(Ματθ. 6, 14-21)

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στούς Κεραμάτες στίς 22/2/2004

Τό δίδαγμα τοῦ Κλεομένη

Αὔριο ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, πού εἶναι προπαρασκευή γιά τήν μεγάλη ἑορτή τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Σάν μαθητές τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀγαπᾶμε τήν ἀνάσταση. Νά πιστεύομε στήν ἀνάσταση καί νά θέλομε νά εἴμαστε καί ἐμεῖς ἀναστημένοι ἀπό τήν νέκρα τοῦ θανάτου. Ἀπό τά νεκρά ἔργα πού ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό.

Γι' αὐτό ἀρχίζει ἡ περίοδος αὐτή, πού λέγεται Σαρακοστή σημαίνει προετοιμασία τοῦ ἑαυτοῦ μας μέ νηστεία, μέ προσευχή, μέ ἐξομολόγηση καί μέ Θεία Κοινωνία· τό σπουδαιότερο.

Ἄς ἀρχίσομε μέ λίγη Ἱστορία.

Ἡ ἀρχαία Σπάρτη ἦταν κάτι τό ἀνάλογο μέ τό Σοῦλι. Οἱ κάτοικοί της ἦταν γενναῖοι ἄνθρωποι, πολεμιστές, ἀκατάβλητοι, ἀνυποχώρητοι, ἀλλά πολύ φτωχοί. Ἕνας ἀπό τούς τελευταίους βασιλιάδες τους, ἦταν ὁ Κλεομένης. Αὐτός εἶχε ἀποκαταστήσει τό κύρος τῆς Σπάρτης. Ὅλοι τόν ἐσέβοντο καί τόν ἐφοβοῦντο.

Κάποτε, μετά μιά μεγάλη νίκη, πῆγαν ἀντιπρόσωποι τῶν ἀντιπάλων νά τοῦ ζητήσουν συνθηκολόγηση. Νά μήν προχωρήσει τό κακό.

Ἀνάμεσά τους, ἦταν ἕνας πανέξυπνος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θέλησε νά δεῖ τόν βασιλιά κατ’ ἰδίαν καί ἐνῶ συνομιλοῦσαν, κάθε τόσο τοῦ ἐπανελάμβανε:

«Ἄν βασιλιά μου, κάνεις κανένα χατηράκι μικρό γιά μᾶς, ἐγώ θά σοῦ δώσω, ἀπό τό ἀριστερό χέρι, τόσα χρήματα».

Ἐπειδή ὁ βασιλιάς δέν ὑποχωροῦσε, ὁ συνομιλητής του κάθε τόσο τά αὔξανε. Μέχρι πού, ὁ ταλαίπωρος ὁ Κλεομένης, πού δέν ἤξερε, παρότι βασιλιάς, τί σημαίνει «πολύ καί εὔκολο χρῆμα», ἄρχισε νά κάμπτεται. Φαινόταν αὐτό στό πρόσωπό του.

Ἀλλά ἔτυχε ἐκείνη τήν στιγμή, νά βρίσκεται μέσα στό δωμάτιο τῶν διαπραγματεύσεων μιά μικρή κορούλα του, μόλις ὀκτώ ἐτῶν. Πάει δίπλα του, τοῦ τραβάει τό μανίκι, καί τοῦ λέει:

-Μπαμπά, ἤ φῦγε ἀπό δῶ μέσα, ἤ διῶχτον αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Θά σέ χαλάσει.

Ἔτσι εἶπε τό κοριτσάκι, γιατί διδασκόταν συνεχῶς τί σημαίνει ἀρετή καί καταφρόνηση τοῦ πλούτου χάριν τῆς τιμῆς τῆς Σπάρτης καί χάριν τῆς ἀρετῆς τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ Κλεομένης κατάλαβε, ἔκοψε τήν συζήτηση μέ τόν ἐχθρό τῆς πατρίδας του καί δέν δέχθηκε νά χρηματισθῆ παράνομα εἰς βάρος τῆς Σπάρτης.

