(Μᾶρκ. 10, 32-45)

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στόν Ὠρωπό στίς 17/4/2005

Ὑπόσχεση σωτηρίας καί ζωῆς

          Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, μπαίνομε στή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Γι' αὐτό ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, τόν Χριστό  νά προετοιμάζει τούς ἀποστόλους του γιά ἐκεῖνα πού ἐπρόκειτο νά συμβοῦν. Τούς ἔλεγε:

          «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καί παραδοθήσεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου καθώς γέγραπται. Ἀλλά μή φοβεῖσθε. Δέν ἀναβαίνομε μόνο γιά πάθη, γιά λύπες, γιά στενοχώριες. Αὐτά τά πάθη εἶναι ἀρχή χαρᾶς, ἀρχή σωτηρίας, ἀρχή εὐτυχίας. Ἀναβαίνω πρός τόν Πατέρα μου καί Πατέρα ὑμῶν καί Θεόν μου καί Θεόν ὑμῶν».

          Ὁ Πατέρας δέν εἶναι ποτέ λύπη καί κίνδυνος. Καί ὁ Θεός δέν εἶναι ποτέ ἀπειλή. Ἀλλά εἶναι πάντοτε ὑπόσχεση γιά σωτηρία, γιά συγχώρηση, γιά ἀγάπη καί γιά ζωή αἰώνια. Ἀρκεῖ βέβαια καί ἐμεῖς νά θέλομε νά μπαίνομε σέ κάποια πνευματική σειρά.

Πᾶμε ν’ ἀνάψουμε τό κεράκι μας

          Ἕνα τέτοιο παράδειγμα μᾶς δίνει ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία πού ἑορτάζομε σήμερα. Αὐτή, στή νεανική της ἡλικία τῶν 16-18 ἐτῶν, ξέφυγε. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, πῆρε στραβό δρόμο. Καί ἔπεσε μέ τά μοῦτρα στή διαφθορά. Ὅσο περισσότερο τόσο καλύτερα. Ἔτσι νόμιζε.

          Ὅπου ἄκουγε ντόρο, ἔτρεχε. Ὅπως κάνουν καί σήμερα πολλοί χριστιανοί, ὅταν εἶναι πανυγήρι. «Πᾶμε καί ἐμεῖς. Θ’ ἀνάψουμε τό κεράκι μας, θά φιλήσουμε τήν εἰκόνα,  θά πιοῦμε καί τό κρασάκι μας, θά δοῦμε κόσμο. Λοιπόν πᾶμε».

          Ἔτσι ξεκίνησε ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία νά πάει στήν Ἱερουσαλήμ. Ποιός δέν θά ἤθελε, νά ἀποτελοῦσε μέλος ἑνός γκρούπ, νά πάει στήν Ἱερουσαλήμ, νά προσκυνήσει τόν τάφο τοῦ Χριστοῦ; Τό μέρος πού σταυρώθηκε ὁ Χριστός; Ἕνα κομμάτι ἀπό τόν Σταυρό του πού σώζεται ἐκεῖ; Ποιός δέν θά ἤθελε;

          Ἀλλά ἐνῶ πήγαινε μαζί μέ ὅλους -ὁ Θεός ξέρει ποιοί πήγαιναν ἀξίως, ποιοί πήγαιναν μέ συναίσθηση νά προσκυνήσουν- αἰσθάνθηκε κάτι νά τήν δαγκώνει στήν καρδιά καί νά τῆς λέει: «Ποῦ πᾶς ἐσύ;» Καί αἰσθάνθηκε σάν ἕνα χέρι νά τήν τραβάει πρός τά πίσω. «Ποῦ πᾶς ἐσύ; Τί δουλειά ἔχεις ἐσύ μέ τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού τόν πάτησες καί τόν πατᾶς μέ τά ἔργα σου καί μέ τά μυαλά σου καί μέ τά συναισθήματά σου; Ποῦ πᾶς;»

          Καί αἰσθάνθηκε τόν ἑαυτό της νά κοκαλώνει καί νά ἀπολιθώνεται στόν τόπο ἐκεῖνο. Νά μήν μπορεῖ νά προχωρήσει.

          Λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες: «Ὁ Θεός ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ἔχει τρόπους καί μιλάει στόν ἄνθρωπο μέσα στήν καρδιά του. Μερικές φορές βάζει μία σειρήνα, πού ξεκουφαίνει. Μερικές φορές, μιλάει πολύ σιγά. Ἀλλά τό ἀκοῦμε, τό αἰσθανόμαστε, τό καταλαβαίνομε. Ποῦ πᾶς; Τί πᾶς νά κάνεις; Εἶσαι ἐντάξει;»

          Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία κατάλαβε τί μιλοῦσε μέσα της καί τί τῆς ἔλεγε. Καί γύρισε τρομαγμένη πίσω. Γυρίζοντας πρός τά πίσω, εἶδε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἔπεσε γονατιστή καί εἶπε: «Ἁγία Μαρία, Μαρία σύ, Μαρία καί ἐγώ. Στόν οὐρανό ἐσύ, στήν κόλαση ἐγώ. Ἁγνή Παρθένος ἐσύ, δυσωδία ἐγώ. Ἀξίωσέ με νά φιλήσω καί ἐγώ τόν Σταυρό τοῦ Υἱοῦ σου καί σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι ἀπό αὐτή τήν στιγμή, τελεία καί παύλα. Ἀλλάζω».

          Ψάλλομε στό τροπάριο: «Εἰκόνι γάρ προσβλέψασα τῆς εὐλογημένης Θεόπαιδος, πάντων καταγνοῦσα πταισμάτων τῶν πρίν».

          Ὅλα ὅσα ἔκανε προηγουμένως τά καταδίκασε καί εἶπε:        «Δέν ἦταν χαρά. Δέν ἦταν κέρδος γιά τή ζωή. Ἦταν ζημία καί καταστροφή. Ἀπώλεια». «Πάντων καταγνοῦσα». Τά κατέκρινε ὅλα, τά ἀποδοκίμασε. Τά εἶπε ὅτι εἶναι λάθη.

Ἐσωτερική ἡ διόρθωση

          Μπορεῖ μία πράξη νά σέ στέλνει στήν κόλαση, στό πῦρ τό αἰώνιο καί νά εἶναι κέρδος καί ὠφέλεια;

          Ἐπειδή ἔφαγες κάτι Παρασκευή καί γέμισε ἡ κοιλιά σου, γιά μιά ὥρα, εἶναι κέρδος καί ὠφέλεια;

          Ἐπειδή εὐχαριστήθηκες κάποια ἄλλη στιγμή, εἶναι κέρδος καί ὠφέλεια;

          Ἐπειδή ἔβαλες στήν τσέπη σου μερικά χρήματα, ἔστω καί ἑκατομμύρια πού νόμιζες πῶς σοῦ χρειάζονται πολύ... ὅταν αὐτά σέ στέλνουν στήν αἰώνια ἀπώλεια, εἶναι κέρδος καί ὠφέλεια; Ἤ καταστροφή;

          Αὐτά, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, τότε τά σκέφθηκε. Τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, τό τσίμπημα τοῦ Θεοῦ μέσα στήν καρδιά καί στή συνείδηση, τό κατάλαβε πώς εἶναι εὐεργεσία. Καί ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο καί ἔγινε μοναχή. Ἀσκήτρια. Γιά νά σώσει τήν ψυχή της. Γιά νά ἀξιωθεῖ νά πάει στήν αἰώνια ζωή. Στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.

