(Λουκ. 5, 1-11)

Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στούς Χαλκιάδες στίς 24/9/2000

Τό σπουργιτάκι πού σταμάτησε τό γλέντι

          Ὅταν εἶχαν πάει γιά πρώτη φορά ἀπεσταλμένοι κληρικοί τῶν ἁγίων ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, γιά νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀγγλία, οἱ Ἄγγλοι ἡγεμόνες, εἶχαν ἕνα μεγάλο νυχτερινό γλέντι. Καί φυσικά ἐπειδή οἱ ἀπεσταλμένοι ἦταν ἐπίσημοι, τούς κάλεσαν νά... γλεντήσουν μαζί τους.

          Οἱ Ἄγγλοι ἄρχοντες ἐνῶ ἔτρωγαν, ἔπιναν, τραγουδοῦσαν καί χόρευαν, ἔβλεπαν δίπλα τους τούς ἀπεσταλμένους κληρικούς-ἱεραποστόλους καί σκέπτονταν: «Καί τί θά μᾶς ποῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι; Τάχα ἐμεῖς δέν ἔχομε μέχρι τώρα κάποια θρησκεία; Πού τήν ἀκολουθεῖ ὁ καθένας ὅσο καί ὅπως θέλει. Τί περισσότερο θά μᾶς ποῦν»;

          Γιά μιά στιγμή, ἐνῶ ἦταν σκοτάδι, καί τήν μεγάλη αἴθουσα πού διασκέδαζαν τήν φώτιζαν μερικά κεράκια, μπῆκε ἀπό τό παράθυρο, ἕνα πουλάκι. Τό ὁποῖο, πέταξε δεξιά, ἀριστερά, στριφογύρισε καί προκάλεσε τά μάτια ὅλων νά τό κοιτάζουν. Τελικά, ξαναβρῆκε τό παράθυρο καί χάθηκε μέσα στή νύχτα.

          Τότε εἶπε ἕνας ἡγεμόνας:

          -Μήπως ἡ ζωή μας στόν κόσμο αὐτό μοιάζει μέ τό πέταγμα αὐτοῦ τοῦ πουλιοῦ; Ἔτσι καί ἐμεῖς μπαίνομε μέσα σέ ἕνα χῶρο φτερουγᾶμε γιά λίγο -ὅσο ζοῦμε- βλέπομε ὡρισμένα πράγματα, εὐφραινόμαστε ἤ λυπόμαστε καί πενθοῦμε, καί στό τέλος ξαναφεύγομε ἀπό ἕνα ἄλλο παράθυρο. Ἔτσι δέν εἶναι καί ἡ ζωή μας; Καί μετά ποιός ξέρει τί γίνεται καί ποῦ πᾶμε; Μήπως οἱ ἄνθρωποι αὐτοί πού ἦλθαν, ἔχουν νά μᾶς ποῦν κάτι περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο πού μέχρι τώρα ξέρομε;

          Τά λόγια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐνέργησαν θετικά.

          Οἱ Ἄγγλοι ἄρχοντες ἄφησαν τό φαγοπότι καί τό χορό καί τέντωσαν τό ἀφτιά τους νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τόν ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε στόν Τιμόθεο:

          -Ἔχεις ἕνα προνόμιο, Τιμόθεε. «Οἶδας ἀπό βρέφους τά ἱερά γράμματα». Ἀπό μικρό παιδάκι ἔμαθες νά πιστεύεις, νά ἀγαπᾶς τόν Χριστό, νά ἀκοῦς τόν λόγο του.

          Ποιόν λόγο του; Ἕνα λόγο πού μπορεῖ νά σέ σοφίσει. Νά σέ κάνει σοφό. Δηλαδή, συνετό, μυαλωμένο, ἔξυπνο, σέ ὅλες τίς ἐνέργειές σου. «Οἶδας τά λόγια τοῦ Θεοῦ τά δυνάμενα σοφίσαι σέ».

          Γιατί σκοπό; Εἰς σωτηρίαν. Καί τί σωτηρία; Ὄχι νά σωθεῖς ἀπό κάτι μικρό καί τιποτένιο πού σέ ἀπειλεῖ στή ζωή αὐτή. Νά μή σέ δαγκάσει ἐπί παραδείγματι τό σκυλί ἤ νά μήν παραπατήσεις στό δρόμο.

