ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στό Πολύδροσο στίς 2/5/1995

          Σήμερα πού ἑορτάζομε τήν μνήμη τοῦ μεγάλου ἱεράρχου τῆς Ἐκ­κλη­σίας, πατριάρχου Ἀλεξανδρείας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, πρέπει νά ὠφε­λη­θοῦ­με, παίρνοντας διδάγματα ἀπό τόν μεγάλο αὐτό ἀθλητή τῆς ὀρθοδόξου πί­στεως.

          Τό πιό μεγάλο δίδαγμα πού μᾶς δίνει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, εἶναι ὅτι ἡ ὀρθόδοξος πίστις εἶναι ὑπεράνω ὅλων.

          Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἦταν ἄνθρωπος σοφός. Ἤξερε πάρα πολλά. Ἀλλά δέν ἔκανε τό λάθος πού κάνουν μερικοί ἄνθρωποι, πού ἔχουν μάθει πέντε ἀράδες γράμματα, νά ταυτίζουν τήν γνώση τήν δική τους, μέ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ. Τήν σοφία τήν δική τους, μέ τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Καί νά νομίζουν, ὅτι ἡ σοφία ἡ δική τους, μπορεῖ νά κρίνει τήν σοφία τοῦ Θεοῦ.

          Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἤξερε πόσο διαφέρει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό. Πόσο ὁ Θεός εἶναι ὑψηλός καί ὁ ἄνθρωπος ταπεινός. Ὅτι ὁ Θεός εἶναι αἰώ­νιος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι περαστικός ἐπάνω στή γῆ.

          Ὁτι ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος, δημιουργός τοῦ κόσμου καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ἁπλό πλασματάκι.

          Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, εἶχε βάλει βαθειά μέσα στήν ψυχή του τά λόγια τοῦ ἁγίου καί πανευφήμου ἀποστόλου Παύλου.

          Ξέρετε τί λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος; Λέει σέ κάποιο μέρος: «Ἅμα ἐξε­τάζομε μερικά πράγματα ἀπό ἐκεῖνα πού ἔκανε ὁ Θεός, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι· καί τά ἐξετάζομε μέ τοῦτο τό μυαλουδάκι τό δικό μας, μέ τίς ἐντυπώσεις πού ἔχομε καί μέ τίς γνῶμες μας, μέ τίς ἰδέες μας, θά βρίσκομε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἀνόητα».

          Π.χ. Χρειαζόταν νά ρθεῖ ὁ Χριστός στόν κόσμο, ὁ Θεός ὁ ἴδιος, νά ταπεινωθεῖ, νά φάει ξύλο, νά τόν βρίσουν, νά τόν σταυρώσουν; Καί πιό πολύ νά πεθάνει καί νά μπεῖ καί στόν τάφο; Αὐτό εἶναι ἀνοησία.

          Λέει λοιπόν ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἔτσι νομίζομε ἐμεῖς. Ἀλλά δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ποτέ, ὅτι τό μωρόν τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνο πού γιά μᾶς φαίνεται ἀπό τά ἔργα τοῦ Θεοῦ μωρό καί ἀνόητο, εἶναι σοφότερο ἀπό ὅλες τίς σοφίες τῶν ἀνθρώπων». Γιατί ὁ Θεός εἶναι ὑπεράνω. Καθώς καί ἐκεῖνο πού φαίνεται ἀσθενές, ἀδύνατο, ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ... Ὅτι Τοῦ ρίχνανε ξύλο, ὅτι Τόν βρίζανε, ὅτι Τόν θανάτωσαν, Τόν σταύρωσαν. «Τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ, ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί». Εἶναι πιό δυνατό, ἀπό ὅλα τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων.

          Καί ἀπόδειξη;

          Μέ τόν θάνατό του ὁ Χριστός νίκησε τόν διάβολο.

          Ἀκούει ὁ ἄνθρωπος διάβολο καί τρέμει. Ποιός δέν τρέμει καί ποιός δέν θά ἔτρεμε, ἐάν δέν μᾶς εἶχε δώσει ὁ Χριστός ὅπλο ἕνα καί μοναδικό. Τόν τίμιο Σταυρό. Πού ὅλοι λίγο-πολύ τό ξέρομε, ἄν κάνομε χρήση.