          Ὁ Θεός μᾶς τσιμπάει καί μᾶς. Πόσες φορές;

          Ἄραγε ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν τά ἔχει αἰσθανθεῖ καί μιά καί δυό καί πέντα καί πολλές φορές, στή ζωή του τά τσιμπηματάκια τοῦ Θεοῦ; Χτύπημα ξυπνητηριοῦ εἶναι. Γιά νά ξυπνήσομε, νά συναισθανθοῦμε, νά ἀλλάξομε πορεία. Ἄν δέν τά ἀκοῦμε ποιός φταίει; Ὁ Θεός φταίει ἤ ἐμεῖς; Ποιός σέ πάει στήν ἀπώλεια; Ὁ Θεός σέ καταδικάζει ἤ σύ μόνος σου αὐτοκαταδικάζεσαι;

          Ἡ ἁγία Μαρία καταλαβαίνοντας ὅτι ἦταν κακό, ὅτι ἦταν λάθος της νά ζεῖ ὅπως ζοῦσε, πῆγε στήν ἔρημο καί πέρασε πολύ αὐστηρά. Μέ προσευχή, μέ νηστεία, μέ ἀγρυπνία. Ἀγωνιζόμενη ὅσο μποροῦσε πιό καλά. Καί ἔγινε ἄγγελος. Διά τῆς μετανοίας.

          Δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά κάνομε τά ἴδια, σέ ἐξωτερικά ἔργα, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητο νά διορθώσουμε τά μυαλά μας, γιά νά πηγαίνομε πρός τόν Χριστό.

          Πού λέει: «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καί παραδοθήσεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου». Γιά μᾶς, γιά τή σωτηρία μας. Γιά νά μᾶς πλύνει μέ τό αἷμα του καί μέ τό ἅγιο Βάπτισμα.    Γιά μᾶς πηγαίνει ὁ Χριστός στά Ἱεροσόλυμα, στό μαρτύριο. Ἀλλά συμπληρώνει στή συνέχεια: «ἀναβαίνω πρός τόν Πατέρα μου, καί Πατέρα ὑμῶν καί Θεόν μου καί Θεόν ὑμῶν».

          Μιλᾶ σάν νά εἶναι ἴσα μέ μᾶς. «Πατέρα μου καί Πατέρα ὑμῶν. Θεόν μου καί Θεόν σας». Ὅπως εἶναι γιά μένα, μόνο ἀγάπη καί στοργή, ἔτσι ὁ ἐπουράνιος Πατέρας εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί στοργή καί γιά σᾶς. Καί ὅπως εἶναι Θεός δικός μου, καί ἐγώ σάν Υἱός του, κάθομαι στό θρόνο του, καί ἔχω τό ὄνομά του, ἔτσι καί ἐσᾶς θά σᾶς κάνει ὅλους παιδιά του...

          Ὅταν βέβαια τόν ἀκολουθοῦμε.

          Θέλει συζήτηση, τί εὐεργεσία εἶναι ἡ προσφορά τοῦ ἐπουράνιου Θεοῦ καί τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ;

          Ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει τήν μνήμη τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας γιά νά μᾶς πεῖ: «Ὅταν αἰσθάνεσθε τό δαγκωματάκι τῆς συνείδησης σας, πᾶρτε το στά σοβαρά. Ἀκοῦστε το, ὅταν σᾶς λέει: Τί κάνεις; Ποῦ πᾶς τώρα; Μπορεῖς νά πᾶς νά κοινωνήσεις; Εἶσαι προετοιμασμένος; Μπορεῖς νά φιλήσεις τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας; Εἶσαι ἐντάξει; Ἄλλαξε μυαλά. Διορθώσου».

