ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

(Ματθ. 3, 13-17)

ΤΟ ΑΓΙΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στόν Ἅγιο Ἰωάννη Πρεβέζης στίς 7/1/2001

          Πολλά διδάγματα μπορεῖ νά ἀντλήσει κανείς ἀπό τήν σημερινή ἑορτή, τήν μεγάλη καί θαυμαστή.

          Τό τροπάριο πού ἀρχίζει μέ τίς λέξεις: «Τό ἀληθινό φῶς ἐπεφάνη», μᾶς δίνει ἕνα ὑπέροχο δίδαγμα.

          «Τό ἀληθινό φῶς ἐπεφάνη». Δηλαδή ἦρθε τό ἀληθινό φῶς ὁ Χριστός. Καί ἔκανε αὐτό τό τόλμημα:

          Πῆγε καί βαπτίστηκε μαζί μέ τούς ἁμαρτωλούς. Μέ ἐκείνους πού ἤθελαν νά δείξουν μετάνοια. Πού ἀνταποκρίθηκαν στό κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, πού καλοῦσε σέ μετάνοια. «Μετανοεῖτε. Ἤγγικεν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

          Καί ὁ Χριστός πῆγε καί βαπτίσθηκε μαζί τους.

          Στά μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων, φαινόταν σάν ἕνας ἁμαρτωλός. Πού ἔχει καί αὐτός ἀνάγκη νά ἐπιστρέψει πρός τόν Θεό.

          Συνεχίζει τό τροπάριο: «Ἐπίγειον τό φαινόμενον, ἀλλ’ ὑπέρ τούς οὐρανούς τό νοούμενον».

          Αὐτό πού βλέπανε οἱ ἄνθρωποι καί τό βλέπομε καί ἐμεῖς –τό ἀκοῦμε μέσα ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου- εἶναι ἕνα ἐπίγειο πράγμα. Συνηθισμένο πράγμα στή ζωή. Ἐπίγειον τό φαινόμενον, νά βλέπει κανείς νά βουτᾶνε ἄνθρωποι μέσα στό ποτάμι, ἔστω καί νά βαπτίζονται, γιά νά δείξουν ὅτι ἔχουν μετάνοια.  «Ἐπίγειον τό φαινόμενον, ἀλλ’ ὑπέρ τούς οὐρανούς τό νοούμενον».

          Ἀλλοίμονό μας, ἅμα σταθοῦμε στό ἐπίγειο φαινόμενο.         Δέν καταλάβαμε ἀπό τό μυστήριο, ἀπό τήν ἀποκάλυψη, τίποτε. Ὅμως τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, μᾶς λέει: «ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις» κατά τήν ἡμέρα καί τήν στιγμή ἐκείνη. Ἔγινε μιά ἀποκάλυψη ἀνεπανάληπτη, μοναδική καί τόσο ὑψηλή, πού δέν μπορεῖ νά τήν συλλάβει ἀνθρώπου νοῦς, ἀντίληψη καί ἐμπειρία αἰσθήσεων, ὁτιδήποτε καί ἄν πεῖ κανείς.

          Γι’ αὐτό καί προσθέτει: «Ἀλλ’ ὑπέρ τούς οὐρανούς τό νοούμενον». Τόσο μεγάλο πού δέν εἶναι ἁπλά οὐράνιο, μά  ξεπερνᾶ τούς οὐρανούς. Φανερώνει ὅλη τήν σοφία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.

          Συνεχίζει τό τροπάριο:

          «Διά λουτροῦ παλιγγενεσία».

          Τί πεζό πράγμα νά βλέπει κανείς ἄνθρωπο νά πλένεται εἴτε στό ποτάμι, εἴτε ἀλλοῦ. Ἀλλά δι’ αὐτοῦ τοῦ λουτροῦ, παλιγγενεσία!

          Φεύγει ὁ παλαιός ἄνθρωπος. Καί γεννιέται ἕνας καινούργιος.

          Φεύγει ὁ υἱός τοῦ Ἀδάμ, καί γεννιέται ὁ υἱός τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ νέου Ἀδάμ.

          Φεύγει ὁ φθαρτός καί ἔρχεται ἕνας ἄφθαρτος.

          Φεύγει ἕνας ἐπίγειος καί ἔρχεται ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος.

          Καινός ἄνθρωπος, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καινούργιος ἄνθρωπος. Καί ποῦ εἶναι ὁ καινούργιος ἄνθρωπος; Στή χάρη τοῦ Θεοῦ.

          Δέν φαίνεται. Μόνο νοεῖται. Μακάριος ὅποιος ἔχει τό νοῦ του νά ἀσχολεῖται, νά βλέπει πίσω ἀπό τά φαινόμενα τά νοούμενα.

          «Διά λουτροῦ λοιπόν παλιγγενεσία. Δι’ ὕδατος τό Πνεῦμα».   Λίγο νερό πάνω στόν ἄνθρωπο, πού στεγνώνει μετά ἀπό λίγο καί ἐκτός ἀπό τό ὅτι ἔφυγε κάποια λέρα, δέν πῆρε τίποτε. Παραμέσα, δέν μπῆκε τίποτε. Ὠφέλεια καμία ἄλλη.