          Γιατί ὅποιο ὅπλο καί ἄν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν τοῦ κάνει χρήση, εἶναι τίποτε. Ἀλλά ὅταν τοῦ κάνει χρήση, ξέρει τί εἶναι τό κάθε ὅπλο. Ὅποιος λοιπόν κάνει χρήση τοῦ τιμίου Σταυροῦ, καί ἐπικαλεῖται τήν δύναμή του, βλέπει ὁλοζώντανα ὅτι ὁ διάβολος τρέμει. Ὅταν δεῖ τόν τίμιο Σταυρό ὁ διάβολος τρέμει.

          Νά λοιπόν ὅτι τό μωρόν τοῦ Θεοῦ, εἶναι σοφότερον ἀπό τίς σοφίες τῶν ἀνθρώπων· καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατότερο καί ἰσχυρότερο ἀπό ὅλες τίς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ μεγάλος Ἀθανάσιος, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας εἶπε:

          «Ποιά εἶναι ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ; Ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Σύνθρονος, συνάναρχος, ὁμότιμος. Πῶς εἶναι δυνατόν ἐγώ λοιπόν νά ἀκούω αὐτές τίς ἀνοησίες πού βγάζει ἀπό τό μυαλουδάκι του τό φτωχό ἕνας ἄνθρωπος, ὁ Ἄρειος»;

          Αἱρετικός τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦταν ὁ Ἄρειος καί ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι πλάσμα. Δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ἕνας σάν καί μᾶς. Λίγο καλύτερος ἀπό μᾶς βέβαια· σοφότερος· ἐκλεκτότερος. Ἀλλά δημιούργημα.

          Ἐστάθη λοιπόν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος βράχος ἀκλόνητος στόν ἀγώνα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Ὁμόθρονος καί ὁμότιμος.

          Ξέρετε... Ἐκεῖνα πού φαίνονται ἔξυπνα στούς ἀνθρώπους, λογικά, μέ τό μυαλουδάκι τοῦτο δῶ, ἔχουν πέραση. Γι’  αὐτό καί ὅ,τι σοφιστεία, ὅ,τι ἐξυπνάδα καί ἄν πεῖ σήμερα κανείς καί μάλιστα νά προβληθεῖ καί λιγάκι ἀπό καμιά ἐφημερίδα καί καμιά τηλεόραση, ἔχει πέραση.

          Ἔτσι λοιπόν καί τότε οἱ σοφίες -ἀνοησίες ἦταν στήν πραγματικότητα- τοῦ Ἀρείου, εἶχαν πέραση. Καί ξαφνικά βρέθηκε ἕνας ὁλόκληρος κόσμος, στό πλευρό του. Ἀκόμα καί ὁ αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

          Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος περίπου ἔμεινε μοναχός του. Νά ἀγωνίζεται γιά τήν ὀρθόδοξο πίστη.

          Τοῦ λέγανε:

          -Τί κάνεις ταλαίπωρε; Δέν βλέπεις ὅτι ἔμεινες μόνος;

          Ἡ ἀπάντηση ἦταν:

          -Πῶς μοναχός μου; Μοναχοί σας εἴσαστε σεῖς. Ἐγώ εἶμαι μέ τόν Θεό.

          Σημασία δέν ἔχει στά ζητήματα τῆς θρησκείας ἡ «δημοκρατική πλειοψηφία». Ἀλλά ὁ Θεός, ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τό μέρος μέ τό ὁποῖο πηγαίνει ὁ Θεός. Ἕνας νά εἶναι!

          Μέ κεῖνον εἶναι ὁ Θεός; Αὐτός θά νικήσει!

          «Τίς Θεός μέγας, ὡς ὁ Θεός ἡμῶν»;

          Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Σύ εἶσαι ὁ Θεός ὁ ποιῶν θαυμάσια». Τό μεγάλο Σάββατο τί ψέλναμε; «Ἀνάστα ὁ Θεός». Πεθαμένο Τόν βλέπαμε, ἀλλά λέγαμε: «Ἀνάστα ὁ Θεός κρῖνον τήν γῆν». Ὁ πεθαμένος, θά σηκωθεῖ καί θά κρίνει τήν γῆ!

          Γιά τά μέτρα τῶν ἀνθρώπων δέν ὑπάρχει πιό μεγάλη ἀνοησία. Νά περιμένεις τόν πεθαμένο, μέσα ἀπό τόν τάφο, νά βγεῖ καί νά κυριαρχήσει στόν κόσμο. Καί νά δικάσει ὁλόκληρη γῆ.