          Ἀπό τήν στιγμή πού διορθώνεται ὁ ἄνθρωπος καί ἀλλάζει μυαλά διά τῆς μετανοίας, μπῆκε στό σωστό δρόμο. Ἀλλάζω μυαλά... Αὐτό εἶναι ἡ μετάνοια. Ὅταν λέω: «συγχώρεσέ με, Θεέ μου». Καί ὅταν μετά πάω στόν πνευματικό καί τοῦ πῶ: «Παππούλη ἄκουσε τά ἁμαρτήματά μου. Παρακάλεσε τόν Θεό νά μέ συγχωρήσει καί ἐμένα». Ἄν τό κάνεις περπατᾶς πνευματικά σάν τήν ἁγία Μαρία τήν Αἰγυπτία. Βαδίζεις σταθερά πρός τήν αἰώνια ζωή. Ἀπό κεῖ καί πέρα, ὅτι καλό κάνεις, εἶναι πλοῦτος καί δόξα. Δόξα αἰώνια.

          Τί ἔκανε τήν ἁγία Μαρία τήν Αἰγυπτία ἄγγελο;

          Ἡ νηστεία της. Ἡ προσευχή της. Ἡ σταθερότητά της πού εἶπε: «Αὐτό τόν δρόμο δέν κάνει νά τόν χάσω. Γιατί ἀλλοίμονό μου». Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο νά κερδίσει τόν κόσμο ὅλο, ἄν ζημιωθεῖ τήν ψυχή του, καί φύγει ἀπό τόν Θεό;

Κοπιάζετε καί ἀγαπᾶτε

          Ὅταν οἱ δύο ἀπόστολοι, Ἰάκωβος καί Ἰωάννης, ἄκουσαν τόν Χριστό νά μιλάει γιά τήν Βασιλεία του, τοῦ εἶπαν:

          -Χριστέ μου, ἐμεῖς εἴμαστε δικοί σου ἄνθρωποι. Σέ ἀκολουθήσαμε. Τί καλό θά μᾶς δώσεις στή Βασιλεία σου;

          -Τί θέλετε; Τούς λέει ὁ Χριστός;

          -Νά μᾶς βάλεις τόν ἕνα στά δεξιά καί τόν ἄλλο στά ἀριστερά σου. Δηλαδή νά εἴμαστε οἱ πρῶτοι στή Βασιλεία σου.

          Ὁ Χριστός τούς εἶπε κάτι παράξενα λόγια.

          -Ξέρετε; Ἐγώ, πάω νά πιῶ τώρα ἕνα ποτήρι. Καί νά βαπτισθῶ ἕνα βάπτισμα αἵματος. Σταυρό καί θάνατο. Μπορεῖτε νά τό πιεῖτε σεῖς αὐτό τό ποτήριο;

          Τοῦ ἀπαντᾶνε καί οἱ δυό. Ἥρωες πνευματικῆς ζωῆς, ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἰάκωβος.

          -Δυνάμεθα. Καί τό θέλομε νά ὑποφέρομε τά πάντα γιά σένα. Τό θέλομε καί θά τό κάνομε στή ζωή μας.

          Τόν ἀγαποῦσαν τόν Χριστό μέ ὅλη τους τήν καρδιά. Τούς ἀπαντᾶ ὁ Χριστός:

          -Τό ποτήριό μου, θά τό πιεῖτε. Καί τό βάπτισμα θά τό βαπτισθεῖτε. Δόξα, ἀμοιβή. Ἀμοιβή εἶναι γιά σᾶς τό ὅτι θά πιεῖτε τό ποτήριο τό δικό μου. Καί θά βαπτισθεῖτε τό βάπτισμα τό δικό μου καί θά ὑποστεῖτε καί σεῖς ἕνα Γολγοθᾶ. Δέν εἶναι τιμωρία. Δόξα εἶναι. Ἀλλά νά καθήσετε δεξιά καί ἀριστερά μου, δέν μπορεῖτε νά τό ἀπαιτήσετε. Ἐγώ δέν ἦλθα γιά νά ἀποκτήσω ἀξιώματα, οὔτε νά μοιράσω ἀξιώματα. Ἦλθα νά γίνω ὑπηρέτης καί δοῦλος τοῦ κόσμου.

