(Ἰωάν. 2, 12-22)

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Ὁμιλία στήν Μαργαρώνα στίς 6/5/2005

Τί σημαίνει λατρεύω τόν Χριστό;

Ἤλθαμε στήν ἁγία Ἐκκλησία γιά νά λατρεύσομε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀκούσαμε στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ὅτι οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Ἰωάννης, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς «ἡ λεγομένη ἐνάτη», γιά τόν Ἑσπερινό δηλαδή, ὁδήγησαν τά βήματά τους στό ναό τῆς Ἱερουσαλήμ.
Ἐκεῖ συνάντησαν ἔξω ἀπό τό ναό, τόν παράλυτο τόν ὁποῖο ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος τόν θεράπευσε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τό μεγάλο ἐκεῖνο θαῦμα μᾶς δείχνει πόσο μεγάλο εἶναι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας καί πόσο εἶναι ἀπαραίτητο νά ἔχομε τό νοῦ μας νά τόν λατρεύομε.
Τί σημαίνει λατρεύω τόν Χριστό;
Δέν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι πηγαίνω στήν Ἐκκλησία. Γιατί μπορεῖς νά πᾶς καί νά ἀπουσιάζεις. Καί δέν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ὅταν εἶμαι στό σπίτι μου ἤ στό δρόμο κάνω μερικές ὄμορφες σκέψεις.
Λατρεύω τόν Θεό καί τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, σημαίνει ἐπιθυμῶ νά εἶμαι ἑνωμένος μαζί του. Νά τόν ἀναγνωρίζω Κύριο καί σωτήρα. Νά τόν εὐχαριστῶ, νά τόν εὐγνωμονῶ. Καί νά εἶμαι διατεθειμένος κάθε τόσο, κάθε στιγμή, κάθε ὥρα, κάθε ἡμέρα, κάτι νά τοῦ προσφέρω ἀπό τόν ἑαυτό μου.
Ὑπάρχει μία θυσία, πού λέγεται «καρπός χειλέων».
Λέω δηλαδή μία προσευχή. «Ἐλέησέ με, Θεέ μου».
Ὑπάρχει ἄλλη θυσία πού λέγεται «αἶνος καί ὕμνος» στό Θεό. Πού σημαίνει: Τόν τραγουδάω. Ψέλνω τροπάρια. Ὅποιος ἀγαπάει κάτι, τό τραγουδάει. Δέν εἶναι δυνατόν ἕνας νά ἀγαπάει τόν Χριστό καί νά μήν τόν τραγουδάει. Γιατί ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται μέ πολλούς τρόπους.
Ἀκόμα θέλω κάτι νά τοῦ προσφέρω. Ἀπό τίς μικρότερες θυσίες, μέχρι τίς μεγαλύτερες. Οἱ μικρότερες θυσίες, εἶναι ἐκεῖνες πού βγαίνουν ἀπό τήν τσέπη. Οἱ μεγάλες εἶναι ἐκεῖνες πού βγαίνουν ἀπό τήν καρδιά. Καί ἀπό τήν καρδιά βγαίνει ἡ προθυμία νά κάνω κάτι.
Ἡ προθυμία νά πηγαίνω στήν Ἐκκλησία.
Ἡ προθυμία νά προσκυνάω τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία καί στό σπίτι μου, κάνοντας μετάνοιες.
Ἡ προθυμία μου νά νηστεύω γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ προθυμία μου νά προσφέρω γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, στούς φτωχούς.
Καί ἀκόμη νά προσφέρω γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ κάτι μικροπραγματάκια μέν πού ἔχουν ὅμως τεράστια σημασία.
Ἕνα κομμάτι ψωμί, ἕνα ψωμάκι πού τό ἔφτειαξα ἐγώ, πρόσφορο, γιά νά γίνει ἡ Θεία Λειτουργία. Καί λίγο κρασάκι πού τό ἀγόρασα καί τό πηγαίνω στήν Ἐκκλησία ἐπίτηδες, γιά νά γίνει ἡ Θεία Λειτουργία. Καί λίγο λάδι πού τό πηγαίνω γιά νά ἀνάψουν τά καντήλια, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων.
Αὐτές οἱ θυσίες εἶναι βέβαια μικρές. Ἤ καλύτερα, φαίνονται μικρές, ἀλλά εἶναι πολύ μεγάλες. Ἀκόμη πιό μεγάλες εἶναι κάτι ἄλλες θυσίες πού τίς κάνω εἰς δόξαν Χριστοῦ.
Ποιές εἶναι αὐτές;