          Ἄν ἦταν ἄξιος, δέν ἔμπαινε στόν τάφο. Ἀλλά ὁ Χριστός βγῆκε ἀπό τόν τάφο καί ἀνέστη εἰς τούς οὐρανούς, καί θά ἔλθη τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας καί θά κρίνει ὁλόκληρη τήν γῆ, τήν ὁποία καί τώρα κάθε ἡμέρα τήν κρίνει. Γι' αὐτό μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι εὐάρεστος ἐνώπιόν του.

          Σαραντέξη χρόνια ἦταν Πατριάρχης ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, τριάντα χρόνια τά πέρασε σέ διωγμούς, κρυπτόμενος στά ἔσχατα τῆς Εὐρώπης, πού τόν εἶχαν στείλει ἐξορία. Ἀλλά τελικά θριάμβευσε ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δέν θριάμβευσε ὁ Ἀθανάσιος. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἁπλῶς, ἔδωσε μαρτυρία, ὅτι ἡ ἀληθινή πίστη εἶναι αὐτή πού ὁμολογῶ.

          Ποιός θριάμβευσε; Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ.

          Μοναχός του ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, μή λέμε ἀνοησίες, δέν ἦταν τίποτε. «Ἔτσι νά τόν ἔκανε» ὁ αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μποροῦσε νά τόν σκοτώσει, ὅπως ἐμεῖς σκοτώνουμε ἕνα μερμυγκάκι. Καί μερικές φορές, τό ἐπεδίωξε. Μά δέν τά κατάφερε. Γιατί ἡ δύναμη καί ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ ἦταν μέ τόν ἐκλεκτό δοῦλο του τόν ὑπέρμαχο τῆς ἀληθείας. Ξέρετε τί δίδαγμα βγαίνει;

          Ἄς θυμηθοῦμε μιά σοφή παροιμία:

          «Νά εἶσαι ὁλόρθος στόν ἀγώνα γιά τό καλό. Νά εἶσαι γονατιστός μπροστά στό Θεό. Καί μή φοβᾶσαι».

          Ὁλόρθος στόν ἀγώνα γιά τό καλό. Ποιό εἶναι τό καλό;

          Νά φροντίζεις νά ἔλθει ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μέσα σου. Τί λέμε στό «Πάτερ ἡμῶν»; Κάνομε τήν προσευχή μας, πρωί βράδυ, καί ποτέ δέν παραλείπομε αὐτή τήν ἁπλή ἀλλά ὑπέροχη προσευχή πού μᾶς δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας μας.

          Ποιός χριστιανός δέν τήν ξέρει καί δέν τήν ἀγαπάει; «Πάτερ ἡμῶν... Ἁγιασθήτω τό ὀνομά σου, ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου». Δηλαδή, ἀξίωσέ με νά σέ τιμάω καί νά σέ δοξάζω. Αὐτό σημαίνει τό «Ἁγιασθήτω τό ὀνομά σου». Καί μετά;

          «Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου». Ἔλα Χριστέ μου καί βασίλευσε. Ποῦ; Σέ μένα. Μέσα στήν καρδιά μου, στό μυαλό μου, στήν σκέψη μου, στά ἔργα μου.

          Ἀλλά γιά νά βασιλεύσει ὁ Χριστός μέσα σου, στίς σκέψεις, στά ἔργα, στήν καρδιά, στά συναισθήματα, πρέπει καί ἐγώ νά σηκώσω λίγο τό μπόι μου.

          Ἐμεῖς συνήθως τό σηκώνομε τό μπόι μας ἁμαρτωλά.

          Ἔτσι καί μᾶς πεῖ κανένας ἄνθρωπος, ἀδελφός μας δηλαδή, κάτι, ἕνα τοσουλάκι, λίγο νά μᾶς θίξει... ἁρπαζόμαστε.

          -Ποιός εἶσαι σύ; Τώρα θά σοῦ δείξω.

          Καί γινόμαστε θηρία, ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ μας. Ἀπό ὀργή, θυμό, κα­κία, ἐκδικητικότητα. Ἐκεῖ ξέρομε καί σηκώνομε τό ἀνάστημά μας. Καί πῶς τό σηκώνουμε; Ἄθλια. Βάρβαρα.

          Μά ὅταν ἔρχεται ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ κακοῦ;

          Ποιό εἶναι τό κακό; Νά καταπνίξομε τόν ἐγωισμό μέσα μας. Τήν κακία μας. Τήν ἐκδικητικότητα. Τό θράσος. Τήν καταφρόνηση τοῦ μικροῦ καί τοῦ φτωχοῦ.

