(Μαρκ. 8, 34 – 9, 1)

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στό Γαλατά στίς 19/9/2004

Ὅποιος θέλει

Σήμερα, ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο κάποια λόγια τοῦ Κυρίου, τά ὁποῖα ἐνῶ εἶναι τά γλυκύτερα πού μπορεῖ κανείς νά φαντασθεῖ στόν κόσμο, μᾶς φαίνονται λιγάκι δύσκολα καί βαρειά.

Ποιός εἶναι ὁ λόγος πού μᾶς φαίνονται δύσκολα καί βαρειά;

Μιλᾶνε γιά μιά αὐταπάρνηση.

Εἶπε ὁ Χριστός: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν».

Τά πρῶτα λόγια, οὕτως ἤ ἄλλως μᾶς εἶναι γλυκύτατα γιατί λένε: «Ὅποιος θέλει». Βούρδουλα ὁ Χριστός δέν ἔχει. Πίεση δέν ἀσκεῖ σέ κανένα. Ἐπιβολή καί αὐστηρότητα δέν δείχνει. Ὁ Θεός, εἶναι Θεός τῆς ἐλευθερίας. Καί ὁ Χριστός, εἶναι ὁ Υἱός τῆς μεγάλης ταπεινώσεως. «Ὅποιος θέλει νά ἔλθει ὀπίσω μου· νά μέ μιμηθεῖ».

Πηγαίνω πίσω ἀπό κάποιον σημαίνει ὅτι πάω κοντά του, τόν μιμοῦμαι. Σέ τί νά τόν μιμηθεῖ κανείς τόν Χριστό;

Στήν ὑπακοή πού ἔκανε στόν Πατέρα του.

Γιά χάρη τῆς σωτηρίας μας, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ἦλθε στή γῆ, ὄχι νά καλοπεράσει, οὔτε νά πάρει, ἄς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, ἕνα καφέ καί νά φύγει, ἀλλά ἦλθε καί ὑβρίσθηκε καί κακοπάθησε καί τόν ἐσταύρωσαν. «Ὅποιος λοιπόν θέλει νά ρθεῖ κοντά μου».

Ἀλλά γιατί νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι γιά νά ἔχομε ζωή. Τί ζωή; Ἀληθινή ζωή. Πολλά λέγονται «ζωή» καί πολλά τά λένε «ζωή». Ἀλλά μερικά ἀπό αὐτά πού τά λέμε ζωή, δέν εἶναι ζωή, εἶναι θάνατος.

Γι' αὐτό καί ὁ Χριστός ἐπεξήγησε τά λόγια του. «Ὅποιος θέλει νά «φτειάξει» τή ζωή του, τήν ψυχή του, τήν καλή του διάθεση, νά κάνει ὄμορφη ἐδῶ στή γῆ τή ζωή του, τελικά θά χάσει: ψυχή, ζωή, διάθεση. Καί ὅποιος προτιμήσει ἀκούοντας τόν λόγο μου, καί προσπαθώντας νά τόν κατανοήσει, νά χαλάσει τή ζωή του, μέ τήν ἔννοια πού τό ἐννοῦν μερικοί, ἐδῶ στή γῆ, αὐτός θά διατηρήσει τή ζωή του γιά πάντα. Εἰς ζωήν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν».

Ἐρώτημα τώρα. Γιά πόσο θέλεις ἐσύ τή ζωή σου καλή;

Γιά ἕνα μήνα, γιά μιά βδομάδα;...

Θά τό δεχόσουνα ποτέ ἅμα σοὔλεγαν, ἀπόλαυσε γιά λίγο ἐκεῖνο καί ἐκεῖνο, ἀλλά μετά θά γίνεις ἕνας ἄχρηστος γιά ὅλη σου τή ζωή; Ἕνα διαλελυμένο ὄν; Πού θά ὑποφέρεις; Πού θά μένεις σέ ἕνα κρεβάτι καί θά βασανίζεσαι; Θά τό ἔκανες ποτέ; Ὄχι!

Θέλομε ζωή, αἰώνια ζωή. Παντοτινή ζωή.