Οἱ μεγαλύτερες θυσίες

Ἀπέχω ἀπό ὁρισμένες πράξεις πού τίς θεωρεῖ ὁ Χριστός ἄσχημες καί κακές. Ἔστω καί ἄν ἐγώ μέ τό μυαλουδάκι μου καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω μου δέν τό καταλαβαίνουν καί λένε: «Μπᾶ, γιατί νά εἶναι ἁμαρτία τέτοιο πράγμα; Ἀφοῦ καί τό κορίτσι τό θέλει καί τό ἀγόρι. Καί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα. Γιατί εἶναι ἁμαρτία νά τό κάνουν;»
Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο· δέν τό θέλει ὁ Χριστός.
Καί τό μυαλό τό δικό μας, εἶναι φτωχό μπροστά στό μυαλό καί στό βούλημα καί στή θέληση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἔστω λοιπόν καί ἐάν τό εὑρίσκω ἐγώ μέ τό δικό μου μυαλό, τετραγωνικά σωστό, ἁπλό, ἀθῶο, ἀναμάρτητο, ἁπλό γοῦστο... λέω: «Χάριν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἦλθε γιά μᾶς στόν κόσμο, ἐγώ δέν τό κάνω ποτέ».
Ὁ ἄνθρωπος, πού σκέπτεται ἔτσι, αὐτός εἶναι πού κάνει θυσία μεγάλη.
Λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος:
«Ὁ καλύτερος δρόμος γιά νά πάει κανείς κοντά στόν Χριστό εἶναι νά τηρεῖ τό θέλημά του. Καί ὅποιος δέν κρατᾶ χάριν τοῦ Χριστοῦ νηστεία καί ἐγκράτεια, ποτέ δέν θά καταλάβει γιατί πρέπει νά ἀγωνίζεται καί γιατί πρέπει καί ἄν πρέπει νά ἔχει ἐπικοινωνία καί ἄν μπορεῖ νά ἔχει ἐπικοινωνία σωστή μέ τόν Κύριο καί σωτήρα μας Ἰησοῦν Χριστό».
Τά λόγια τῶν ἁγίων εἶναι λόγια πείρας καί μελέτης βαθειᾶς.
«Ἐάν ὁ ἄνθρωπος», λέει ἕνας ἄλλος μεγάλος ἅγιος, «δέν φροντίσει νά ἀποκτήσει καθαρή συνείδηση, κάθε μέρα θά αἰσθάνεται τόν ἑαυτό του λίγο καί πιό μακρυά ἀπό τόν Χριστό». «Ἄν ὅμως φροντίσει νά ἔχει καθαρή συνείδηση», λέει ἕνας ἄλλος ἅγιος, «αἰσθάνεται σάν τό μικρό παιδάκι πού ὅσο πιό πολύ βλέπει τήν μάνα του, τόσο πιό πολύ θέλει νά βρίσκεται στήν ἀγκαλιά της. Τόσο πού ἡ μητέρα του, μέσα στίς ἀπασχολήσεις πού ἔχει, τό βαρυέται πιά καί τό διώχνει. Καί κεῖνο δέν μπορεῖ νά καταλάβει γιατί ἡ μητέρα του τό διώχνει. Γιατί θέλει, εἰ δυνατόν, νά εἶναι μόνιμα μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος φροντίζει νά ἔχει καθαρή συνείδηση. Θέλει νά βρίσκεται ὅσο μπορεῖ περισσότερο κοντά στό Θεό».
Αὐτή ἡ καθαρή συνείδηση, ἐπιδιώκεται νά ἀποκτηθεῖ μέ τήν λατρεία, πού εἶναι πορεία ἐπικοινωνίας μέ τόν Χριστό. Ἡ λατρεία στήν Ἐκκλησία καί στό σπίτι μας. Κυρίως ὅμως στήν Ἐκκλησία.