          Ἀλλά «τά δυνάμενά σέ σοφίσαι εἰς σωτηρίαν τήν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Καί νά βρεθεῖς κοντά στό σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό στήν αἰώνια ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη σοφία, αὐτό εἶναι τό φῶς. Αὐτό εἶναι τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί γύρισαν ὅλο τόν κόσμο. Γι’ αὐτό μαρτύρησαν οἱ ἅγιοι μάρτυρες.

Οἱ μεγάλοι ψαράδες

          Μᾶς εἶπε τό Εὐαγγέλιο ὅτι κάποια μέρα, ὅταν πρωτοβγῆκε στό κήρυγμα ὁ Χριστός, κατέβηκε στήν παραλία. Ἐκεῖ βρῆκε μερικούς ψαράδες μέσα στό καραβάκι τους, νά κοπιάζουν. Τούς λέει:

          -Τί κάνετε ἐκεῖ;

          -Τίποτε δέν κάναμε. Ὅλη τήν νύχτα εἴχαμε ἁπλωμένα τά δίχτυα μά οὔτε ἕνα ψαράκι δέν πιάσαμε. Τίποτε ἀπολύτως.

          Τούς εἶπε ὁ Χριστός:

          -Μπεῖτε πάλι στή θάλασσα. Ξαναρίχτε τό δίχτυ.

          -Τέτοια ὥρα; Τοῦ λένε. Τήν νύχτα δέν πιάσαμε. Μεσημεριάτικα θά πιάσομε ψάρια; Ἀλλά, «ἐπί τῷ ρήματί σου», μιά καί τό λές, εἶπε ὁ ἀπόστολος Πέτρος στόν Χριστό, θά τό ξαναρίξω τό δίχτυ. Καί τό ἔριξε.

          Καί μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ ἔπιασε τόσα ψάρια, πού δέν τά χωροῦσε τό καράβι. Φώναξαν καί ἄλλους ψαράδες νά βοηθήσουν καί γέμισαν δυό καράβια μέ τά ψάρια. Πού τά ἔπιασαν μέ τήν εὐλογία καί τό θέλημα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Τότε συγκινημένος ὁ ἀπόστολος ὁ Πέτρος ἤ ἀκριβέστερα ὁ Πέτρος ἁπλά, ἀφοῦ δέν εἶχε γίνει ἀκόμη ἀπόστολος λέει στόν Χριστό:

          -Σέ παρακαλῶ, Κύριε, φῦγε ἀπό τό καράβι μου, ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τί δουλειά ἔχεις ἐσύ κοντά μου, πού εἶσαι ἅγιος; Φῦγε νά μή μολύνεσαι μέ μένα. Κατέβα ἀπό τό καράβι μου.

          Ἀλλά ἀντί ὁ Χριστός νά τοῦ ἀπαντήσει «σ’ εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπόδειξη», γιατί πραγματικά, τί δουλειά μπορεῖ νά ἔχει ὁ ἅγιος μέ τούς ἁμαρτωλούς, τοῦ ἀπάντησε:

          -«Μή φοβᾶσαι. Ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν».

          Τί ἤθελε νά τοῦ πεῖ;

          Μέχρι ἐκείνη τήν στιγμή ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔψαχνε τήν θάλασσα γιά νά πιάσει ψάρια. Τί νά τά κάνει; Νά τά βάλει στό τηγάνι καί στό τσουκάλι.

          Ἐρώτημα: Γιά τό καλό τους τά ἔπιανε;

          Ἀπάντηση: Γιά θάνατο. Γιά τήν καταστροφή τους, γιά τήν ἀπώλειά τους. Λέει τώρα ὁ Χριστός στόν ἀπόστολο Πέτρο:

          -Μή φοβοῦ. Ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν.

