ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ (Ματθ. 3, 13-17)

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στήν Ἱ. Μονή Προφ. Ἠλία στίς 6/1/2009)

 

Ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ταπείνωση ἡ δική μας

 

          Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού ἀναφέρεται στό Ἅγιο Βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος, μᾶς αἰχμαλωτίζει μέ τό βάθος τῶν νοημάτων του πού μιλοῦν γιά τήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ταπείνωση τήν δική μας.

          Ἐμεῖς, ὅταν εἴμαστε «κάτι», ἐκεῖνον πού μᾶς φέρνει ἀντίρρηση, θέλομε -καί τό θεωροῦμε σωστό- νά τόν συντρίψομε καί νά τόν πατήσομε στό κεφάλι, στόν λαιμό, στήν κοιλιά, στήν καρδιά. Ὅσο πιό πολύ δυνατά μποροῦμε. Καί καλυπτόμεθα, λέγοντας ὅτι τό κάνομε γιά νά τόν διδάξομε τήν... ταπείνωση. Ἔτσι εἶναι τό φρόνημα τοῦ χοϊκοῦ ἀνθρώπου.

          Καί ὅταν καμιά φορά ἀποφασίσει νά δείξει ἤ καί δείχνει ταπείνωση τό κεφάλι σκύβει, ἡ μέση γέρνει, ὅμως τό θέλημά του δέν τό βάζει λίγο παραπίσω καί δέν τό ταπεινώνει, τόσο εὔκολα ὅσο ταπεινώνει τό σῶμα του μέ τίς ἐξ ἔθους προσκυνήσεις, οἱ ὁποῖες δέν λένε πνευματικά ἀπολύτως τίποτε.

          Ἕνα παράδειγμα ἀπό αὐτά, ἀναφέρει ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὁ ὁποῖος λέγει: «Γιά κοιτάχτε· παιδάκια πού ἀκόμη δέν ἔβγαλαν γένια, θέλουν νά διδάσκουν τούς γέροντες καί νά τούς βάλουν μυαλό, γιατί δέν τό κατάλαβαν καλά τό Εὐαγγέλιο καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ».

          Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, αὐτό τό παίρνει σάν τό ἄκρο ἄωτο τῆς ἀκαταστασίας καί τῆς ἔλλειψης ἐπιγνώσεως καί συναισθήσεως. Καί ἀφοῦ παρουσιάζει αὐτό στήν ἀρχή, προχωρεῖ παρακάτω γιά νά πεῖ γιά τήν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ.

          Ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί ταπεινώθηκε.

          Ἐμεῖς ὅταν ταπεινωνόμαστε γιά λίγο, μετά ἔχομε τήν διάθεση νά ποῦμε στούς ἄλλους: «παληοαλῆτες, παληομασκαράδες, ἐγώ ταπεινώθηκα τόσο. Τί ἄλλο θέλετε; Πῶς ἀλλιῶς θέλετε νά σᾶς συμπεριφερθῶ;»

          Ὁ Χριστός ταπεινώθηκε, ἦλθε στή γῆ.

          Καί θέλοντας νά μᾶς διδάξει, τί; Νά προσέχομε καί τόν λόγο τῶν συνδούλων μας, πῆγε ὁ ἴδιος, σάν δοῦλος, νά βαπτισθεῖ «ὑπό Ἰωάννου». Ἀλλά ὁ Ἰωάννης πού τόν εἶχε γνωρίσει, ὅταν ἀκόμη ἦταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του, καταλάβαινε, καί τοῦ ἔλεγε «ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος νά βαπτίσω ἐσένα. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λύσω τόν ἱμάντα ἀπό τό ὑπόδημά σου. Δέν εἶμαι ἄξιος νά σοῦ δώσω καμία εὐλογία».

          Ἀλλά ὁ Χριστός ἐπέμεινε. Καί  ἐπέμεινε καί κατά ἕνα τρόπο πνευματικό. Ποιός ἦταν ὁ πνευματικός του τρόπος; Δέν τοῦ εἶπε: «Εἶμαι μεγαλύτερος, μιλάω, ἄρα πρέπει νά κάνεις ὑπακοή. Ἑκατό τοῖς ἑκατό. Δεδομένο».