Θεμέλιο, ἡ ἐπίγνωση τοῦ Χριστοῦ

Ἀλλά γιά νά προτιμήσει κανείς τήν αἰώνια ζωή, τήν παντοτινή ζωή, πρέπει πρῶτα νά διαθέσει λίγη φαιά οὐσία. Νά κάτσει νά σκεφτεῖ τί εἶναι αὐτή ἐδῶ ἡ ζωή καί τί σημαίνει «αἰώνια ζωή». Νά σκεφτεῖ ὅτι τό νά ἐμπιστεύεσαι σέ κάποιον ἄνθρωπο, φίλο σου, τόν ἀδελφό σου, τήν γυναίκα σου, εἶναι πηγή γαλήνης καί εὐτυχίας. Καί ἀπ'  αὐτό νά πᾶς πιό πέρα καί νά καταλάβεις ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό εἶναι κάτι τό ἄπειρα μεγαλύτερο. Γιατί αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ», ἅμα δέν καταλάβεις τί σημαίνει Χριστός καί πόσο ἀξίζει νά τόν ἐμπιστευόμαστε, δέν πρόκειται νά τό ἀποδεχθεῖς, καί δέν θά πάρεις ποτέ ἀπόφαση νά τόν ἀκολουθήσεις οὔτε κατά ἕνα βηματάκι.

Γι' αὐτό ὅλη ἡ εὐσεβής ζωή, ἡ ἐνάρετη ζωή, ἡ πορεία πρός τήν αἰώνια ζωή, ἀρχίζει καί τελειώνει ἀπό τό πόσο ἀγωνίζεσαι νά ἀποκτήσεις ἐπίγνωση. Νά καταλάβεις σωστά τί εἶναι ὁ Χριστός γιά μᾶς.

Γιά νά καταλάβομε τί σημαίνει ἐπίγνωση, θά ἀναφέρομε δύο περιστατικά ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων.

Στίς 3 Μαρτίου, γιορτάζει ἕνας ἅγιος πού ὀνομάζεται Κλεόνικος. Βασανίστηκε καί μαρτύρησε μαζί μέ τρεῖς ἀκόμη φίλους του. Ἦταν ὅλοι παλληκαράκια, νεαρά παιδιά. Ὅταν λοιπόν τούς ἔπιασαν καί τούς πήγαιναν στό δικαστήριο, σάν χριστιανούς, τά παιδιά αὐτά γελοῦσαν ἤρεμα καί εὐχαριστημένα.

Τούς λέει λοιπόν ἐκεῖνος πού θά τούς δίκαζε μέ ἐξουσία νά κάνει ὅτι θέλει:

-Ἀπό γλέντι ἐρχόσαστε ρέ παληόπαιδα καί γελᾶτε;

Ἀπαντάει ὁ Κλεόνικος:

-Ναί, ἀπό γλέντι ἐρχόμαστε καί σέ γλέντι πηγαίνομε.

Καί ἀρχίζουν καί γελᾶνε ἀκόμη πιό πολύ τά καλά παιδιά.

Θυμώνει ὁ ἄρχοντας τῶν Ρωμαίων, ἐξουσιοδοτημένος τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης, καί τούς λέει:

-Θά σᾶς κάνω κομματάκια παληόπαιδα καί θά σᾶς ρίξω στά σκυλιά νά σᾶς φᾶνε.

Γελᾶνε οἱ ἅγιοι. Καί τόν δουλεύουν.

Ἐκεῖνος γίνεται θηρίο, ἀκούγοντας τέσσερα παιδιά πού βαδίζουν γιά τόν θάνατο νά γελᾶνε μαζί του. Γυρίζει φύλλο καί τούς λέει:

-Κλεόνικε, ἐγώ σέ ἀγαπάω. Εἶσαι καλό παιδί. Καί σέ πονάω. Ἐγώ σέ συμπαθῶ. Ἔλα καϋμένε. Κάνε μιά μικρή θυσιούλα νά πᾶς στό καλό, γιά νά ἐκπληρώσομε τόν νόμο, νά εἶμαι καί ἐγώ καλά καί ἐσύ καλά ἀφοῦ ἔτσι διατάζει ὁ βασιλιάς μας.

Ἀλλά ὁ ἅγιος Κλεόνικος δέν ὑποχωρεῖ:

-Ἔλα καλό μου παιδί, πᾶρε ἕνα κουκουτσάκι λιβάνι καί ρίχτο ἐπάνω στό θυσιαστήριο πού τό εἶχαν κεῖ πέρα καί ἔκαιγε εἰς τιμήν τοῦ Δία καί τῆς Ἀθηνᾶς. Νά ὀσφρανθῶ τήν μυρωδιά νά εὐχαριστηθῶ καί νά σέ ἀπολύσω ἀμέσως.