          Θά ἔπρεπε αὐτοστιγμεί νά σκεφτεῖ: «Χριστέ μου, τούς ἀνθρώπους θά τούς πιάνομε, γιά νά τούς ἐξοντώσομε; Μά εἶναι καλό αὐτό;

          Ἀλλά δέν τό εἶπε. Δέν τό σκέφθηκε κἄν. Καί μόνο ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος θέλει νά πιάσει τούς ἀνθρώπους στό δίχτυ του, ὄχι γιά τό τηγάνι, οὔτε γιά τά καζάνια τῆς αἰώνιας κόλασης, ἀλλά γιά τήν αἰώνια ζωή.

          Καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἄφησε τό καράβι του καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, τί ἔμαθε κοντά στόν Χριστό;

          Ἔμαθε ὅτι ὑπάρχει ἁγιωσύνη τόση –μιλᾶμε γιά τήν ἁγιωσύνη τοῦ Χριστοῦ- πού δέν μπορεῖ κανείς νά τήν φαντασθεῖ καί νά τήν ὑποψιασθεῖ. Ὅτι ὑπάρχει στόν Χριστό τόση καθαρότητα ἀπό ἁμαρτίες, πού δέν τήν ἔχουν οὔτε οἱ ἄγγελοι, οὔτε ἡ Πανάχραντη Μητέρα του, οὔτε οἱ δοῦλοι του ἐκεῖνοι πού τόν ἀκολούθησαν μέ ὅλη τους τήν καρδιά.

          Καί παράλληλα κατάλαβε ὅτι αὐτός, ὁ Πανάγιος Κύριος πού εἶχε γίνει ἄνθρωπος ἦταν εὐσπλαγχνικός. Πόσο σπλαγχνικός; Τόσο ὥστε νά συγχωρεῖ ληστές, πόρνες, μοιχαλίδες, καί νά τούς καλεῖ ὅλους κοντά του, ὅτι ἁμαρτία καί ἄν εἶχαν κάνει μέχρι τότε. Ὅτι κακό, παράλογο, βδελυρό καί μισητό. Νά τούς καλεῖ εἰς μετάνοιαν καί εἰς σωτηρίαν.

          Καί μέρα μέ τήν ἡμέρα ὁ ἀπόστολος Πέτρος, καί ὅλοι οἱ ἀπόστολοι καταλάβαιναν ὅτι ἐκλήθηκαν νά γίνουν ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά μαζέψουν τά ἀδέσποτα τέκνα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν θάλασσα τοῦ συγκεχυμένου αὐτοῦ βίου, στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι σέ τηγάνι. Οὔτε σέ τσουκάλι. Ἀλλά στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία -ὅπως τό τονίζει ἡ Ἁγία Γραφή- εἶναι Βασιλεία ἀγάπης, καλωσύνης, εἰρήνης καί χαρᾶς.

          Ὅσοι ποθοῦν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μπαίνουν ὅσο μποροῦν πιό συχνά στόν ἅγιο οἶκο τοῦ Κυρίου· στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ γεύονται ἀπό τώρα τήν γλύκα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί ἡ καρδιά τους γεμίζει ἀπό τά δῶρα τῆς Βασιλείας του, πού εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη καί καλωσύνη.

Φρόνημα ἀποστολικό

          Ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ἀδελφός τοῦ ἀποστόλου Πέτρου καί ἦταν μαζί του ὅταν ἔγινε τό θαῦμα πού ἀκούσαμε. Ἔγινε καί αὐτός ἀπόστολος καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἦρθε καί κήρυξε τόν Χριστό στήν Ἑλλάδα. Τόν σταύρωσαν στήν Πάτρα.

          Ἐνῶ τόν εἶχαν σταυρωμένο, τούς ἦρθε ἄλλη σκέψη.

          -Γιατί κάνομε τέτοιο ἔγκλημα;

          Τρέχει λοιπόν παρακινούμενος ἀπό τήν γυναίκα του, ἐκεῖνος πού διάταξε νά σταυρωθεῖ καί τοῦ λέει:

          -Ἦρθα νά σέ κατεβάσω ἀπό τόν Σταυρό.

          Ἀπάντησε ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας:

          -Ξεκάρφωσε καλύτερα τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Σταυρό καί ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Ἄφησέ με ἐμένα.