          «Δι’ ὕδατος τό Πνεῦμα». Μά μέ αὐτό τό νερό, κρυμμένο μέσα σ’ αὐτό τό νερό, λούζει τόν ἄνθρωπο τό πανάγιο Πνεῦμα. Ὄχι ἐξωτερικά, ἀλλά μπαίνει σ’ ὅλο τόν ἑαυτό του καί τόν ἁγιάζει. Αὐτό εἶναι τό νοούμενο, πού πρέπει νά τό βλέπομε.

          Δέν κάνομε ἕνα τυπικό πράγμα ὅταν βαπτίζομε τά παιδιά. Εἶναι ἡ οὐσιαστικώτερη ἐνέργεια πού μπορεῖ νά κάνει ἕνας ἄνθρωπος, γιά νά δεχθεῖ ἁγιασμό. Καί νά γίνει τοῦ Θεοῦ.

          «Διά καταδύσεως, ἡ πρός Θεόν ἡμῶν ἄνοδος γίνεται».

          Τό φαινόμενο εἶναι ὅτι πᾶμε πρός τά κάτω. Μπαίνομε μέσα στό νερό. Βουτιά ὑπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ μέσα στήν κολυμβήθρα. Πρός τά κάτω φαίνεται ὅτι πᾶμε.

          Ἀλλά μέ αὐτή τήν πορεία πρός τά κάτω, τήν ἑκούσια, τήν δική μας,  «ἡ πρός Θεόν ἄνοδος γίνεται». Κάτω βλέπουν τά μάτια, ἐπάνω πάει ὁ ἄνθρωπος πνευματικά. Πόσο ψηλά; Τόσο πού νά γίνεται υἱός τοῦ Θεοῦ. Συγκάθεδρος μέ τόν Πατέρα. Ἄξιος νά σταθεῖ δίπλα του, τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας.

          «Διά καταδύσεως, ἡ πρός Θεόν ἡμῶν ἄνοδος γίνεται».

          Νά ὁ δρόμος. Αὐτά τά διδάγματα μᾶς ἀνοίγονται ἀπό τήν ἱερά ὑμνωδία. Πόσο πρέπει νά προσέχομε νά τά κατανοοῦμε. Ὅσο λίγο καί νά τά καταλαβαίνομε, ἡ ὠφέλεια εἶναι ἀπέραντη.

          Ἄς προσθέσομε καί ἕνα μικρό πνευματικό δίδαγμα γιά μᾶς:

          Στήν καθημερινή μας ζωή, ὅσο πιό πολύ δεχόμαστε νά κατεβοῦμε, νά ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ ἀδελφοῦ μας, τοῦ ἄλλου, τοῦ συνομιλητοῦ μας, τόσο πιό πολύ ἀνεβαίνομε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

          Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά βλέπομε τά φαινόμενα, ἀλλά καί νά νοοῦμε τά νοούμενα. Τό μυστήριο τό μεγάλο τῆς πίστης. Τήν προσφορά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· τό σχέδιο του γιά τήν σωτηρία καί τήν ἀπολύτρωση τοῦ κόσμου.

          Ἐάν τό κάνομε, τότε ἡ ἑορτή εἶναι γεμάτη χάρη καί μυστήριο.

          Ἐάν δέν τό κάνομε, ἡ γιορτή εἶναι φολκλόρ. Διασκέδαση. Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά καταλαβαίνομε τό νοούμενο.          Ἀλλά καί ἐμεῖς, νά κάνομε τήν φιλότιμη προσπάθειά μας, νά φεύγομε ἀπό τά φαινόμενα, καί νά πηγαίνομε στά νοούμενα. Ἀμήν.-

ΠΑΤΕΡΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

(ΕΠΕ τ. 25, σσ. 223 - 227)

          «Ὅταν βαπτίσθηκε ὅλος ὁ λαός, βαπτίσθηκε καί ὁ Ἰησοῦς. Καί ἐκείνη τήν ὥρα ἐνῶ προσευχόταν, ἄνοιξε ὁ οὐρανός».

          Βαπτίζεται λοιπόν ὁ Ἰησοῦς, εὐλογώντας καί καθαρίζοντας τά νερά γιά χάρη μας. Ὁ μονογενής Λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι Ἅγιος ἁγίων. Δέν εἶχε ὁ ἴδιος ἀνάγκη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, οὔτε φυσικά χρειαζόταν ἄφεση ἁμαρτιῶν, τήν ὁποία κερδίζομε ἐμεῖς διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Καί τήν κερδίζομε παίρνοντας ἀπό τόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῶν δωρεῶν του.

          Τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐκπορεύεται ἀπό τόν Θεό Πατέρα, ἀλλά εἶναι καί Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ. Σέ πολλές περιπτώσεις, ὀνομάζεται Πνεῦμα Χριστοῦ. Τό ἐπιβεβαιώνει ὁ Παῦλος λέγοντας: «Σεῖς δέν εἶσθε σαρκικοί, ἀλλά πνευματικοί ἐφ’ ὅσον μέσα σας κατοικεῖ Πνεῦμα Χριστοῦ». Καί «ἄν κάποιος δέν ἔχει Πνεῦμα Χριστοῦ, αὐτός δέν εἶναι δικός του». Ἀλλοῦ πάλι λέει: «Ἐπειδή εἶσθε υἱοί, ἔστειλε ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ του στίς καρδιές σας,τό ὁποῖο φωνάζει: Ἀββᾶ, Πατέρα».

