(Ἰω. 12, 1-18)

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία στήν Ἄνω Σκαφιδωτή, στίς 20/4/1997

         

Ἡ χαρά ὅλων νικᾶ κάθε θάνατο

 

          Μέ τήν εὐλογία καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ ἤρθαμε ὅλοι σήμερα στήν ἁγία Ἐκκλησία νά τιμήσουμε καί νά δοξάσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Καί νά τόν παρακαλέσουμε, ὅλοι μαζί, γιά τή σωτηρία μας καί ὁ καθένας χωριστά γιά τά προσωπικά του αἰτήματα. Καί εἴθε νά δεχθεῖ τήν προσευχή μας καί νά μᾶς εἰσακούσει σέ ὅ,τι ποθοῦμε καί σέ ὅ,τι τοῦ ζητᾶμε, κατά τήν ἁγία αὐτή ἡμέρα. Καί ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας νά μᾶς εἰσακούει, ὁ εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Γιά τόν ὁποῖο ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς λέγει:

          «Ἡ πάντων χαρά, Χριστός ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις».

          Ὁ Χριστός εἶναι «ἡ πάντων χαρά, ἡ ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση τοῦ κόσμου». Καί ἦλθε στόν κόσμο ἐπίτηδες γιά νά μᾶς δείξει, τί θέλει νά κάνει γιά μᾶς καί ποῦ θέλει νά μᾶς ἀνυψώσει. Ποῦ θέλει νά μᾶς ὁδηγήσει. Τί θέλει νά μᾶς δώσει. Πόσο μᾶς ἀγαπάει.

          Εἶναι δυνατόν νά φανταστεῖ κανείς, ἀγάπη μεγαλύτερη ἀπό τό νά σταυρώνεται κάποιος γι’ αὐτόν; Ὁ μόνος πού σταυρώθηκε γιά μᾶς εἶναι ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό κάθε κακό. Νά μᾶς βοηθήσει νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό κάθε κακό. «Γέγονε», λέει τό ἴδιο τροπάριο «τύπος ἀναστάσεως, πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν».

          Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει δύο εἰδῶν «θάνατος». Ὁ ἕνας εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σώματος. Μισητό πράγμα. Κανένας δέν τόν θέλει. Τό πιό λυπηρό πράγμα· ὅταν χάνουμε ὁποιονδήποτε δικό μας ἄνθρωπο. Στενοχωρούμεθα περισσότερο ἀπό τό ὅτι νἄχε καταστραφεῖ τό σπίτι μας, ἡ περιουσία μας ὁλόκληρη. Πολύ περισσότερο, δέν ἔχει πιά ἀξία τίποτε ἀπό τά δικά μας, ὅταν πεθαίνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. «Ἐπελθών ὁ θάνατος», λέει ἕνα τροπάριο τῆς κηδείας, «ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Ὅταν ἔλθη ὁ θάνατος εἶχες, δέν εἶχες, ὑπάρχουν δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο, πάψανε νά ἔχουν πιά καμία ἀξία. Μηδέν γίνανε.

          Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος θάνατος. Πού εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς. Καί αὐτός εἶναι χειρότερος ἀπό τόν θάνατο τοῦ σώματος. Γιατί ὁ θάνατος τοῦ σώματος σημαίνει: τελείωσε τό σῶμα, ἀλλά ζεῖ ἡ ψυχή κοντά στό Θεό. Καί ζεῖ, τή ζωή τήν αἰώνια. Καί στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πού εἶναι χιλιάδες φορές καλύτερη ἀπό τή ζωή αὐτή.

          Γιά φαντασθεῖτε ὅμως ἀδελφοί, ὅταν πεθάνει ἡ ψυχή, καί πεθάνει τόν αἰώνιο θάνατο, δηλαδή καταδικαστεῖ στήν αἰώνια κόλαση, νά βασανίζεται αἰώνια, κατάσταση ἀπό θάνατο χειρότερη, γιά φανταστεῖτε πόσο μεγάλο εἶναι τό κακό. Καί ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τόν θάνατο καί τοῦ σώματος καί τῆς ἁμαρτίας. Καί τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.

Τό πιστοποιητικό τῆς ἀνάστασης

          Κάποια ἡμέρα, λέει τό Εὐαγγέλιο, ἐνῶ καθόταν ὁ Χριστός μαζί μέ τούς μαθητές του, εἶπε ὁ ἴδιος:

          -Πᾶμε τώρα νά ἰδοῦμε τόν Λάζαρο. Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας εἶναι ἄρρωστος.

          -Ἔ, καί ἄν εἶναι ἄρρωστος, θά γίνει καλά», τοῦ εἶπαν.

          -Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας» λέει «κεκοίμηται», κοιμήθηκε.

          -Χριστέ μου, τοῦ λένε οἱ μαθητές, ἅμα κοιμήθηκε θά σηκωθεῖ ὅπως σηκώνονται οἱ ἄνθρωποι. Κοιμοῦνται καί σηκώνονται».