          Τί ἦταν αὐτά τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα;

          Ἦταν τό ἀγκίστρι πού ἔριχνε γιά νά πιάσει τό ψάρι. Τό τρελλό ψάρι, πού τρέχει μέσα στά βάθη τῆς θάλασσας, γιά νά φύγει μακρυά ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί προτίμησε ὁ ἀπόστολος νά εἶναι ὁ ἴδιος στό Σταυρό, στόν φυσικό Σταυρό, πού ἦταν καρφωμένα τά χέρια καί τά πόδια του, γιά νά ξεκαρφώσει τόν ἄλλο ἀπό τόν Σταυρό τῆς ἁμαρτίας.

          Νά τόν βοηθήσει νά ἐλευθερωθεῖ καί νά μπεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί πραγματικά τόν ἔφερε σέ κατάνυξη καί ἐπίστευσε στόν Χριστό.

          Γιατί τό λέμε αὐτό; Γιά νά θυμηθοῦμε, πόσο οἱ ἀπόστολοι τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ: «πηγαίνετε νά πιάσετε ψάρια, νά ψαρέψετε ἀνθρώπους γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», τήν εἶχαν βάλει βαθειά μέσα τους καί τήν ὑπηρετοῦσαν μέ τόση χαρά, μέ τόσο ἐνθουσιασμό, μέ τόση αὐταπάρνηση, ὥστε πρός χάριν της, καταφρονοῦσαν τά πάντα.

          Καί πρός χάριν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἔβλεπαν ὠφέλιμα γιά τόν ἑαυτό τους τά χειρότερα πάθη· χαρά τά ἔβλεπαν. Γιατί;          Γιατί ἤξεραν, τί φοβερό πράγμα εἶναι νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Χριστό καί νά χάσει τήν αἰώνια ζωή. «Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο ἄν κερδίσει τόν κόσμο ὅλον καί ζημιωθεῖ τήν ψυχή αὐτοῦ»;

          Καί οἱ μέν ἴδιοι, μπορεῖ νά εἶχαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέ τήν πίστη καί μέ τήν ἐκλογή τοῦ Χριστοῦ, «στήν τσέπη τους». Ἀλλά ἔβλεπαν, ὅτι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δέν τήν εἶχαν· καί ἀγωνιζόντουσταν νά τούς φέρουν στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.    Μέ ποιό τρόπο; Καί μέ τά πάθη τους. Πῶς τά θεωροῦσαν τό πάθη αὐτά; Χαρά. Γιατί; Γιατί ὅποιος ἔχει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἔχει ἀγάπη μέσα του. Καί ἡ ἀγάπη εἶναι πόνος. Καί ὁ πόνος τοῦ ἄλλου, ὅσο πιό μεγάλος εἶναι, τόσο πιό μεγάλος γίνεται καί γιά κεῖνον πού ξέρει νά ἀγαπᾶ.

          Ὁ μεγαλύτερος πόνος –τό λέει ἡ χριστιανική πίστη μας- εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς αἰώνιας ζωῆς.

          Καί πίστη στόν Χριστό, σημαίνει πίστη στήν αἰώνια ζωή.     «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

Ναί, ὑπάρχει ἕνα ὑπέροχο μήνυμα

          Ὅταν κάνομε μνημόσυνα ἰδιαίτερα νέων ἀνθρώπων ἡ καρδιά μας πονάει. Πονάει γιά τό ἐπίγειο γεγονός. Σκεπτόμαστε τί θά κάνει ἡ γυναίκα πού ἔμεινε μέ τά μικρά παιδιά της καί πονᾶ ἡ ψυχή μας.

          Λέει μιά παροιμία: «Ὁ Θεός, ὀρφανά κάνει. Ἄμοιρα δέν κάνει». Ἄμοιρα δέν ἀφήνει στόν κόσμο, ἀλλά γιά ὅλους φροντίζει. Ὅμως καί πάλι πονάει ἡ καρδιά μας καί δύσκολα λησμονᾶμε τούς κεκοιμημένους μας. Ἀλλά σκεφθήκαμε ποτέ τί πόνος εἶναι ἡ αἰώνια ἀπώλεια γιά τόν ἄνθρωπο;

          Μήπως ζοῦμε καί γλεντᾶμε μέσα στήν αἴθουσα τήν νύχτα μέ τά κεράκια; Καί πετάει τό σπουργιτάκι, πού μπῆκε μέσα καί σέ λίγο βγαίνει ἀπό τό ἄλλο παράθυρο καί ἐξαφανίζεται.