Ἀπαντάει ὁ ἅγιος Κλεόνικος:

-Ἐκεῖνο πού εἶναι βρῶμα γιά τόν Θεό καί γιά τήν ψυχή, τί σημασία ἔχει ἄν εἶναι, γιά λίγο, εὐωδία στήν μύτη τοῦ ἀνθρώπου; Σιγά, πού θά δεχθῶ νά κάνω τέτοια ἀνοησία. Μιά τέτοια πράξη εἶναι βρῶμα γιά τόν Θεό, καί ἄς εἶναι εὐωδία γιά τήν μύτη.

Καί προσθέτει.

-Γιατί νά τό κάνω; Γιά νά πάρω τόν ἔπαινό σου; Ὁ Χριστός θά μέ φτύνει. Ὅσο καί νά μέ ἐπαινεῖς ἐσύ, δέν γίνεται τίποτε. Σιγά ἄρχοντά μου, νά μή σέ ἀκούσω.

Γελᾶνε καί οἱ ἄλλοι μάρτυρες, τούς πηγαίνουν στά βασανιστήρια καί πεθαίνουν γιά τόν Χριστό.

Πῶς εἶχαν τό θάρρος καί γελοῦσαν; Εἶναι ἐκεῖνο πού εἴπαμε προηγουμένως. Εἶχαν ἐπίγνωση τί σημαίνει Χριστός. Εἶχαν ἐπίγνωση τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Εἶχαν ἐπίγνωση τί σημαίνει ψυχή. Εἶχαν ἐπίγνωση ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ χαρά σ’ αὐτή τή ζωή. Ὅτι δέν εἶναι τέρψη τῆς γλώσσας μέ νοστιμιές ἤ τοῦ σώματος μέ ἄλλο τρόπο καί... ὅλα καλά. Τίποτε δέν εἶναι αὐτά. Τό εἶχαν καταλάβει καλά οἱ μάρτυρες. Καί γι' αὐτό, δέν ἔπαιζαν μέ τήν αἰώνια ζωή.

Γιατί ἐσύ ἀδελφέ, βαρυέσαι μερικές φορές τήν Κυριακή νά πᾶς στήν Ἐκκλησία; Γιατί ἀκόμη δέν ἔχεις καταλάβει καλά, οὔτε τί εἶναι ἡ ψυχή, οὔτε τί εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, οὔτε τί εἶναι ὁ Χριστός, οὔτε τί εἶναι ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό φταίει. Δέν φταίει τίποτε ἄλλο.

Φρόντισες νά τόν γνωρίσεις;

Ἄς δοῦμε τώρα ἕναν ἄλλο μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ. Τόν ἅγιο Θεόδωρο τόν Τήρωνα. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων, ὅταν τόν ρώτησαν:

-Γιατί δέν δέχεσαι νά θυσιάσεις στούς Θεούς τῆς Ρώμης;

Ἀπάντησε:

-Ἐγώ πιστεύω στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.

Τόν εἰρωνεύεται ὁ δικαστής του:

-Ἀλήθεια, ἔχει καί γυιό ὁ Θεός σου;

-Ναί, τοῦ λέει, ἔχει.

-Καί ποιός εἶναι αὐτός;

-Φρόντισε νά τόν μάθεις.

Τί σοφά λόγια! Ὅσο ὡραῖα κηρύγματα  καί ἄν ἀκούσομε, ἅμα δέν φροντίσομε νά τόν γνωρίσομε τόν Χριστό, τά λόγια θά μπαίνουν στό ἕνα αὐτί καί θά βγαίνουν ἀπό τό ἄλλο. Μπορεῖ νά εἶναι ὡραῖα λόγια, ἀλλά δέν θά πᾶνε παραμέσα.

«Φρόντισε νά τόν γνωρίσεις», εἶπε ὁ ἅγιος Θεόδωρος. Φρόντισε σύ, μόνος σου, νά γνωρίσεις τόν Χριστό. Κοπιάζεις καί ἀγωνίζεσαι γιά τόσα. Στενοχωριέσαι γιά τόσα. Γιά τήν ψυχή σου δέν στενοχωριέσαι καί γιά τόν Χριστό δέν νοιάζεσαι;

-Καί τί θά κερδίσω, λέει ὁ δικαστής στόν ἅγιο, ἅμα γνωρίσω τόν Χριστό;

Τοῦ ἀπάντησε ἔξυπνα ὁ ἅγιος Θεόδωρος:

-Λίγο τό ἔχεις νά μάθεις τήν ἀλήθεια;

Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός.

