παιδιά, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι σπέρμα ἀνδρῶν. Ἕνας καί μόνο ὑπῆρξε σπέρμα γυναικός: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Καί εἶχε μέν Πατέρα ἐν οὐρανῷ ἀλλά δέν εἶχε πατέρα ἐπί τῆς γῆς. Καί εἶχε μητέρα ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά δέν εἶχε μητέρα ἐν οὐρανῷ.           Μετά ἀπό πολλά χρόνια τό 700 π.Χ., μιλώντας πάλι ὁ Θεός στόν Προφήτη Ἠσαΐα ἔλεγε: «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός».

          Παρθένος θά συλλάβει, παρθένος θά γεννήσει. Ἐκεῖνο πού θά γεννηθεῖ θά τό ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ. Δηλαδή ὁ Θεός εἶναι μαζί μας. Τό ὄνομα πού θά τοῦ δώσουν θά ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα. Ὁ Θεός πού ἦλθε καί ἔγινε ἄνθρωπος.

          Γι αὐτό, ὅταν ὁ Υἱός Θεοῦ γεννήθηκε στόν κόσμο οἱ ἄγγελοι τραγούδησαν: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

          Τό «ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» σημαίνει: ἦλθε ἐπιτέλους γιά τούς ἀνθρώπους ἡ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, ἡ σωτηρία.

          Στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχομε ἕναν ἄνθρωπο μεγάλο, ἅγιο, χαρισματοῦχο. Δέν εἶναι οὔτε σάν τόν Ἅγιο Νικόλαο, οὔτε σάν τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, οὔτε σάν τήν Παναγία. Δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Ἀλλά ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐφάνη «ἐν σαρκί». Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κατέβηκε στή γῆ καί ἔγινε ἄνθρωπος.            

Πηγή ζωῆς

          Ὁλόκληρο τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο στρέφεται γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δέν βγῆκαν νά κηρύξουν κάποια ἰδεολογία καί νά ἀγωνιστοῦν γιά κάποια ἰδεολογία. Βγῆκαν νά κηρύξουν μόνο τόν Χριστό καί τήν ἀνάστασή Του. Καί ἔλεγαν: «Ὅποιος πιστέψει καί βαπτισθεῖ στό ὄνομά Του θά σωθεῖ. Ὅποιος ἀπιστήσει θά κατακριθεῖ».

          Διαβάζουμε στό κατά Ἰωάννη Εὐαγγέλιο:

          «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος καί ὁ λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί ὁ Θεός ἦν ὁ λόγος».

          Δηλαδή ὁ Χριστός ὑπάρχει πρίν δημιουργηθεῖ ὁποιοδήποτε κτίσμα. Πρίν ἀπό ὅλα, ὑπῆρχε ὁ Χριστός.

          Τό «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος» σημαίνει ὅτι οὔτε ὁ Πατέρας δέν ἦταν πρίν ἀπό τό Χριστό. Διότι τότε θά ἔλεγε: «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Πατήρ» καί μετά δεύτερος ἦλθε ὁ Χριστός.

          Ἀλλά τί εἶναι ὁ Χριστός;

          Συνάναρχος μέ τόν Πατέρα καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. «Ἐν ἀρχῇ» μαζί καί οἱ τρεῖς. Ὁ ἕνας Θεός. Οὔτε ὁ Πατέρας πρίν, οὔτε ὁ Υἱός, οὔτε τό Ἅγιο Πνεῦμα.

          Καί πῶς τελειώνει τό κατά Ἰωάννη Εὐαγγέλιο, ἀφοῦ διηγηθεῖ τόσα θαύματα καί τόσες διδασκαλίες τοῦ Κυρίου;         «Αὐτά πού σᾶς ἔγραψα», λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ θεολόγος, «εἶναι λίγα· ἔστι δέ καί ἄλλα πολλά ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐάν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδέ αὐτόν οἶμαι τόν κόσμον χωρῆσαι τά γραφόμενα βιβλία». Ποιός μπορεῖ νά γράψει τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ;

          Μήπως νομίζομε, πῶς μόνο ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔκανε στά 33 χρόνια τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του εἶναι τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ»;

          «Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέν ἕν». Ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἐπάνω στόν κόσμο εἶναι ἔργα Του. Χωρίς τό χέρι Του καί τό θέλημά Του καί τή Σοφία Του –γι’ αὐτό ὀνομάζεται στήν ἁγία Γραφή: «ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ»-, δέν ἔγινε ἀπολύτως τίποτα.

          Καί προχωρεῖ ἡ ἁγία Γραφή: «αὐτά τά λίγα πού ἀποτελοῦν τό Εὐαγγέλιο, ἔχουν γραφτεῖ «ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστίν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ» καί «ἵνα πιστεύοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ».

          Νά μία διπλῆ σκοπιμότητα πού ἐξυπηρετεῖ ἡ ἁγία Γραφή.    Ἡ πρώτη: νά πιστέψετε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.

          Ὅποιος διαβάζει τήν ἁγία Γραφή, χωρίς νά ψάξει νά βρεῖ μέσα τόν Χριστό, γιά νά πιστέψει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τζάμπα τήν κρατάει στά χέρια του.

          Ὅποιος διαβάζει τήν ἁγία Γραφή, καί δέν βρίσκει, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τζάμπα τήν κρατάει στά χέρια του.  

          Ὁ σκοπός τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἕνας καί μοναδικός:          «Ταῦτα γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστίν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ».

          Καί ἡ δεύτερη σκοπιμότητα: Καί «ἵνα πιστεύοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ».

          Ἔλεγε κάποια φορά ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός: «Ἐάν μήν πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμί, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν».

           Ἁμαρτία σημαίνει πράξη ἤ φρόνημα πού χωρίζει ἀπό τό Θεό.

          Ὅταν ὁ ἄνθρωπος τά κάνει ἔργο ἤ τά ἀποδέχεται, ἔστω καί ἄν τοῦ φαίνονται ὠφέλιμα καί εὐχάριστα, γίνεται νεκρός «τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις».

          Εἶναι νεκρός ἐξ’ αἰτίας τῶν παθῶν πού δημιουργοῦν αὐτές οἱ πράξεις καί ἐξ’ αἰτίας τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς καρδιᾶς του. Δηλαδή χωρισμένος πνευματικά ἀπό τό Θεό. Νεκρός γιά τό Θεό, νεκρός ψυχικά. Μπορεῖ νά περπατάει, νά κινεῖται, νά ζεῖ, γιά τό Θεό ὅμως εἶναι νεκρός.

          Λέει λοιπόν ὁ Χριστός. «Μόνη ἐλπίδα νά ἀπαλλαγεῖτε ἀπό τίς ἁμαρτίες σας καί φεύγοντας ἀπό τόν κόσμο αὐτό, νά μήν κρατᾶτε τίς ἁμαρτίες σας καί νά ἀποκτήσετε τήν αἰώνια ζωή, εἶναι νά πιστεύσητε σέ μένα».

          Γράφει κάπου ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος:

          «Νά ἐνθυμούμεθα πάντοτε, ὅτι ὁ Χριστός ὡς Θεός, εἶναι ἡ πατρίδα μας.

          Ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο συνεχῶς ποθοῦμε καί ἀναζητοῦμε.

          Ἐκεῖνος, κοντά στόν ὁποῖο θά βροῦμε ἀμοιβή, ἀνάπαυση, χαρά, εἰρήνη, δόξα». Ἀμήν.-