          Μήπως πρέπει νά στίψομε λίγο τό μυαλό μας καί τήν καρδιά μας καί νά ποῦμε τί;

          Μήπως ἔχομε ἀπό τόν οὐρανό κάποιο ἄλλο μήνυμα μεγαλύτερο ἀπό τό ὅτι ἡ ζωή ἀρχίζει μέ τήν γέννηση καί τελειώνει μέ τόν θάνατο;

          Μήπως τό παραπέρα ἀπό τόν τάφο, γιά τό ὁποῖο ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο, εἶναι ἄπειρα μεγαλύτερο καί ἄπειρα σπουδαιότερο καί πρέπει νά πονέσομε γι’ αὐτό;

          Γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τούς ἄλλους;

Ἡ προσευχή πού ἀνοίγει τόν Ἅδη

          Αὐτή εἶναι ἡ σοφία.

          Τί εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν Τιμόθεο;

          -Ἐσύ Τιμόθεε, βαδίζεις καλά γιατί ἀπό βρέφος διαβάζεις τά ἱερά γράμματα πού μποροῦν νά σέ κάνουν σοφό. Σέ τί σοφό; Στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Στήν αἰώνια σωτηρία. Τί νά τίς κάνεις τίς ἄλλες σοφίες, ὅταν ἁπλῶς σέ κάνουν νά φύγεις ἀπό τήν σοφία τοῦ Θεοῦ, νά βγεῖς ἔξω ἀπό τό παράθυρο γιά νά σέ φάει τό γεράκι. Τί;

          Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς καί ἰσαπόστολος Θέκλα, εὐργετήθηκε στή ζωή της ἀπό μιά ἄλλη γυναίκα πού λεγόταν Τρύφαινα. Αὐτή εἶχε μιά κόρη πού εἶχε πεθάνει λίγο πρίν. Ἡ Τρύφαινε, βλέποντας τήν Ἁγία Θέκλα νά ἔχει τόση παρρησία στό Θεό, νά πιστεύει τόσο πολύ στό Θεό τῆς εἶπε:

          -Κοπέλλα μου, σέ παρακαλῶ, προσευχήσου, νά ἐλεήσει ὁ Θεός τήν πεθαμένη κόρη μου Φαλκωνίδα. Ἦταν καλή κοπέλλα. Μά δέν γνώρισε ποτέ τόν Χριστό. Δέν ἄκουσε ποτέ τίποτε γιά τόν Χριστό. Ἀλλά ἦταν καλή κοπέλλα. Ἄν ἄκουγε θά πίστευε. Παρακάλεσε τόν Χριστό νά τήν ἐλεήσει καί νά τήν πάρει στή Βασιλεία του.

          Ἡ ἁγία Θέκλα παρακάλεσε τόν Χριστό καί τόν ἀπόστολο Παῦλο νά ἐλεήσουν τήν Φαλκωνίδα. Καί τούς ἐδόθη διαβεβαίωση ἀπό τόν Θεό, ὅτι ὁ Θεός ἐλέησε τήν Φαλκωνίδα, πού εἶχε πεθάνει εἰδωλολάτρισσα, χάρις στίς προσευχές τῆς Ἁγίας Θέκλας.

          Γιατί τό εἴπαμε; Ἔχομε ἀγάπη; Ἔχομε; Γιατί πᾶμε στήν Ἐκκλησία;

          Ἕνας λόγος εἶναι νά προσευχηθοῦμε στόν Θεό ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του. Ἀλλά καί γιά τούς κεκοιμημένους δούλους του γιά τούς ὁποίους κάνομε τά μνημόσυνα.

Βασιλεία ἀγάπης

          Τί κατάλαβε ὁ ἀπόστολος Πέτρος;

          Ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Βασιλεία ἀγάπης. Καί ὅποιος ἔχει ἀγάπη, δέν ἀφήνει ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη του κανένα. Οὔτε ζωντανό. Οὔτε πεθαμένο. Νά προσευχόμαστε πάντοτε γιά τούς κεκοιμημένους.