Ὑπάρχει χειρότερο καί φοβερότερο ψέμα καί χειρότερη δυστυχία, ἀπό τό νά ἔχεις τή ζωή σου βουλιαγμένη στό ψέμα; Νά εἶναι τό μυαλό σου στό ψέμα; Ἡ καρδιά σου στό ψέμα; Οἱ πράξεις σου στό ψέμα; Τά συναισθήματά σου στό ψέμα; Νά εἶσαι ὅλος ἕνα ψέμα;

Ἄν αὐτό τό ἐκτιμήσεις σωστά, ὑπάρχει χειρότερη πίκρα καί ἀπογοήτευση;

Ἄς πάρουμε ἕνα μικρό παράδειγμα. Ἔχεις κάποιο φίλο πού τόν ἀγαπᾶς καί τόν ἐμπιστεύεσαι πολύ. Ὅτι λέει τό δέχεσαι μέ ἄνεση καί τό βάζεις στήν καρδιά σου. Καί πονᾶς καί ὑποφέρεις γι' αὐτόν ἐπειδή τόν ἀγαπᾶς καί τόν ἔχεις φίλο σου.

Ξαφνικά μαθαίνεις ὅτι εἶναι ἕνας μεγάλος ὑποκριτής πού δέν σέ ἀγαπᾶ παρά μόνο μέ τά λόγια. Τί πίκρα θά γεμίσεις; Τέτοια πίκρα πού γίνεται ἡ ζωή σου φαρμάκι. Καί μπορεῖ αὐτό τό φαρμάκι, νά σέ φαρμακώνει, γιά ὅλη σου τή ζωή.

Φαντάσου τώρα κάτι ἀνάλογο. Νά μάθεις, νά καταλάβεις κάποια φορά, ὅτι εἶχες λάθος σέ ὅλες σου τίς σκέψεις καί σέ ὅλες σου τίς ἐνέργειες. Καί γιά βάλε μέ τό νοῦ σου, τί φοβερό πού θά εἶναι αὐτό νά τό καταλάβεις, ὄχι ὅσο εἶναι ἀκόμη καιρός μετανοίας, ὅσο εἶσαι στή γῆ δηλαδή. Γιατί ὅσο εἶσαι ἐδῶ, μπορεῖς νά φωνάξεις ἔστω καί τήν τελευταία σου στιγμή ἕνα «μνήσθητί μου Κύριε», σάν τόν ληστή καί νά σέ ἀγαπήσει καί νά σέ ἐλεήσει καί νά σέ πάρει κοντά του ὁ Χριστός. Ἀλλά βάλε νά καταλάβεις ὅτι ἤσουν λάθος μετά τόν θάνατο, τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας, πού θά δεῖς τόν Χριστό νά ἔρχεται ἐν δόξῃ. Τότε ἡ δυστυχία γίνεται χιλιαπλάσια.

Βοήθεια καί σ’ ὅσους ἔφυγαν

Ὅταν κάνομε μνημόσυνα, ὅταν δηλαδή προσευχόμαστε γιά τήν ἀνάπαυση, γιά τήν σωτηρία καί γιά τήν αἰώνια ζωή ἑνός ἀδελφοῦ μας, ἡ Ἐκκλησία, μέ ὅσα κάνει γιά τούς κεκοιμημένους, μᾶς λέει: «Ἐντάξει. Ἔζησε μέ τόν τρόπο πού ἔζησε καί πέθανε. Ἀλλά τώρα τί γίνεται, ποῦ βρίσκεται, τί κάνει; Εἶναι καλά; Ἄν σεῖς τόν ἀγαπᾶτε, μπορεῖτε νά κάνετε κάτι νά τόν βοηθήσετε. Εἶναι καιρός ἀκόμη, μέχρι τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας. Εἶναι καιρός! Μέ τί θά τόν βοηθήσετε; Μέ προσευχές, μέ ἐλεημοσύνες. Μέ τά μνημονεύματα στήν Ἐκκλησία. Κάνοντας ὅτι καλό μπορεῖτε γιά χάρη του».