          -Δέν καταλάβατε τί σᾶς λέω. Κοιμήθηκε σημαίνει πέθανε. Τόν χάσαμε τόν Λάζαρο. Ἀλλά πᾶμε νά τόν ξυπνήσομε. Πᾶμε.

          Σηκώθηκαν λοιπόν καί φτάσανε στήν Βηθανίαν. Ὁ Λάζαρος εἶχε πεθάνει τέσσερες ἡμέρες. Τόν εἶχαν θάψει καί ἦταν τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος.

          Συνήθως, τήν πρώτη ἡμέρα, ὁ πεθαμένος κρατάει, δέν κρατάει.

          Τήν δεύτερη ἡμέρα δέν κρατάει. Βρωμᾶ.

          Τήν τρίτη ἡμέρα, δέν μπορεῖ νά πλησιάσει ἄνθρωπος.

          Καί τήν τέταρτη... φεύγετε νά φεύγομε.

          Οἱ Ἑβραῖοι, εἶχαν μιά συνήθεια. Ὅταν ἔθαβαν ἄνθρωπο, τήν πρώτη, δεύτερη, τρίτη ἡμέρα, ὅσες ἄντεχαν, ἄνοιγαν τόν τάφο, τόν σκέπαζαν πρόχειρα βέβαια στήν ἀρχή, καί κάθονταν καί τόν μοιρολογοῦσαν μερικές ἡμέρες. Μέχρι πού ἡ βρώμα ἦταν τέτοια πιά, πού δέν ἄντεχαν νά σταθοῦν ἐκεῖ μέ κανένα τρόπο. Τίς πρῶτες ἡμέρες, δεύτερη καί τρίτη ἡμέρα, γιά νά σταθοῦν λίγο γύρω του καί νά μοιρολογήσουν, ἔριχναν ἀρώματα ἐπάνω του. Νά κόβουν τήν βρώμα. Ἀλλά τί νά κάνουν τά ἀρώματα, μπροστά στή βρώμα τοῦ ψοφιμιοῦ; Θά ἔχει τύχει νά ἀκούσετε: «Ψοφίμι, τί φοβερή βρώμα πού βγάζει». Τότε ἔκλειναν τόν τάφο μία γιά πάντα. Καί ἔφευγαν.

          Ἔφτασε ὁ Χριστός στή Βηθανία καί τόν ὑποδέχθηκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία.

          -Κύριε, ἄν ἤσουνα ἐδῶ, δέν θά πέθαινε ὁ ἀδελφός μου, τοῦ λέει.

          -Μή φοβᾶσαι, ἀπαντᾶ ὁ Χριστός, «ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Θά σηκωθεῖ.

          Τοῦ λέει ἡ Μαρία.

          -Κύριε, ἐγώ τό πιστεύω ὅτι θά σηκωθοῦμε ὅλοι καί θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι, τήν ἡμέρα τοῦ τέλους τοῦ κόσμου. Ὅταν θά τελειώσει ὁ κόσμος αὐτός, θά ἀναστηθοῦμε ὅλοι.

          -Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καί ἡ ζωή, λέει ὁ Χριστός. Ἀπό μένα ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάσταση. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, δέν θά δεῖ θάνατο. Ἀλλά ἐγώ θά τόν ἀναστήσω τήν ἡμέρα ἐκείνη. Ὅποιος πιστεύει σέ μένα, καί ἄν πεθάνει ἀκόμη, ἐγώ θά τοῦ δώσω ζωή.

          Πῆγαν στόν τάφο καί λέει ὁ Χριστός:

          -Ἀνοῖχτε τόν τάφο. Ἀνοῖχτε τον.

          Πέφτουν ἐπάνω του.

          -Μή Χριστέ μου, δέν ἀντέχει πιά ἄνθρωπος νά σταθεῖ κοντά του. Τέσσερες ἡμέρες εἶναι πεθαμένος. Μυρίζει, ἔχει βρωμίσει φοβερά βρωμάει.

          Ἀλλά ὁ Χριστός ἐπέμεινε:

          -Ἀνοῖξτε τόν τάφο.

          Καί ἀνοίγοντας τόν τάφο, φώναξε:

          -Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Ἔλα ἔξω.

          Καί βγῆκε ὁ πεθαμένος. Πῶς βγῆκε;

          Ἐμεῖς τούς βάζουμε τούς πεθαμένους στόν τάφο μέ τά ροῦχα τους. Τήν παλαιά ἐποχή οἱ Ἑβραῖοι τούς φάσκιωναν, ὅπως φασκιώναν τήν παλαιά ἐποχή τά μωρά παιδάκια. Χέρια καί πόδια. Γιά φανταστεῖτε... Χέρια καί πόδια φασκιωμένα, καί ὅταν διάταξε ὁ Χριστός ὁ Λάζαρος βγῆκε ἔξω.