Ὁ πειρασμός τῶν πρωτοπλάστων

Ἄς μεταφερθοῦμε παλαιότερα. Τότε πού ὁ πατέρας μας ὁ Ἀδάμ καί ἡ μητέρα μας ἡ Εὔα, ἦταν ἀκόμη στόν Παράδεισο. Πῆγε ὁ διάβολος, βρίσκει τήν Εὔα μοναχή της καί τῆς λέει:

-Εὔα, γιατί σᾶς εἶπε ὁ Θεός νά μήν τρῶτε;

-Μᾶς εἶπε ὁ Θεός, ἅμα φᾶμε θά πεθάνομε, τοῦ ἀπαντᾶ.

-Εὔα, εἶσαι καλά; Ἐπειδή τό εἶπε ὁ Θεός, τό κατάπιες ἐσύ; Τόσο νόστιμο φροῦτο μπορεῖ νά κάνει κακό; Καλό κάνει. Δέν τό καταλαβαίνεις ὅτι ἔχει «λάκκο ἡ φάβα» πού λέγεται γνώμη τοῦ Θεοῦ καί ἐντολή τοῦ Θεοῦ; Φάε καί θά δεῖς τί καλό πού κάνει.

Καί ἡ Εὔα, δέν ἔδιωξε σάν τόν Κλεομένη τόν ἐχθρό ὄχι τῆς πατρίδας της, ἀλλά τοῦ Θεοῦ. Σκέφθηκε ὅτι τό φροῦτο καί ὁ καρπός, φυσικό ἦταν νά εἶναι νόστιμα καί νά κάνουν καλό στό σῶμα. Ξέχασε ὅμως ὅτι ὑπάρχει καί ψυχή, πού ἡ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ τήν κάνει ἐρείπιο.

Θυμήθηκε ἐκεῖνα τά ἀγαθά πού ἔβλεπε στή γῆ, γύρω της στόν Παράδεισο, πού ἦταν ὅλα ὡραῖα. Ἀλλά ξέχασε τόν Παράδεισο τόν ἐπουράνιο.

Θυμήθηκε τό σῶμα, δέν θυμήθηκε τήν ψυχή.

Θυμήθηκε τήν γῆ, δέν θυμήθηκε τόν Θεό.

Τί ἔκανε; Λάθος! Γιατί; Γιατί εἶδε τήν μισή ἀλήθεια. Τήν μισή πραγματικότητα. Τήν μιά ὄψη. Μά δέν εἶναι ἔτσι.

Ὑπάρχει ζωή ἐδῶ, ὑπάρχει καί ζωή συνέχεια ἐκεῖ. Ἐδῶ εἶναι λίγη. Ἐκεῖ εἶναι πολλή. Καί μακάριοι ὅσοι «ποιοῦν» τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο ἔλεγε ὁ Χριστός, ἄν κερδίσει ὄχι ἕνα σῦκο, ἕνα φροῦτο, μιά στιγμή, ἀλλά τόν κόσμον ὅλο, ἄν ζημιωθῆ τήν ψυχή του, ἄν βλάψει τήν ψυχή του;

Τί νά τούς κάνεις κάποιους μεγάλους τῆς γῆς ἄν τώρα βρίσκονται στήν κόλαση;

Τί ὠφέλεια ἔχουν ἀπό τά μεγαλεῖα τους; Καί τί ζημία;

Ἡ Εὔα, τό ἔκανε τό λάθος. Καί ὑπέφερε ἐκείνη καί ὑποφέρομε καί ἐμεῖς ἐξ’ αἰτίας της. Κάθε ἄνθρωπος πού κάνει λάθη στή ζωή του, ὑποφέρει ὁ ἴδιος, ὑποφέρουν τά παιδιά του, ὑποφέρει τό περιβάλλον του.

Γιατί ὑποφέρομε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας; Γιατί ὁ Θεός θέλει ἀμέσως, σέ κάθε παράβαση, νά βλέπομε τήν ζημιά πού γίνεται, μέ τρόπο χειροπιαστό, μπᾶς καί ξυπνήσει τό μυαλό καί ἡ συνείδηση μας. Καί ἀποφασίσομε νά ἐπιστρέψομε στήν ἀλήθεια γιά νά εὕρομε τήν αἰώνια σωτηρία.

         

Ὁ νεομάρτυς Εὐθύμιος

          Θά ποῦμε λίγα λόγια ἀπό τόν βίο ἑνός μάρτυρος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου*, γιά νά διδαχθοῦμε. Ἦταν ἀπό τήν Δημητσάνα. Τόν βάφτισαν Ἐλευθέριο. Νέο παιδί ἀκόμη ἀποφάσισε νά γίνει μοναχός. Ἀλλά ἀντί γιά τό μοναστῆρι πῆγε στό Βουκουρέστι.