Ναός ἤ λαϊκή;

Ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, ὅτι πῆγε ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία, στό Ναό τοῦ Σολομῶντος, γιά νά προσευχηθεῖ. Καί ἐκεῖ, ἀντί νά βρεῖ τήν γαλήνη πού ἀπαιτεῖται γιά νά γίνει προσευχή καί λατρεία, βρῆκε μία μεγάλη ἀκαταστασία.
Ὁ ἱερός τόπος ἦταν γεμάτος βόδια, πρόβατα, περιστέρια, μικροπωλητές, μεγαλοέμπορους, ἀκόμα καί τραπεζίτες πού εἶχαν ἕνα σωρό συναλλαγές.
Ἅμα ἤθελε κανείς νά τά ἀναλύσει θά ἔλεγε:
«Γιά τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ κόσμου πού πάει στήν Ἐκκλησία γίνονταν ὅλα».
Ἄν δέν εἶχε φέρει ἀρνί, νά τό ἀγοράσει τότε νά τό κάνει θυσία.
Ἅμα ἤθελε νά κάνει βόδι θυσία καί κεῖνο νά τό βρεῖ ἕτοιμο.
Βέβαια τό πλήρωνε κάτι παραπάνω, ἀλλά τί σημασία εἶχε. Ἐξυπηρετιοῦνταν οἱ ἄνθρωποι. Νά γιατί εἶχε στηθεῖ ὅλο ἐκεῖνο τό παζάρι.
Καί κεῖνοι πού εἶχαν τά χρηματιστήρια, τί χρειάζονταν;
Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν μία τάξη πού προέβλεπε: «Ἄν τό νόμισμα εἶχε ἐπάνω μορφές, ὄχι Ὀρθοδόξων, πού θά λέγαμε σήμερα, ὄχι ἁγίων, ἀλλά τά πρόσωπα, τοῦ αὐτοκράτορος ἤ τοῦ ἐπάρχου, δέν ἔκανε νά μπεῖ στό παγκάρι».
Γι' αὐτό πήγαιναν καί ἔπαιρναν «ἅγια νομίσματα» ἀπό ἐκείνους πού εἶχαν τίς «τράπεζες» στημένες ἐκεῖ. Ἀλλά ἔτσι γινόταν ἕνα τρομερό ἀλισβερίσι, πού ἀπό ὅταν ἔμπαινε ὁ ἄνθρωπος στό χῶρο τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι πού ἔφευγε, βρισκόταν μέσα σέ μία φοβερή βαβούρα.
Σ' αὐτό τόν χῶρο πῆγε ὁ Χριστός, ἔφτειαξε φραγγέλιο-μαστίγιο ἀπό σχοινιά καί ἄρχισε νά κυνηγάει βόδια καί πρόβατα. Τά ἔκανε καί ἔφυγαν ὅλα μακρυά. Στράφηκε μετά σέ κείνους πού εἶχαν τά τραπεζάκια μέ τά χρήματα. Τούς ἔδωσε μιά καί τά ἀναποδογύρισε.
Πουλοῦσαν ἀκόμη καί περιστέρια, γιά τά φτωχαδάκια. Ἐκεῖνοι πού δέν μποροῦσαν νά κάνουν μεγάλη θυσία, ἀγόραζαν ἕνα περιστεράκι καί ἔκαναν θυσία. Θά λέγαμε σήμερα, ἕνα μπουκαλάκι λάδι, ἕνα τέταρτο τοῦ κιλοῦ. Ἤ ἕνα μπουκαλάκι μέ νάμα, ἐκεῖνο πού ἔχει μέσα 80 μέ 100 γραμμάρια. Τόσο ἄξιζε τό περιστεράκι.
Χριστός ἀπευθύνθηκε καί σ' αὐτούς πού πουλοῦσαν τά περιστέρια: «Πᾶρτε τα, γιά νά μή φύγουν γιά πάντα. Σηκῶστε τα καί νά φύγετε».