          Ἔ, τότε εἴμαστε παιδάκια. Εἴμαστε τιποτένιοι. Ἀδύνατοι.

          Τότε... τότε γονατίζομε.

          Ἀντί νά εἴμαστε ὁλόρθοι στόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ, μόλις ἔλθει ὁ πειρασμός, γονατίζομε. Καί παραδιδόμαστε. Μᾶς παίρνει καί μᾶς πηγαίνει ὅπως θέλει καί ὅπου θέλει. Θυμηθεῖτε καί μερικά ἄλλα πάθη... Πῶς μᾶς τραβοῦν ἀπό τήν μύτη.

          Νά πάρομε τό ἁπλούστερο.

          Δέν εἶναι κάπου γραμμένο, ὅτι εἶναι ἁμαρτία νά καπνίζει κανείς. Ἁπλό πράγμα εἶναι. Ἀλλά εἶναι πάθος. Τό βλέπομε πῶς τούς τραβάει τό τσιγάρο ἀπό τήν μύτη· τούς ἀνθρώπους. Ἐλεύθεροι δέν εἶναι. Κακό δέν κάνουν κανενός πού καπνίζουν, ἐκτός ὅτι σπαταλοῦν τά χρήματα τοῦ σπιτιοῦ τους οἱ φτωχοί καί δέν ἔχουν οἱ δικοί τους ὅσα πρέπει. Πόσο ὅμως τούς τραβάει ἀπό τήν μύτη τό τσιγάρο.

          Ἀλλά ἄς ἔλθομε καί σέ κάτι ἄλλα πάθη.

          Ποιά εἶναι τά ἄλλα πάθη;

          Τά πάθη τῆς αἰσχρότητας. Πῶς τραβᾶνε τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν μύτη. Καί διαλύουν τό σπίτι τους. Ἀλλά τί σημασία ἔχει τό σπίτι; Τήν ψυχή τους διαλύουν. Γιατί ὅσοι κάνουν τέτοια πράγματα θά κριθοῦν ἀπό τόν Θεό. Ὅπως κρίθηκαν καί τιμωρήθηκαν οἱ ἄνθρωποι τίς ἡμέρες τοῦ Νῶε καί τίς ἡμέρες τοῦ Λώτ. Γιά τούς μέν ἔφερε τόν κατακλυσμό καί γιά τούς ἄλλους ἔριξε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε στά Σόδομα καί τά Γόμορα.

          Καί ὅμως. Κάτι τέτοια πάθη, τραβοῦν πολλούς ἀνθρώπους ἀπό τήν μύτη.

          Θηρία ἐναντίον τῶν συνανθρώπων τους, ἀπό ἐγωισμό. Μηδενικά στόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Γονατιστοί.

          Ὁλόρθοι στό ἕνα, γονατιστοί στό ἄλλο.

          Ὁλόρθοι στό κακό, γονατιστοί στό καλό.

          Ἀντίθετα πρέπει νά γίνεται, λέγει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος. Σηκώνετε τό ἀνάστημά σας, ὅπως τό σήκωσα ἐγώ στό κακό. Πρῶτα ἀπ'  ὅλα στήν προδοσία τῆς πίστεως.

          Σταθεῖτε ἀκλόνητοι στήν ὀρθόδοξο πίστη. Τό εἶπε ὁ Θεός στόν Ἀβραάμ. «Ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται». Ὅταν ὁ Ἀβραάμ ἄκουσε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί ὑπάκουσε στό λόγο του, γιατί κατάλαβε ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπεράνω ὅλων, ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Ὁ δίκαιός μου, ἐκ πίστεως ζήσεται». Ὅποιος κρατάει τήν σωστή πίστη καί τήν σωστή τοποθέτηση ἀπέναντι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο φροντίζει νά τόν ἔχει ψηλά καί τόν ἑαυτό του χαμηλά, θά σωθεῖ.

          Ἀλλά γιά νά τόν ἔχεις τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ψηλά, πρέπει νά σταθεῖς ὁλόρθος στόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Καί νά γονατίζομε, ξέρετε πότε;

          Γιά νά εὐχαριστήσομε τόν Θεό. Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία καί γονατίζομε. Νά τό μόνο γονάτισμα πού ἔχει ἁγιωσύνη. Τότε πού γονατίζομε γιά νά τόν δοξάσομε, νά τόν εὐχαριστήσομε, νά τοῦ ποῦμε:

          «Χριστέ μου, σταυρώθηκες γιά μᾶς. Δέξου τήν εὐγνωμοσύνη μας, γιατί μᾶς ἔσωσες. Μᾶς ἔδωσες τό σῶμα σου καί τό αἷμα σου, τό τίμιο. Νά τό πίνομε εἰς ζωήν αἰώνιον. Πῶς νά σέ εὐχαριστήσομε Χριστέ μου; Γονατίζομε μπροστά σου, ἀκουμπᾶμε τό κεφάλι μας ἐπάνω στό χώμα καί σοῦ λέμε εὐχαριστῶ».