          Ἀλλά θά μᾶς ἀκούσει καί μᾶς ὁ Θεός ὅπως ἄκουσε τήν ἁγία Θέκλα;

          Ὁ Χριστός εἶναι μακρόθυμος καί πολυέλεος. Φιλάνθρωπος σέ ἀπέραντο βαθμό. Τόσο πού σταυρώθηκε γιά μᾶς καί ἐπάνω στό Σταυρό ἐλέησε ἕνα ἀρχιεγκληματία. Καί παρέλαβε ἀπό τήν γῆ πρός τόν δρόμο γιά τήν ἄνω Βασιλεία σάν συνοδό καί συνοδοιπόρο, τό χειρότερο ἔκτρωμα τῆς γῆς. Τόν ληστή.

          Γιατί; Γιατί αὐτή εἶναι λεία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἦλθε νά σώσει τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς. Ὅσο ἁμαρτωλοί καί νά εἶναι. Ἀρκεῖ νά καταλάβουν καί νά γυρίσουν κοντά του.      Γιατί αὐτός εἶναι ἡ ζωή.

Ἡ τελευταία ἐπιθυμία

          Ἄς ἀκούσομε μιά μικρή ἱστορία πού δείχνει τί σημαίνει πνεῦμα  Χριστοῦ καί ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

          Ἦταν ἕνας μεγάλος πρωθυπουργός, πού λεγόταν Θωμᾶς Μόρ. Ὅταν ἄλλαξαν τήν θρησκεία στήν Ἀγγλία καί ἐγκατέλειψαν τήν Ὀρθοδοξία τόν συνέλαβαν γιά νά τόν ἐκτελέσουν. Πρίν τόν σκοτώσουν, τόν ρώτησαν:

          -Μήπως θέλεις νά μᾶς πεῖς τίποτε; Τήν τελευταία σου ἐπιθυμία;

          Τούς λέει ἐκεῖνος:

          -Ἐδῶ στή γῆ, εἴμαστε ἀντίπαλα στρατόπεδα. Νικήσατε καί μέ ἐκτελεῖτε. Μέ ἐξοντώνετε. Ἐκεῖ στόν οὐρανό δέν ὑπάρχουν μίση, δέν ὑπάρχουν ἐχθρότητες, δέν ὑπάρχουν πάλες. Καί νά τό ξέρετε ἀπό τώρα. Ἐκεῖ θά εἴμαστε ὅλοι ἀγαπημένοι. Ἐκεῖ θά εἴμαστε ὅλοι ἑνωμένοι. Εὔχομαι σέ σᾶς, εὔχομαι καί στόν ἑαυτό μου νά πᾶμε ὅλοι κειπάνω στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Καί νά εἴμαστε ὅλοι μαζί.

          Αὐτή εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ τήν ὁποία ἔστειλε ὁ Χριστός τόν Πέτρο νά τήν κηρύξει, νά πιάσει τά ψάρια. Ἀπό τό χάος τῆς θάλασσας νά τούς μαζεύσει στή Βασιλεία τοῦ Κυρίου. Τήν αἰώνια, τήν γεμάτη χαρά καί μακαριότητα. Ὅποιος αὐτό τό καταλαβαίνει ἔγινε σοφός· κατά Θεόν σοφός. Καί ἡ σοφία ἡ κατά Θεόν εἶναι ἄπειρα ἀνώτερη ἀπό τήν κοσμική, τήν ὁποιαδήποτε κοσμική σοφία.

          Ἄς παρακαλέσομε τόν Κύριο νά μᾶς φωτίζει ὅλους, νά μᾶς καθοδηγεῖ μέ τήν χάρη καί μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί μέ τό φῶς καί τό παράδειγμα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

          Καί ἄς παρακαλέσομε ἀκόμη νά ἐλεεῖ ἐμᾶς καί νά ἐλεεῖ, νά συγχωρήσει καί νά πάρει κοντά του, στή Βασιλεία του, τούς κεκοιμημένους δούλους του. Ἀμήν.-