          Ἐκεῖ, ἔμπλεξε μέ παληοπαρέες καί σέ λίγο καιρό, ἄλλαξε μυαλά. Ἀντί γιά καλογηρική, ἀντί γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ἔπεσε σέ αἰσχρές ἁμαρτίες. Καί γοητευμένος ἀπό αὐτές πήγαινε ὅλο καί στό χειρότερο. Μέχρι πού κάποια στιγμή, θεώρησε κείνους πού τόν μυσταγώγησαν σέ αὐτές τίς «δουλειές» φτωχά μυαλά. Καί τούς εἶπε:

          -Ἤ πᾶμε γιά κάτι περισσότερο, ἤ δέν σᾶς θέλω πιά!

          Ἐκεῖνοι εἶχαν ἀντιρρήσεις:

          -Ἔ, ὄχι καί χειρότερα ἀπό αὐτά πού κάνομε. Φτάνει μέχρι ἐδῶ.

          Τότε ὁ Ἐλευθέριος τούς ἄφησε καί ἔπιασε φίλους Τούρκους, πού τοῦ σύστησαν νά πάει στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ζήσει σάν πασᾶς. Γιατί ἐκεῖ ἦταν τό κέντρο τῆς τουρκικῆς αὐτοκρατορίας. Καί πῆγε.

          Ἐκεῖ πήγαινε ἀπό τό κακό στό χειρότερο. Τελικά ἔγινε Τοῦρκος. Τόν ἔβγαλαν Ρεσίτ.

          Μά ἦταν Μουσουλμάνος, ὄχι γιατί τό ἔλεγε ἡ ψυχή του, οὔτε γιατί πίστευσε στή θρησκεία τους, ἀλλά τὄκανε γιατί ἤθελε νά διασκεδάσει. Καί ἐξακολουθοῦσε νά φορᾶ στό στῆθος ἕνα σταυρουλάκι πού τό εἶχε ἀπό παιδί.

          Τό βλέπει ἕνας Τοῦρκος καί τοῦ λέει:

          -Τί φορᾶς; Σταυρό; Καί τόν κατάγγειλε στόν ἀρχιδικαστή.    Ἀλλά ἐκεῖνος εἶπε:

          -Ὤ, καλά. Ἡ θρησκεία μας εἶναι τόσο σπουδαία, πού ἕνα σταυρουλάκι, δέν τήν πειράζει τίποτε. Δέν χάθηκε ὁ κόσμος γιά ἕνα σταυρουλάκι.

          Ὅμως ἀπό κείνη τήν ἡμέρα ὁ Ρεσίτ, ἄρχισε νά σκέπτεται:

          -Λοιπόν; Ἔφαγα, ἤπια, γλέντησα, ἔκανα κεῖνο καί κεῖνο. Χόρτασα; Καί εὕρισκε ὅτι δέν χόρτασε. Καί ἄρχισε νά προβληματίζεται: «Μπᾶς καί δέν ἔκανα καλά; Μήπως ἔκανα λάθος πού ξέχασα τήν ψυχή μου καί ἔπεσα σέ τόσες ἁμαρτίες»;          Καί ἄρχισε, νά νηστεύει καί νά ἐγκρατεύεται.

Ἡ ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς

          Μᾶς λέει σχετικά, ὁ περίφημος συγγραφέας Λέων Τολστόη:

          «Εἴτε εἶναι ὁ ἄνθρωπος χριστιανός, εἴτε εἶναι ἄθεος, εἴτε εἰδωλολάτρης, ὅταν θελήσει νά ἀρχίσει τό ἔργο μιᾶς πνευματικῆς ζωῆς, μιᾶς καθαρῆς ζωῆς, μιᾶς ἠθικῆς βελτίωσης, νά γίνει λίγο καλύτερος, δέν θά μπορέσει νά τό ἀρχίσει ἀπό κάπου ἀλλοῦ, παρά μόνον μέ τήν ἐγκράτεια καί μέ τήν νηστεία.       Ἡ νηστεία καί ἡ ἐγκράτεια εἶναι ἡ πρώτη βαθμίδα, τό πρῶτο σκαλοπάτι, στήν πορεία μιᾶς ζωῆς μέ ὑψηλότερη ποιότητα. Μέ λίγο περισσότερη πνευματική ἀξία. Γιατί ἡ ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δουλεία του στίς ἐπιθυμίες.

           Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πολλές ἐπιθυμίες. Γιά νά μπορέσει νά κάνει ἕνα νικηφόρο ἀγώνα ἐναντίον τους, καί νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν τυραννία τους –πού τόν κάνουν ὅτι θέλουν τά πάθη του- πρέπει νά ἀρχίσει ἀπό τίς πιό ριζικές, τίς πιό βασικές καί τίς πιό αἰσθητές πλευρές. Ἀπό τίς ἡδονές τῆς σάρκας.  Ἀπό κεῖ ἀρχίζει ὁ ἀγώνας γιά τή βελτίωση».

          Ἔτσι λέει ἡ σοφία ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀπό κεῖ ἀρχίζει ἡ βελτίωση. Ἀπό τήν ἐγκράτεια στό φαγητό, καί στίς σαρκικές ἐπιθυμίες.

          Καί ὁ Ρεσίτ προβληματίζεται· καί τί λέει; Τό γράφει τό συναξάρι του, γιορτάζει στίς 22 Μαρτίου.

          «Ὅταν ἔτρωγα, ἔπινα καί γλεντοῦσα, δέν εἶχα ἡσυχία καί εἰρήνη καί χαρά. Ἀπό τήν στιγμή πού ἄρχισα νά νηστεύω, αἰσθάνομαι ἐσωτερικά καλύτερα».

          Καί νήστευε περισσότερο καί ἐγκρατευόταν περισσότερο καί αἰσθανόταν πιό καλά.

          Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅταν νηστεύουν καί προσεύχονται καί ἐγκρατεύονται, αἰσθάνονται πολύ πιό καλά, ἀπό ὅτι ὅταν γλεντᾶνε.

          Μιά ἡμέρα ὁ Ρεσίτ πῆγε σ’ ἕνα παπά καί ἐξομολογήθηκε:

          -Παπούλη, τί νά κάνω νά σωθῶ. Γιατί ἐγώ ἔστω καί στά ψέματα, γιά τό γλέντι, ὄχι ἀπό πίστη, πρόδωσα τόν Χριστό;

          Ὁ ἱερέας, τόν βοήθησε νά πάει στό ἅγιον Ὄρος.

          Πῆγε, καί ἄρχισε νά κάνει περισσότερα πράγματα νηστεύοντας καί προσευχόμενος γιά τήν ψυχή του.

          Καί τί οἰκονόμησε ὁ Θεός;

Ἡ εὐωδία μιᾶς ἄλλης βιοτῆς

          Ἄς προσέξομε τί κάνει ὁ Θεός γιά νά μᾶς στηρίξει.       Ἐκεῖνον, μέ τά θαύματα πού τοῦ ἔδειξε.

          Ἐμᾶς πού τά διαβάζομε, μέ τό νά καταλαβαίνομε ὅτι ὁ Θεός στέκει πάντοτε στοργικός κοντά μας καί δέν μᾶς ἀφήνει νά χαθοῦμε.

          Ἐνῶ προσευχόταν ὁ Ρεσίτ, βλέπει στόν οὐρανό ἕνα Σταυρό, πού τόν σχημάτιζαν ἀστέρια. Καί δίπλα του ἕνας ἄγγελος, ὁλόλαμπρος ἄγγελος, τοῦ λέει:

          -Τόν βλέπεις αὐτό τόν Σταυρό; Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σταυρός πού εἶδε ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος στόν οὐρανό. Τότε πού τοῦ εἶπε ὁ Χριστός: «Ἐν τούτῳ νίκα». Καί σύ πίστευε στό Σταυρό καί θά τούς νικήσεις ὅλους τούς ἐχθρούς σου. Καί ὁ ἅγιος (ὁ Ρεσίτ ἀκόμη), συνεχίζει νά προσεύχεται πολύ.

          Μιά ἄλλη φορά, βλέπει σέ ὅραμα τήν Παναγία, νά κάθεται στό θρόνο καί γύρω της ἄγγελοι καί ἅγιοι πολλοί. Τρέχει νά τήν προσκυνήσει. Ἡ Παναγία ἁπλώνει τό χέρι της καί τόν χαϊδεύει στό κεφάλι. Καί γέμισε ἡ ψυχή του χαρά.