          Πρέπει, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «νά τιμᾶμε τόν Θεό ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ στόματι ἡμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ». Καί μέ τό σῶμα καί μέ τό στόμα.

          Πῶς μέ τό σῶμα;

          Τό σῶμα, νά τό διατηροῦμε καθαρό ἀπό τόν μολυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι δοξάζομε τόν Θεό μέ τό σῶμα.

          Μέ τό σῶμα μας κάνομε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Δοξάζομε τόν Θεό καί δείχνομε τήν ὀρδόδοξη πίστη μας μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.

          Μέ τό σῶμα μας ὁλόκληρο γονατίζομε ταπεινά μπροστά στό Θεό. Δείχνομε τήν σχέση πού πρέπει νά ἔχομε μέ τόν Θεό. Καί ἔτσι δοξάζομε τόν Θεό.

          Μέ τό σῶμα μας νηστεύομε. Δοξάζομε τόν Θεό μέ τή νηστεία μας πού γίνεται γιά τί ἄλλο; Γιά τήν δική του δόξα. Ἀξίζει νά δοξάζομε τόν Θεό μέ τό σῶμα μας.

          Ὅμως πρέπει νά τόν δοξάζομε καί μέ τό στόμα μας.

          Τό στόμα μας, πρέπει νά ἔχει μέσα του τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά βγάζει εὐλογία. Νά ἀκούει ἡ ψυχή τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου καί νά εὐφραίνεται.

          Γιατί νά σπαταλᾶμε τίς ἡμέρες μας καί τίς ὡραῖες ὧρες τῆς πνευματικῆς συναναστροφῆς σέ ἐπιπόλαια λόγια; Παροδικά, φθαρτά, τιποτένια;

          Γιατί νά μή μιλᾶμε γιά τήν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μας, γιά τή σωτηρία μας, γιά τήν ὠφέλεια, γιά τό καλό;      Γιατί δέν ἀνοίγομε τό στόμα μας, γιά νουθεσία, συμβουλή καί μάλιστα πνευματική συμβουλή.

          Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:

          «Ὅταν δοῦμε ἕνα φτωχό, πού εἶναι ἡ κοιλιά του ἄδεια, τό θεωροῦμε ὑποχρέωσή μας, νά τοῦ δώσουμε κάτι. Καί ὅταν τό κάνομε αὐτό τό πράγμα ἔχομε μισθό ἀπό τόν Θεό. Γιατί εἶπε, ὅποιος δώσει, ὄχι φαγητό, (πού μπορεῖ νά μήν ἔχεις) ἀλλά ἕνα ποτήρι κρύο νερό, σέ κάποιον πού τό ἔχει ἀνάγκη, δέν θά τόν χάσεις τόν μισθό σου. Θά πάρεις ἀπό τόν Θεό τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, μισθό. Ἀρκεῖ νά ἔχεις δώσει ἔστω ἕνα ποτῆρι νερό, στόν διψασμένο, ἐπειδή τόν συμπόνεσες. Ἀπό ἀγάπη».

          Φαντασθεῖτε τί μισθό ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δώσει κάτι περισσότερο καί μέ θυσία. Νά τό στερηθεῖ. Τό νερό, δέν τό στερεῖται κανείς.

          Συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος;

          «Ἀπό τό νά θρέψεις ἕνα πεινασμένο καί νά τόν διατηρήσεις στή ζωή χορτασμένο, μιά ἡμέρα, μιά βδομάδα, ἕνα μῆνα, εἶναι χίλιες φορές μεγαλύτερο τό νά τόν στηρίξεις στήν ὀρθόδοξο πίστη. Νά τόν νουθετήσεις νά ἀγωνιστεῖ γιά τή σωτηρία του. Γιατί τόν συντηρεῖς στή ζωή τήν αἰώνια. Γιά πάντα, στήν αἰώνια σωτηρία. Στόν Παράδεισο. Στήν δόξα τοῦ Θεοῦ».