          Ἀλλά τί τοῦ εἶπε; Τοῦ μίλησε πνευματικά. Ἐπεξηγηματικά. Καί τοῦ εἶπε: «Ἄφες ἄρτι». Δέν εἶναι γι' αὐτή τήν στιγμή ἡ ἀναζήτηση τῆς δογματικῆς, θά λέγαμε σήμερα, ἀλήθειας. «Πρέπον ἐστιν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». Τό χρέος μας αὐτή τήν στιγμή εἶναι νά ἀνοίξομε τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τόν δρόμο ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαραίτητο, «πρέπον ἐστιν ἡμῖν», νά τόν ἀνοίξομε. Καί ἐγώ καί ἐσύ. Ἐγώ σάν ὑπεύθυνος πού ἦλθα γι' αὐτό τό ἔργο στόν κόσμο καί σύ σάν ἄνθρωπος μέ ἐπίγνωση καί βοηθός μου, «πρέπον ἐστίν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην».

          Προχώρει στό ἔργο σου.

 

Τό μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς συγκατάβασης

 

          Καί ὁ Ἰωάννης προχώρησε στό ἔργο του καί ἔδειξε τήν μεγαλύτερη κατά τά ἀνθρώπινα ταπείνωση, τήν μεγαλύτερη ἀνθρώπινη ταπείνωση, ἀφοῦ δέχθηκε, ἔστω καί κατά ἐντολή νά ἁπλώσει τό χέρι του του, γιά νά εὐλογήσει τήν πηγή τῆς εὐλογίας καί τῆς χάριτος, τόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν.

          Γιατί ὁ Χριστός μίλησε ἔτσι στόν Πρόδρομο; Γιά νά δείξει σέ μᾶς, τί;

          Ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀσθενεῖ, χρειάζεται νά δείξει ὁ ἄλλος μιά συγκατάβαση πνευματική, γιά νά μπορέσει νά τόν βοηθήσει. Ἡ συγκατάβαση ἡ πνευματική εἶναι πολύ μεγάλο πράγμα.

          Καί γιά νά δείξει ἀκόμη, ὁ ὑπεράνω πάσης ἁγίας ταπεινώσεως εὑρισκόμενος λόγος καί Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅτι τόν δοῦλο τοῦ Θεοῦ καί τόν ὑπηρέτη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, τόν τιμοῦν καί τόν δοξάζουν.

          Ἕνα ἄλλο παράδειγμα τό ὁποῖο μποροῦμε νά τό θυμηθοῦμε τώρα, εἶναι πῶς ὁ Θεός εὑρισκόμενος ἀντιμέτωπος μέ τήν ἐπιμονή τοῦ προφήτη Ἠλία, στή γνώμη του, ἀντί νά τοῦ πεῖ: «Ἄντε γιατί θά χάσεις ὅλα ὅσα ἔκανες, ὅσα ἐκοπίασες μέχρι τώρα», ἔκανε τρεῖς μηχανές, τρεῖς πονηρίες, τρία τεχνάσματα, ὁ Θεός, γιά νά καταφέρει καί νά κάνει τόν προφήτη Ἠλία νά αἰσθανθεῖ ὅτι δέν εἶχε δίκιο. Καί ὅτι ἔπρεπε νά εἶναι πιό ταπεινός καί πιό σπλαχνικός καί πιό προσηνής καί πιό ὑπάκουος στόν λόγο τοῦ Θεοῦ.

          Νά μήν ψάχνει νά βρεῖ τήν τελειότητα στό λογισμό του καί στήν σκέψη του, ἀλλά στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καί στό νεῦμα τοῦ Θεοῦ. Στήν ἐλάχιστη κίνηση πού δείχνει ὅτι πίσω ἀπό αὐτά κρύπτεται κάποιο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

          Καί ὁ προφήτης Ἠλίας φυσικά τό πῆρε τό μήνυμα.

          Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος τό πῆρε τό μήνυμα. Γι' αὐτό καί ὁ ἴδιος, μετά ἀπό λίγο καιρό, ἔκανε καινούργιο, τέχνασμα, «μηχανή» καί ἔστελνε τούς μαθητές του νά φύγουν ἔγκαιρα ἀπό κοντά του καί νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό γιά νά μήν διαλυθοῦν. Καί τούς ἔλεγε:

          -Πηγαίνετε καί ρωτᾶτε, «εἰ σύ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἤ ἄλλος». Ἐγώ δέν ξέρω τίποτε. Δέν κατάλαβα τίποτε, σκοτάδι ἔχω. Ρωτεῖστε τον νά σᾶς εἰπεῖ. Καί ἅμα καταλάβετε ὅτι εἶναι ἐκεῖνος, καθεῖστε κοντά του. Ἐγώ ξώφλησα. Ἐγώ φεύγω.

          Καί γι' αὐτό καί οἱ μαθητές του, τέσσεροι ἀπό τούς ἁγίους ἐνδόξους ἀποστόλους, πῆγαν στόν Χριστό νά τόν ρωτήσουν, γιά νά... πληροφορήσουν τάχα τόν Ἰωάννη, πού δέν ξέρει τίποτε καί δέν κατάλαβε τίποτε, γιά νά... βγεῖ ἀπό τό σκοτάδι πού εἶχε στήν ψυχή του.

          Καί τό ἔκανε αὐτό ὁ Πρόδρομος, γιά νά ὁδηγήσει τούς μαθητές του στή δόξα καί στήν εὐτυχία καί στήν χαρά καί στήν αἰώνιο ζωή πού δίνει ἡ ἐπίγνωση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, χάριν τῆς ὁποίας παρακαλοῦμε εἰς τίς προσευχές μας: «Χορήγησέ μας Κύριε, ἐν μέν τῷ παρόντι αἰῶνι τήν ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας καί ἐν τῷ μέλλοντι ζωήν αἰώνιον».

          Νά μᾶς ἀξιώσει καί ἐμᾶς ὁ Θεός, νά κυνηγᾶμε τήν ταπείνωση καί νά τήν ἀναζητοῦμε. Ὄχι μέσα μας, στίς ὑπαγορεύσεις τοῦ μολυσμένου ἀπό τήν φιλαυτία ἐγώ μας, καί τῆς διανοίας μας, πού τέρπεται νά θεωρεῖ τήν σκέψη, τόν λογισμό της, σάν τήν τελεία ἀλήθεια, ἀλλά στό λόγο, ἀκόμη καί στά μικρά νεύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Αὐτό εἶναι τό μήνυμα, τό πνευματικό μήνυμα τῆς ἑορτῆς.

          Τό δογματικό καί τό τῆς ἀληθείας εἶναι, ὅτι πάψαμε νά εἴμαστε υἱοί τοῦ Ἀδάμ καί τοῦ πατέρα μας. Ἑνός Ἀγησιλάου, ἑνός Παναγιώτου, ἑνός Γεωργίου καί ὁποιουδήποτε ἄλλου καί γίναμε τέκνα τοῦ Χριστοῦ. Καί νά περιμένομε νά υἱοθετηθοῦμε σάν ἀδελφοί του, ὅταν θά μᾶς δώσει, ὅπως ἔδωσε ὁ Ἰωσήφ τά παιδιά του στόν πατέρα του τόν Ἰακώβ καί ἔπαψε νά ἔχει ὁ ἴδιος παιδιά. Καί ἔτσι ἀπέκτησε ὁ πατέρας του, ὁ Ἰακώβ, ἀλλά δυό παιδιά, τόν Ἐφραίμ καί τόν Μανασσῆ.

          Ἔτσι καί ἐμεῖς, νά υἱοθετηθοῦμε. Νά μᾶς δώσει ὁ Χριστός στόν Πατέρα του, νά μᾶς υἱοθετήσει τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας. Καί νά γίνομε μέ τόν Πατέρα μας τόν ἐν οὐρανοῖς ἀδέλφια.

          Ὁ Θεός νά μᾶς φωτίσει νά τά μελετᾶμε, νά τά βάλομε στήν καρδιά μας καί νά εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη ὅλων τῶν ἐνεργειῶν μας.

          Χρόνια πολλά, γεμάτοι ἀπό τό φῶς καί τό ἔλεός του. Ἀμήν.-