          Τήν ἄλλη ἡμέρα πῆγε στόν πνευματικό νά πεῖ αὐτά πού εἶδε. Ἐκεῖνος αἰσθάνθηκε τό κεφάλι του νά μοσχοβολᾶ.

          -Τί ἔχεις βάλει στό κεφάλι σου;

          -Μέ ἔπιασε ἡ Παναγία, ὅταν τήν προσκύνησα.

          -Γι' αὐτό εὐωδιάζει τό κεφάλι σου! Ἔτσι παιδί μου, μυρίζουν τά ἅγια λείψανα. Θά μαρτυρήσεις καί θά γίνεις «Ἅγια λείψανα». Μακάριος εἶσαι. Σέ ζηλεύω παιδί μου.

          Ἔμεινε ἐκεῖ ὁ Ρεσίτ, ἔγινε καλόγηρος καί ὀνομάσθηκε Εὐθύμιος.

Κατάλαβα τό μήνυμα

          Σέ λίγο καιρό εἶπε:

          «Ἐγώ ἀρνήθηκα τόν Χριστό στήν Κωνσταντινούπολη καί ἔγινα Ρεσίτ. Ἔτσι θά μείνω;»

          Πῆρε τόν δρόμο γιά τήν Κωνσταντινούπολη. Βρῆκε τούς φίλους του καί τούς εἶπε:

          -Ἐγώ εἶμαι ὁ Ρεσίτ. Τώρα μετανοῶ.

          Τόν ἅρπαξαν καί τόν πῆγαν πάλι στό δικαστή τους. Ἐκεῖνος ἀποφάσισε:

          -Ἀφεῖστε τον, τόν ἀνόητο. Φορέστε του τό σαρίκι καί ἄστε τον νά πάει στό σπίτι του.

          Τοῦ φόρεσαν τό σαρίκι. Τό πιάνει ὁ Εὐθύμιος, τό πετάει κάτω καί τό πατάει.

          -Ξαναφορέστε του το.

          Τό σήκωσαν καί τοῦ το ξαναφόρεσαν. Τό πιάνει καί τό κάνει δυό κομμάτια. Τὄσχισε. Ἔπειτα τό βάζει κάτω καί τό πατᾶ.

          -Τήν θρησκεία μας περιφρονεῖς;

          Ἀπαντᾶ:

          -Μία εἶναι ἀληθινή θρησκεία, ἡ πίστη στόν Χριστό.

          Διάταξαν νά τοῦ κάνουν βασανιστήρια. Καί ἄν δέν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό νά τοῦ κόψουν τό κεφάλι.

          Ἀλλά ὁ Εὐθύμιος δέν ἀρνήθηκε τήν πίστη του.

          Δέν τόν ἀποκεφάλισαν μέ τήν πρώτη.

          -Χτύπα καλά, λέει τοῦ δήμιου. Χτύπα καλά.

          Χτύπησαν δεύτερη καί τρίτη φορά καί τοὔκοψαν τό κεφάλι.

          Ἐκεῖ δίπλα, στεκόταν ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Γρηγόριος, μή ὄντας τότε Πατριάρχης, ἔκπτωτος ἦταν καί φαινόταν σάν καλόγηρος. Αὐτός πῆρε κρυφά τό κεφάλι τοῦ μάρτυρα καί ἔφυγε.

          Πῆγε στό κελλάκι του καί κρατώντας το τρεῖς ἡμέρες στά γόνατά του, μέσα στά χέρια του, τοῦ ἔλεγε:

          -Μίλα μου παιδί μου Εὐθύμιε. Πές μου παιδί μου Εὐθύμιε, πῶς εἶσαι τώρα; Πές μου κάτι, γιά μένα τόν ταλαίπωρο καί γιά τήν ταλαίπωρη τήν Ρωμηοσύνη πού τόσα ὑποφέρει.

          Τρεῖς ἡμέρες ὁλόκληρες ὁ Πατριάρχης δέν κοιμήθηκε, ἀλλά κρατώντας στά χέρια του τό κεφάλι τοῦ νεομάρτυρα, τόν παρακαλοῦσε:

          -Μίλα μου παιδί μου, παρηγόρησέ με.