Ὁ οἶκος μου, εἶναι τόπος προσευχῆς

Γιατί τό ἔκανε αὐτό ὁ Χριστός; Καί μάλιστα γιατί εἶπε μερικά λόγια φοβερά; Λόγια τά ὁποῖα εἶναι χρέος ὅλων μας νά τά προσέξομε, ἄν θέλομε ἡ λατρεία μας, νά εἶναι λατρεία πού ἀνυψώνει. Πού μᾶς ἀνεβάζει στό Θεό. Πού ἐπιτυγχάνει τόν σκοπό της. Καί ὄχι λατρεία πού θά μᾶς κάνει φεύγοντας ἀπό τήν Ἐκκλησία νά κουνᾶμε τό κεφάλι μας καί νά λέμε: «Μά πῆρα τίποτε; Γιατί πῆγα; Ἴσα γιά νά σταθῶ δυό ὧρες ὄρθια ἤ ὄρθιος; Τί πέτυχα; Τί κέρδισα;»
Εἶπε ὁ Χριστός: «Ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν».
Πᾶρτε τά ἀπό δῶ. Νά χαθεῖτε καί σεῖς καί αὐτά ἀπό τόν χῶρο τοῦ Ναοῦ. Ὁ οἶκος μου, λέγει ὁ Θεός, οἶκος προσευχῆς ἐστί. Εἶναι τόπος προσευχῆς. Ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό. Μή τόν μεταβάλετε σέ σπήλαιο ληστῶν. Καί σέ οἶκον ἐμπορίου.
Τί σημαίνει αὐτό γιά μᾶς;
Σημαίνει ὅτι παπάδες, ἐπίτροποι καί κάθε ἄνθρωπος, πού ἔρχεται στήν Ἐκκλησία, νά ἔχει τό νοῦ του, νά μήν εἶναι τό «ἀλισβερίσι» κανενός εἴδους προτεραιότητα. Νά μήν τόν ἀπασχολεῖ. Νά εἶναι τό τελευταῖο. Ἄν ὁ πιστός πάρει τό κεράκι του, τό τί θά ρίξει, νά εἶναι τό τελευταῖο.
Ὁ ἐπίτροπος νά μήν ἐνδιαφέρεται γιά τά ἔσοδα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὁ παπᾶς νά μήν ἔχει σέ προτεραιότητα τά δικά του ἔσοδα. Ἀλλά νά ἔχομε ὅλοι μας στόχο, ἐπιδίωξη, πόθο τῆς καρδιᾶς μας, τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Τήν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους του. Τήν ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου τῆς λατρείας καί τῆς προσευχῆς.
Ἅμα τά κάνομε λιγάκι διαφορετικά καί μάλιστα ἀφηνόμαστε ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα νά παρασυρόμαστε περισσότερο, τότε καταντᾶμε καί ἐμεῖς ὅπως τότε. Πού δυό χιλιάδες χρόνια πρίν μπῆκε στό Ναό ὁ Χριστός καί μάλιστα λέει τό Εὐαγγέλιο ὀργίσθηκε. Ὀργίσθηκε ὁ Χριστός. Θύμωσε, ἀγρίεψε ὅταν εἶδε αὐτή τήν κατάσταση.
Γιατί θύμωσε;
Γιατί δέν εἶναι δυνατόν νά μᾶς βλέπει νά φεύγομε ἀπό κοντά του. Νά κυλᾶμε ὅπως κυλάει ἡ μπάλα μέ τό χιόνι στόν κατήφορο καί αὐξάνει συνεχῶς, καί πηγαίνει ὅλο καί πιό μακρυά. Εἶναι ἀνατροπή τοῦ ἔργου του αὐτή ἡ κατάσταση. Ἐκεῖνος ἦλθε γιά νά μᾶς σώσει, ταπεινώθηκε, σταυρώθηκε καί ἀπέθανε.
Κληρικοί καί λαϊκοί εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιά τήν λατρεία στήν ἐνορία μας. Πρέπει νά εἴμαστε ὑπεύθυνοι. Πρῶτα οἱ ἱερεῖς. Μετά οἱ ἐπίτροποι. Καί μετά ὅλος ὁ κόσμος πρέπει νά θέλει αὐτή τήν ὑπευθυνότητα καί νά τήν διατηρεῖ. Νά ἔχομε τόν οἶκον τοῦ Κυρίου, οἶκον προσευχῆς. Οἶκον λατρείας, ἀλλά ὄχι· ποτέ· μέ κανένα τρόπο οἶκον ἐμπορίου ἤ Θεός φυλάξοι, σπήλαιον ληστῶν.