          Νά τί ἀξίζει ἡ καλή συμβουλή, πού ἰδίως οἱ μεγαλύτεροι στήν ἡλικία, πού ἔχουν καταλάβει καί τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου, ὀφείλουν νά εἶναι σέ θέση νά τήν δώσουν ὅταν πρέπει. Οἱ νεαροί, τά παιδάκια, πιστεύουν ὅτι θά χορτάσουν ἀπό τή ζωή. Ἐμεῖς οἱ μεγάλοι καί νά τήν εἴχαμε τέτοια στραβή ἰδέα, μᾶς ἔχει φύγει. Τό ἔχομε καταλάβει πιά, ὅτι ἡ ζωή δέν εἶναι γιά χόρταση. Οὔτε θά μπορέσεις ποτέ νά τήν χορτάσεις.

          Πρέπει λοιπόν νά συμβουλεύουμε καί νά ὁδηγοῦμε.

          Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξος πίστη. Αὐτό εἶναι τό χρέος τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ.

          Αὐτό ἔκανε σέ ὅλη του τή ζωή σάν Πατριάρχης ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος.

          Καί ἀκόμη τό χρέος μας εἶναι νά ἀνοίγομε τό στόμα μας (ὅπως εἶπε ὁ ἀπόστολος) νά δοξάζομε τόν Θεό. Εἶναι χρέος μας νά ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία νά δοξάζομε τόν Θεό ὅλοι μαζί μέ τό στόμα μας.

          Βέβαια, μερικές φορές τό στόμα εἶναι κλειστό. Ἀλλά φωνάζει. Γιατί φωνάζει ἀπό μέσα, ἡ καρδιά.

          Ὅταν λοιπόν βρισκόμαστε στήν Ἐκκλησία, πρέπει νά φροντίζομε ἡ καρδιά νά φωνάζει. Γιατί ἄν δέν φωνάζει ἡ καρδιά, τί νά τό κάνω νά «λέει» τό στόμα; Τύμπανο εἶναι; Ἤ ντενεκές πού τόν χτυπᾶς;

          Ἡ προσευχή πρέπει νά βγαίνει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς.

          Ὅταν κάποια φορά, ἡ ἁγία Ἄννα, ἡ μητέρα τοῦ προφήτη Σαμουήλ, εἶχε πάει καί προσευχόταν στό Ναό, εἶχε τό στόμα της κλειστό. Δέν ἔλεγε τίποτε, δέν ἀκουγόταν τίποτε.

          Μά ὁ Θεός φώναζε ἀπό τόν οὐρανό:

          «Τί βοᾶς»; Γιατί φωνάζεις, γιατί μέ ξεκουφαίνεις;

          «Κίχ», δέν ἔβγαινε ἀπό τό στόμα της. Τά χείλη τά εἶχε σφραγισμένα καί ὁ Θεός ἄκουγε. «Γιατί βοᾶς»; Γιατί φωνάζεις;

         

          Ἄς μάθομε νά δοξάζομε τόν Θεό σάν τόν μεγάλο πατέρα μας τόν ἅγιο Ἀθανάσιο. Ὁλόρθοι στόν ἀγώνα γιά τήν πίστη:

          • Ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑπεράνω ὅλων.

          • Ὅτι ἡ ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεως,  εἶναι ἡ μοναδική.

          • Καί ὅτι τό θέλημά τοῦ Θεοῦ εἶναι τό ἱερότερο ἀπό ὅλα. Ὁλόρθοι γιά τήν πίστη. Γονατιστοί μπροστά στό Θεό.

          Ὄχι τά ἀνάποδα πού εἴπαμε... Δηλαδή ὁλόρθοι μπροστά στούς ἀνθρώπους γιά νταηλίκια καί γονατιστοί στήν ἁμαρτία γιά ρεζιλίκια ἐνώπιον ἀγγέλων καί ἀνθρώπων.

          Ὁ Θεός νά μᾶς καθοδηγεῖ πάντοτε σέ μεγαλύτερο ψυχικό ἡρωισμό.

          Νά γεμίσει ἡ καρδιά μας ἀπό τήν χάρη του καί τό ἔλεός του.

          Ἀπό τόν φωτισμό του, ἀπό τήν εἰρήνη του. Ἀπό τήν χαρά πού ἦλθε νά φέρει στόν κόσμο καί ἀπό τήν εὐτυχία, πού ὅλοι ἀναζητοῦμε πάνω στή γῆ. Ἀμήν.-