          Ξαφνικά ὁ ἅγιος ἄνοιξε τά μάτια του καί τόν κοίταξε γλυκά.

          Τά ἔκλεισε, τά ἄνοιξε δεύτερη φορά καί τά ἔκλεισε πάλι.      Τά ἄνοιξε καί τρίτη φορά καί τά ξανάκλεισε.

          Καί εἶπε ὁ Πατριάρχης:

          -Σ’  εὐχαριστῶ παιδί μου. Δέν θέλω τίποτε περισσότερο νά μοῦ πεῖς. Γιατί ὅπως μοῦ ἄνοιξες τά μάτια σου καί μέ τόν τρόπο πού μέ κοίταξες, κατάλαβα καί ἐγώ τό μήνυμα τῆς αἰώνιας ζωῆς καί τῆς χαρᾶς καί τῆς δόξας τῆς ὁποίας ἀξιώθηκες στόν οὐρανό μέ τό μαρτύριο σου.

Εἴμαστε μικροί πνευματικά

          Γιατί τήν εἴπαμε τήν ἱστορία; Ὅλοι μας εἴμαστε ἄνθρωποι. Ὅλοι εἴμαστε μικροί πνευματικά. Ὅλοι εἴμαστε ἐπιπόλαιοι καί ἀνόητοι.

          Δέν εἶχε ἀποκλειστικό τό... «προνόμιο» νά κάνει ἀνοησίες μόνο ὁ ἅγιος νεομάρτυς Εὐθύμιος. Ὅλοι κάνουμε λάθη.

          Γιατί κάνομε λάθη;

          Βλέπομε τά πράγματα ἀπό μιά πλευρά μόνο. Ξεχνᾶμε τίς ἄλλες.

          Ξεχνᾶμε τήν ψυχή.

          Ξεχνᾶμε τόν Χριστό.

          Ξεχνᾶμε τήν αἰώνια ζωή καί τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

          Καί θυμόμαστε κοιλιά, σῶμα, σάρκα καί ἐπίγεια ζωή. Νομίζομε πῶς ἔτσι, κάτι θά κάνομε.

          Γι' αὐτό εἶναι ἡ Σαρακοστή.

          Γιά νά μᾶς θυμίζει λίγο περισσότερο, ὅτι πρέπει νά τό βάλομε βαθύτερα στήν ψυχή μας, νά ἀγωνισθοῦμε νόμιμα βλέποντας τή ζωή εὐρύτερα.

          Νά νηστεύσομε, γιά νά καταλάβομε ὅτι δέν εἶναι εὐτυχία καί χαρά τό φαΐ.

          Νά προσέξομε τά λόγια μας, γιά νά καταλάβομε ὅτι δέν εἶναι ἐπιτυχία ὁ ἐγωισμός καί οἱ καυχησιολογίες.

          Νά προσέξομε τό σῶμα μας, γιά νά καταλάβομε ὅτι ἡ ἐγκράτεια δίνει πιό μεγάλη χαρά ἀπό τήν ὅποια ἡδονή καί διασκέδαση.

          Ὅταν τό κάνομε αὐτό, ἐλευθερωνόμαστε.

          Καί μέ ψυχή καί μέ σῶμα, μποροῦμε καί περπατᾶμε στό δρόμο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Σαρακοστή, αὐτό τόν σκοπό ἔχει. Νά περπατήσομε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ.

          Καί ὅταν φθάσομε στήν ἁγία ἀνάσταση καί θά κρατᾶμε τό κεράκι καί θά λέμε: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν... καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος», νά ἰσχύει καί γιά μᾶς.

          Γιά μᾶς, πού εἴμαστε θαμένοι στό μνῆμα τῆς πνευματικῆς νέκρας καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου ἔδωσε ὁ Χριστός τήν Ἀνάσταση.

          Καί μακάρι νά φθάσομε σ’ αὐτή μέ ἐπίγνωση, μέ συναίσθηση, μέ τόν ἀγώνα μας, μέ τήν προσευχή μας, μέ τήν ἐξομολόγησή μας καί μέ τήν Θεία Κοινωνία.

          Νά μᾶς ἀξιώσει ὅλους ὁ Θεός, νά κάνομε καλή Σαρακοστή καί νἄχομε καλή ἀνάσταση. Ἀμήν.-

           


*Ἑορτάζει στίς 22 Μαρτίου