Τό τριπλό σχοινί

Πῶς θά τά ἐπιτύχομε αὐτά τά πράγματα;
Ἕνας ἀείμνηστος δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ἱερέας, πού εἶχε πολύ ἀσχοληθεῖ μέ τήν Ἁγία Γραφή λέει τά ἑξῆς λόγια: «Ὅπως ὁ Χριστός ἕνωσε τρία σχοινιά γιά νά ἐπιβάλει τήν τάξη τότε, ἔτσι καί ἐμεῖς χρειαζόμαστε τρία σχοινιά».
Ποιά εἶναι αὐτά τά τρία σχοινιά;
Ἕνα εἶναι ἡ προσευχή, τό δεύτερο εἶναι ἡ συμβουλή καί τό τρίτο εἶναι ἡ προσοχή.
• Προσευχή χρειάζεται ὅταν ἕνας ἄνθρωπος διαπιστώσει, δεῖ, ὅτι ὁ παπᾶς δέν πάει καλά. Ἐπειδή δέν εἶναι σωστό, ἔτσι εὔκολα νά πηγαίνει ὁ καθένας νά κάνει ὑποδείξεις καί νά δίνει συμβουλές στόν πνευματικό του Πατέρα.
Ἅμα λοιπόν τόν ἀγαπάει νά κάνει προσευχή. Ἡ προσευχή εἶναι ἡ μεγαλύτερη δύναμη. Ἡ προσευχή χωρίς νά τό καταλαβαίνει κανείς καρποφορεῖ καί φέρνει ἀποτέλεσμα. Χωρίς νά φαίνεται. Γιατί τό μεγαλύτερο ὅπλο μας, εἶπε ὁ ἀπόστολος Πέτρος, εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. «Βάλε Χριστέ μου τό χέρι σου. Μήν τόν ἀφήνεις νά πάρει τόν κατήφορο, νά φύγει ἀπό τό θέλημά σου τό ἅγιο».
Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πού ἔκανε ὄρθιο καί ὑγιᾶ τόν παράλυτο, θεραπεύει χωρίς νά τό δεῖς καί νά τό καταλάβεις, γιατί τό πρόβλημα εἶναι ψυχικό.
Τότε ἡ ἀρρώστια παράλυτου ἦταν σωματική. Καί ὅλοι τόν εἶδαν πώς χοροπήδησε καί στάθηκε ὄρθιος. Ἀλλά στίς ἀρρώστιες τῆς ψυχῆς ἡ θεραπεία δέν φαίνεται ἀμέσως. Μόνο ὁ Χριστός τήν βλέπει. Ἐμεῖς, σιγά-σιγά τήν διαπιστώνουμε στό μέλλον.
• Σέ ἐκείνους πού εἴμαστε ἴσια, δίνομε συμβουλή.
Τούς λέμε: «Πρόσεξε. Κάτι στραβό γίνεται. Μή τό κάνετε ἔτσι».
Οἱ καλοί ἄνθρωποι, ἔχουν τά αὐτιά ἀνοιχτά στή συμβουλή.
Ὅποιος δέν ἔχει τά αὐτιά του ἀνοιχτά στή συμβουλή, μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπικίνδυνος.
• Τέλος ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του πρέπει νά ἔχει προσοχή καί ἐπαγρύπνηση. Ἡ ἐπαγρύπνηση καί ἡ προσοχή σημαίνει: Στρέφω τά μάτια πρός τά μέσα καί κοιτάζω πῶς πάω, πῶς βαδίζω, ποῦ στέκω.
Ἅμα κοιτάζομε πότε-πότε ἀδελφοί, τά μύχια τῆς καρδιᾶς μας καί τῆς σκέψης μας καί τά συναισθήματά μας, δέν θά μείνει τίποτε πού δέν θά τό καταλάβομε καί δέν θά τό διορθώσομε.