Ὁ Χριστός μᾶς λέει: «Μέχρι τήν ἡμέρα ἐκείνη πού θά χωρίσουν οἱ ἄνθρωποι καί θά πᾶνε ἄλλοι πρός τά δεξιά καί ἄλλοι πρός τά ἀριστερά, ὅλοι ἔχομε τήν δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας. Ὅπως ὅταν τώρα πού εἴμαστε χωριό, οἰκογένεια, κάθε μέρα χαιρετιόμαστε, κουβεντιάζομε, ἐπικοινωνοῦμε, συναλλασσόμαστε, κατά τόν ἴδιο τρόπο τώρα, συναλλασσόμαστε πνευματικά μέ τίς προσευχές καί μέ τίς δεήσεις. Ἀλλά καμιά φορά καί μέ τίς κατάρες πού κάνομε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, γιά ζωντανούς καί κεκοιμημένους, οἱ ὁποῖες καί εἶναι μεγάλες ἁμαρτίες. Πιό μεγαλύτερες ἀπό τό νά τοῦ πετάξεις πέτρες στό κεφάλι. Ἔτσι εἶναι».

Ἡ δύναμη τῆς «μνημόνευσης»

Γιά νά ὁλοκληρώσουμε, θά ποῦμε μιά ἱστορία ἀπό τόν βίο ἑνός μεγάλου ἁγίου καί θαυματουργοῦ τῆς Ρωσίας. Τό ὄνομά του εἶναι Θεοδόσιος καί ἦταν ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Τσερνιγκώφ.

          Πέθανε τό 1798. Καί ἀπό τότε ἔκανε συνεχῶς θαύματα. Ὅσοι πήγαιναν καί τόν ἐπικαλοῦντο ἐπάνω ἀπό τόν τάφο του, γινόντουσταν καλά. Ἔγιναν ἀναφορές καί ἡ Σύνοδος τῆς Ρωσίας, ἀποφάσισε νά ἀνοίξουν τόν τάφο του. Νά βγάλουν τά λείψανά του, νά τά βάλουν σέ λάρνακα, γιά νά προσκυνᾶνε. Ὅταν ἄνοιξαν τόν τάφο, εἶδαν τόν ἅγιο ὁλόκληρο καί τά ροῦχα του ὅλα ἀπείραχτα. Σάν νά τόν εἶχαν θάψει χθές καί σάν νά ἦταν ζωντανός ἑτοιμος νά τούς μιλήσει.

          Καί τότε εἶπαν: «Ποιός θά ἁπλώσει τό χέρι του ἐπάνω σ’ ἕνα τέτοιον ἅγιο; Ποιός εἶναι ἄξιος;»

          Φώναξαν ἕνα ἱερομόναχο ἀπό ἕνα μεγάλο μοναστήρι πού λεγόταν Ἀλέξιος καί τόν σέβοταν ὅλοι γιατί ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος. Τοῦ εἶπαν:

          -Κάνε τόν Σταυρό σου καί ἔλα νά βγάλομε τό λείψανο καί νά τό βάλομε στή λάρνακα. Καί ὅπως μπορεῖς περιποιήσου το. Σιγύρισέ το ὅπως πρέπει καί τοποθέτησέ το στή λάρνακα.

          Ὁ ἅγιος αὐτός ὁ ἄνθρωπος τό ἔκανε. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ ἐργασία του πῆγε στό κελλί του, καί ἔκλεισε τά μάτια του. Βλέπει τότε τόν ἅγιο Θεοδόσιο, τοῦ Τσερνιγκώφ μπροστά του καί τοῦ λέει:

          -Ἀλέξιε, σέ εὐχαριστῶ πολύ πού μέ περιποιήθηκες. Σέ εὐχαριστῶ πολύ. Ἦταν μεγάλο πράγμα γιά μένα. Ἀλλά θά σοῦ κάνω καί μιά παράκληση.

          -Εἶμαι ἐγώ ἅγιε τοῦ Θεοῦ ἄξιος νά δεχθῶ παράκληση ἀπό σένα; Νά κάνω τί; Ἐσύ ἔχεις τόση παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

          Τοῦ λέει ὁ ἅγιος Θεοδόσιος:

          -Θέλω νά μνημονεύεις τόν πατέρα μου καί τήν μητέρα μου.

          -Ἅγιε, σύ εἶσαι δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἐγώ θά προσευχηθῶ γιά τούς γονεῖς σου;

          Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος:

          -Τό ξέρω, τό ξέρω τί εἶμαι. Ἀλλά ἐκείνη τήν χάρη πού ἔχουν οἱ προσευχές τῶν ἱερέων τήν ὥρα πού κάνουν τήν Θεία Λειτουργία, καί μνημονεύουν τούς ἀνθρώπους καί οἱ μερίδες πού βγάζουν μπαίνουν μέσα στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί πλένονται μέ τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δέν τήν ἔχουν οὔτε οἱ προσευχές τῶν ἁγίων. Γι' αὐτό σέ παρακαλῶ νά μνημονεύεις τόν πατέρα μου καί τήν μητέρα μου. Τό ἔχουν ἀνάγκη.