          Ἑπομένως τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Θεό Πατέρα, τό δίδει ὅμως ὁ μονογενής του Υἱός στούς ἀξίους. Ἄλλωστε εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας, εἶναι δικά μου».

          Πῶς ὅμως ὁ Ἰησοῦς βαπτιζόταν καί δεχόταν τό Πνεῦμα;

          Ἀπαντᾶμε: Δέν εἶχε ἀνάγκη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ὁ Κύριος ἀλλ’ ἐπεννόησε σάν φιλάνθρωπος, ὁδόν σωτηρίας γιά μᾶς.

          Γιατί ἄν πιστεύομε στόν Πατέρα, τόν Υἱόν καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί κάνομε αὐτή τήν σωτήρια ὁμολογία –κατά τήν ὥρα  τοῦ βαπτίσματος- μπροστά σέ πολλούς μάρτυρες, πλενόμαστε ἀπό κάθε ρύπο πού προέρχεται ἀπό τήν ἁμαρτία καί πλουτίζομε μέ τήν μέθεξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γινόμαστε ἀκόμη κοινωνοί θείας φύσεως καί κερδίζομε τήν χάρη τῆς υἱοθεσίας.

          Ἦταν λοιπόν ἀναγκαῖο, ταπεινώνοντας ὁ Λόγος τοῦ Πατρός τόν ἑαυτό του καί δεχόμενος νά γίνει ὅμοιος μέ ἐμᾶς, νά γίνει πρότυπο καί ὁδός κάθε ἀγαθοῦ πράγματος.

          Γιά νά μάθομε λοιπόν τήν δύναμη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, καί ὅσα κερδίζομε προσερχόμενοι σ’ αὐτό, βαπτίζεται πρῶτα ὁ ἴδιος. Καί μετά τήν βάπτιση προσεύχεται, γιά νά διδάξει ὅσους ἀξιώθηκαν τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ὅτι τό πιό ταιριαστό γι’ αὐτούς ἔργο εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή.

          Ὁ εὐαγγελιστής λέγει ἀκόμη ὅτι ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί, ὑπονοώντας ὅτι ἦταν ἀπό παλιά κλεισμένοι.

          Εἶπε ὁ Χριστός: «Ἀπό ἐδῶ καί πέρα θά δεῖτε ἀνοιγμένους τούς οὐρανούς καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν στόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου».

          Γιατί ἀφοῦ ἔγινε μιά ποίμνη ἡ οὐράνια καί ἡ ἐπίγεια, καί ἀναδείχθηκε γιά ὅλους ἕνας ἀρχιποιμήν, ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός καί ἑνώθηκε ὁ ἐπίγειος ἄνθρωπος μέ τούς ἀγγέλους.

          Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε στόν Χριστό σάν σέ μιά δεύτερη ἀρχή τοῦ γένους μας. Κατ’ οἰκονομίαν τό δέχεται πρῶτος ὁ Χριστός, ὄχι γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά γιά μᾶς. Ἄλλωστε ὅλα τά ἀποκτήσαμε μέ τόν Χριστό καί μέσῳ αὐτοῦ, πού μέ ἄπειρη συγκατάβαση, ἀναλαμβάνει ὅμοια μέ ἐμᾶς τά ἀνθρώπινα.

          Μᾶς παρουσιάζεται ταπεινωμένος, τήν στιγμή πού σάν Θεός, ἔχει τό πᾶν.

          Πτωχεύει μαζί μας, μόνο καί μόνο γιατί δέχθηκε νά φορέσει τήν δική μας εὐτέλεια.

          Ἡ φωνή τοῦ Πατέρα, εἶπε κατά τήν στιγμή τοῦ βαπτίσματος γιά τόν Χριστό:

          «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός».

          Γιατί ὁ ἀπό τήν φύση του ἀληθινός καί μονογενής Υἱός, ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος χαρακτηρίσθηκε «Υἱός τοῦ Θεοῦ» ὄχι βέβαια γιατί τό χρειαζόταν ὁ ἴδιος νά ἀκούσει αὐτή τήν προσωνυμία, ἀλλά γιά νά παραπέμψει σέ μᾶς τήν δόξα τῆς υἱοθεσίας.

          Καί ἔγινε ἔτσι δική μας ἀπαρχή καί πρωτότοκος καί δεύτερος Ἀδάμ.

          Μ’ αὐτόν ὅλα ἔγιναν καινούργια.

          Καί μέ τήν κοινωνία μας μέ τόν Χριστό, ἀποβάλομε τήν παλαιότητα τοῦ Ἀδάμ καί πλουτίζομε τήν ἐν Χριστῷ ἀνανέωση. Ἀμήν.-