Ἡ τελευταία συμβουλή

Τό 1789, ἔγινε ἡ μεγάλη Γαλλική ἐπανάσταση.
Ἡ Γαλλική ἐπανάσταση εἶχε γίνει, γιατί τρεῖς προηγούμενοι βασιλιάδες, ἦταν μεγάλοι μέν, ἀλλά ὅτι χειρότερο μποροῦσε νά φαντασθεῖ κανείς σέ ἀσέβεια καί σέ παληανθρωπιά. Ἔτσι εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ μεγάλος βασιλιάς Λουδοβίκος ὁ ΙΔ΄ καί ὁ διάδοχός του Λουδοβίκος ὁ ΙΕ΄, ἦταν νά φυλάει ὁ Θεός τόν κόσμο νά μήν ξαναπαρουσιαστοῦν τέτοια τέρατα. Μεγάλοι μέν, τέρατα δέ.
Ὁ διάδοχός τους ὁ Λουδοβίκος ὁ ΙΣΤ΄ ἦταν ἕνας εὐσεβής ἄνθρωπος. Στίς δικές του ἡμέρες ἔγινε ἡ ἐπανάσταση. Μετά ἀπό τρία χρόνια ἀπό τήν ἐπανάσταση τόν καταδίκασαν σέ θάνατο. Καί τόν ἐκτέλεσαν. Λίγο πρίν τόν ἐκτελέσουν, ὁ εὐλαβής αὐτός ἄνθρωπος εἶπε:
«Πεῖτε σέ ὅλους ἐκ μέρους μου: Τελευταία μου συμβουλή. Προσφορά γι' αὐτόν τόν λαό, τόν ὁποῖο ἐγώ τόν ἀγάπησα. Καί τόν ἀγαπῶ».
Ἦταν ταπεινός καί γεμᾶτος καλωσύνη ἄνθρωπος. «Πέστε του. Τό μόνο πού ἔχει ἀξία στή ζωή, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἡ λατρεία καί ἡ προσκύνησή του. Ὅποιος αὐτά τά τηρεῖ, φροντίζει δηλαδή νά ἔχει φόβο Θεοῦ καί νά προσκυνᾶ καί νά λατρεύει τόν Κύριο καί σ' αὐτή τήν στιγμή πού βρίσκομαι ἐγώ τώρα, ἕτοιμος γιά ἐκτέλεση, ἔχει γαλήνη καί παρηγορία. Ἔχει μέσα του τόν Χριστό πού τοῦ δίνει εἰρήνη».
Θά συμπληρώναμε: Ὅποιος ἔχει ἀκόμη καί σέ τέτοιες στιγμές, εἰρήνη καί γαλήνη, σημαίνει πῶς εἶναι τό μικρό παιδάκι, πού ἔχει πέσει στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα του ἤ τῆς μητέρας του καί δέν τήν χορταίνει τήν ἀγκαλιά τῶν γονιῶν του.
Νά μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεός:
Νά κάνομε πρῶτα κάτι πολύ ἁπλό. Νά κάνομε δηλαδή σωστά τόν Σταυρό μας, πού εἶναι καί αὐτό μία θυσία, μιά προσφορά, μιά δοξολογία τοῦ Κυρίου.
Νά προσκυνοῦμε τόν Κύριο κρυφά καί μυστικά στό σπίτι μας ὁ καθένας. Νά κάνομε μετάνοιες.
Νά νηστεύομε. Ὁ καθένας κατά τήν δύναμή του. Ἀλλά ὁπωσδήποτε νά νηστεύομε εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία. Μόνο μέ αὐτό τόν στόχο. Τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ.
Γιατί μερικοί, ὅταν ἔρχονται στήν Ἐκκλησία ἐνδιαφέρονται γιά δοσοληψίες.
Μερικοί ἄλλοι, ὅπως ἔλεγε ὁ πατήρ Ἰωήλ Γιαννακόπουλος, ὅταν βρίσκονται μέσα στήν Ἐκκλησία, μοιάζουν μέ τά βόδια ἤ μέ τά περιστέρια πού πουλοῦσαν τότε. Γιατί ἀπό τήν ὥρα πού ἔρχονται κάθονται βαρεῖς καί δέν ἐννοοῦν νά σηκωθοῦνε, οὔτε ὅταν εὐλογεῖ ὁ παπᾶς, οὔτε ὅταν λέγει «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις». Παραμένουν ἀδιάφοροι μέχρι πού νά φύγουν.
Ποιοί μοιάζουν μέ τά περιστέρια πού πετᾶνε πέρα-δῶθε; Ἐκεῖνοι πού ἡ σκέψη τους δέν συγκεντρώνεται ποτέ σέ ἐκεῖνα πού λέει ὁ παπᾶς καί ὁ ψάλτης· στήν προσευχή. Ἀλλά τρέχει ἀλλοῦ. Πετᾶ σάν περιστεράκια στούς οὐρανούς.
Νά μᾶς φωτίζει ὁ Χριστός νά κάνομε τήν λατρεία μας, οὐσία λατρείας.
Ἡ σημερινή ἑορτή εἶναι ὅτι ἡ Παναγία ἔδειξε καί τόπο λατρείας καί τήν δύναμη τῆς λατρείας, ἀφοῦ εἶπε στόν Λέοντα: «πήγαινε ἐκεῖ καί θά βρεῖς τό ἁγίασμα». Πού ἔγινε τό μεγαλύτερο ἁγίασμα τῆς Κωνσταντινούπολης, τόπος συρροῆς τοῦ κόσμου καί θαυμάτων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἀμήν.-