         

Θέλεις; Ἀνοιχτός ὁ δρόμος

          Τί θέλομε νά ποῦμε; Ὁ Χριστός γέμισε στόν κόσμο εὐεργεσίες. Θά λέγαμε ἁπλά: Ἅπλωσε στόν κόσμο δυό ἀπέραντα τραπέζια. Τό ἕνα γεμᾶτο μέ ὅλα τά νόστιμα φαγητά, πού χορταίνουν τό στομάχι. Τό ἄλλο, γεμᾶτο καί αὐτό, ἀλλά μέ ὅλα τά εἴδη τῆς πνευματικῆς ὀμορφιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἀνάπαυσης, πού γεμίζουν τήν ψυχή.

          Καί μᾶς λέει: «Ὅτι ἔχει ἀνάγκη ὁ καθένας, νά διαλέγει καί νά παίρνει. Ὅλα χρειάζονται. Ἀλλά πιό πολύ τά πνευματικά. Ὅσο περισσότερα πάρετε ἀπό αὐτά, τόσο καλύτερα».

          Μέσα στούς βίους τῶν ἁγίων, ἀλλά προπαντός μέσα στό ἅγιο Εὐαγγέλιο, διαβάζομε καί βλέπομε τήν σοφία τοῦ Θεοῦ καί τίς εὐεργεσίες τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς.

          Ἐρώτημα: Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐπιπολαιότητα σέ ἄνθρωπο ἀπό τό νά μήν διαβάζει τό Εὐαγγέλιο; Νά μήν ψάχνει νά βρεῖ τόν Χριστό, νά ἀποκτήσει ἐπίγνωση; Ὑπάρχει χειρότερα χαλασμένο μυαλό, ἐντελῶς χαλασμένο, ἀπό τό νά ἀκούει τόν Χριστό νά λέει «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» καί νά κατσουφιάζει καί νά μήν θέλει νά τόν ἀκολουθήσει;

          Ἄν θέλει τί θά γίνει;

          Τήν στιγμή πού ἕνας ἄνθρωπος λέει «θέλω», ὁ Χριστός ὁ παντοδύναμος Θεός, ἁπλώνει ἀπό τόν οὐρανό τό χέρι του ἀοράτως καί τόν κρατάει. Τόν κρατάει ἀπό τό χέρι, τόν κρατάει ἀπό τό μυαλό, τόν κρατάει ἀπό τήν καρδιά. Καί κρατάει καί τό σῶμα του, καί τόν βοηθεῖ νά ὀρθοποδήσει. «Μόνο ἕνα ζητᾶ ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός», λέει ἕνας ἅγιος. «Θέληση καί προθυμία. Ὅλα τά ἄλλα θά μᾶς τά δώσει».

          Μόνο πού τό «θέλω» πού θά ποῦμε, νά μήν εἶναι οὔτε κακομοιρίστικο, οὔτε μιᾶς στιγμῆς. Μιά στιγμή «θέλω», γιά ἕνα δευτερόλεπτο λέω «θέλω» καί τίς εἰκοσιτέσσερες ἄλλες ὧρες λέω ἄλλα «θέλω», σέ πράγματα πού δέν τά θέλει ὁ Θεός.

          Καί ψιθυρίζω στήν καρδιά μου:

          -Ἄφησέ με ἥσυχο Χριστέ μου. Γιά μένα ἄλλη εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς ζωῆς.

          Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο ἄν τήν φτειάξει τή ζωή του, ὅπως τήν θέλει ἐδῶ στή γῆ, ἄν χάσει τήν αἰώνια ζωή; Τί θά δώσει ἀντάλλαγμα;  Μέ τί θά τήν πουλήσει τήν ψυχή του;

          Πόσο τήν πουλᾶς τήν αἰώνια ζωή καί τήν ψυχή σου;

          Τί σοφά λόγια, τί τετραγωνική λογική, γιά κείνους πού θέλουν νά προβληματιστοῦν.

          Ἄς ἀναζητήσομε τό φῶς, τήν ἀλήθεια, τήν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.-