          Καί σ’ ὅλη του τή ζωή τήν ἐπίγεια, ἦταν δοῦλος μας.    Ἔτρεχε παντοῦ γιά μᾶς. Μᾶς εὐεργετοῦσε. Ἔπλυνε τά πόδια τῶν μαθητῶν του. Ὑπέμεινε τά πάθη τά ὁποῖα θά τά παρακολουθήσομε τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅλα. Γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους καί γιά τή σωτηρία μας.

          Εἶπε ὁ Χριστός στούς μαθητές του:

          -Ἅμα θέλετε νά γίνετε μεγάλοι στή Βασιλεία μου, νά κοπιάζετε καί νά ἀγαπᾶτε πολύ. Νά μήν θέλετε νά εἶσθε ἀφεντικά τῶν ἀνθρώπων. Νά μήν ἔχετε τήν διάθεση νά καταφρονεῖτε κανένα. Ἀλλά νά συμπεριφέρεστε σέ ὅλους μέ καλωσύνη. Μέ ἀγάπη. Μέ συμπόνια. Νά εἴσαστε ὑπηρέτες τῶν ἀνθρώπων καί δοῦλοι τους. Ἔτσι νά αἰσθάνεσθε. Ἔτσι νά ἐνεργεῖτε.

          Δύσκολα φαίνοται αὐτά τά πράγματα. Λιγάκι βαρειά. Ἀλλά ὅταν τά ζεῖ κανείς, βλέπει ὅτι δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη γλύκα ἀπό τό νά ἔχει κανείς ἀγάπη, καλωσύνη, εἰρήνη, χαρά καί ταπείνωση. Τό γλυκύτερο πράγμα στόν κόσμο λέει ὁ Χριστός, δέν εἶναι νά παίρνεις, ἀλλά νά δίνεις. Τό γλυκύτερο πράγμα στόν κόσμο, δέν εἶναι νά ἀποκτᾶς τήν σκληρότητα τοῦ ἐγωισμοῦ, ἀλλά νά ἔχεις καλωσύνη καί ἀγάπη καί ταπείνωση.

Ἀλάνθαστη πυξίδα

          Χριστιανοί εἴμαστε. Τοῦ Χριστοῦ τόν λόγο, πρέπει νά τόν ἀγαπᾶμε. Νά τόν τηροῦμε. Μέ αὐτόν νά ζυγίζομε τά φρονήματά μας καί τίς ἀποφάσεις μας Αὐτή εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτή εἶναι ἡ σωτηρία.

          Ποιό πρέπει νά εἶναι τό ὁδηγητικό στή ζωή μας;

          Τί θέλεις νά σοῦ κάνουν; Κάνε το καί σύ.

          Ἔτσι νά ἐνεργεῖς.

          Τί θέλεις;

          Νά σέ σέβονται. Νά σέ τιμοῦν. Νά λένε καλά λόγια γιά σένα. Νά σέ βοηθᾶνε. Κάνε τό ἴδιο. Ἄν κάνεις τό ἴδιο, τί γεμίζεις; Εἰρήνη. Καί ἔχεις ἑνότητα μέ ὅλο τόν κόσμο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἑνότητα καί σέ ἀγάπη μέ τόν κόσμο καί μέ τόν ἐπουράνιο Θεό, γεμίζει ἡ ψυχή του χαρά. Οὐράνια χαρά καί εὐχαρίστηση.

          «Ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα». Τήν ἡμέρα πού θά φτάσομε νά κρατᾶμε τήν λαμπάδα μέ τό φῶς τῆς ἀναστάσεως, πρέπει νά δοξάζομε τόν Χριστό καί νά λέμε:

          «Δόξα σοι Χριστέ μου, πού μέ τό φῶς τό δικό σου, φωτίζεις τήν καρδιά καί τόν νοῦ μου. Καί μέ κάνεις νά πιστεύω στήν αἰώνια ζωή,  στήν ἀνάσταση καί νά περιμένω καί ἐγώ τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν». Ἀμήν.-