          Πῶς περπάτησε; Μέ τί πόδια περπάτησε, πού ἦταν φασκιωμένα;

          Ὅταν διατάζει ὁ Χριστός πρέπει ὅλα νά γίνονται. Εἴτε εἶσαι δεμένος, εἴτε εἶσαι λυτός, πρέπει νά ἀνταποκρίνεσαι στήν ἐντολή του. Ὅτι ἐμπόδιο καί ἄν αἰσθάνεσαι, πρέπει νά τό ξεπερνᾶς, γιά νά ἐκτελέσεις τήν ἁγία ἐντολή του. Καί ὁ Λάζαρος, τέσσερες ἡμέρες πεθαμένος, ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ποῦ τήν ἄκουσε; Ποιός τήν ἄκουσε;

          Τό σῶμα τό πεθαμένο καί τό διαλυμένο, τό βρωμισμένο;

          Ἡ ψυχή του τήν ἄκουσε, πού ἦταν στόν Ἅδη.

          Καί ξαναγύρισε καί μπῆκε μέσα στό σῶμα του καί τό σῶμα ἀπό ὑπακοή στό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πῆρε δύναμη καί δεμένο, περπάτησε καί βγῆκε ἔξω.

          Καί ὅταν βγῆκε ἔξω καί πῆγε κοντά στόν Χριστό, τότε διάταξε ὁ Χριστός καί εἶπε: «Λύσατε αὐτόν. Τώρα λύστε τον, καί ἀφεῖστε τον νά περπατάει φυσιολογικά. Λύσατε αὐτόν καί ἄφετε αὐτόν ὑπάγειν». Περπάτησε, μέ τήν δύναμη τῆς ὑπακοῆς στόν ἅγιο λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          Ἐκεῖνος ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ἀναστήθηκε. Γιατί ἀναστήθηκε;

          Λέει τό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν, πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον». Γιά νά δώσεις πιστοποιητικό, Χριστέ μου, ὅτι κάποια ἡμέρα θά ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅσο καί ἄν ἔχουν βρωμίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν διαλυθεῖ, ὅσο καί ἄν ἔχουν σαπίσει, ὅσο καί ἄν ἔχουν σβύσει καί δέν ὑπάρχει πιά οὔτε κοκκαλάκι τους. Ὅταν θά δώσεις ἐντολή, θά γυρίσουν πάλι στή ζωή. Καί θά ἀναστηθοῦνε μέ τά σώματά τους καί θά κληρονομήσουν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί μέ τά σώματά τους. Γιατί καί τό σῶμα ἐκοπίασε.

          Ποῦ κοπίασε; Νά ποῦμε ἕνα ἁπλό παράδειγμα.

          Στήν ὀρθοστασία μέσα στήν Ἐκκλησία.

          Στίς γονυκλισίες, γιά τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ μας.

          Στήν νηστεία γιά τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ.

          Στά καλά ἔργα μέ τά χέρια.

          Στά καλά λόγια μέ τό στόμα, γιά τήν δοξολογία τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἔπαινο καί γιά τήν παρηγορία τῶν ἀνθρώπων καί γιά ὁποιοδήποτε ἄλλο καλό.

          Τά πόδια κοπίασαν γιά νά τρέχουν πάντα στό καλό καί ὅλο τό σῶμα γιά νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό σῶμα θά δοξασθεῖ καί θά ἀπολαύσει ἑκατονταπλάσια καί χιλιαπλάσια ἀπό αὐτά πού ἄφησε καί στερήθηκε γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ὑπακοή εἰς τό ἅγιο θέλημα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πιστοποιητικό ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πού βρώμαγε καί ἦταν σάπιος, ὅτι θά ὑπάρξει καί θά γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τύπος τῆς πνευματικῆς ἀνάστασης

          Ἀλλά ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἦταν καί τύπος τῆς ἀνάστασης ἀπό τόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Ἕνας βρωμισμένος ἄνθρωπος, σηκώνεται καί βγαίνει ἔξω. Ἕνας δεμένος ἄνθρωπος σηκώνεται καί βγαίνει ἀπό τόν τάφο. Ἔτσι εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας. Βρώμικη ψυχή. Καί δεμένη ψυχή. Ἀπό τί δεμένη; Ἀπό τά πάθη. Χειρότερα δεσμά καί χειρότερη δουλεία ἀπό τά πάθη δέν ὑπάρχει.

          Νά πάρουμε τό σύγχρονο πάθος, τῶν ναρκωτικῶν. Τό ξέρει ὁ ἄνθρωπος ὅτι θά διαλυθεῖ καί θά πεθάνει. Τό ξέρει ὅτι ἔχει μπεῖ στό χαμό καί στόν ὄλεθρο. Καί πίσω δέν κάνει. Γιατί; Γιατί τόν ἔχει δέσει τό πάθος του. Χειροπόδαρα. Δεμένος. Δοῦλος. Καί πεθαμένος.

          Τί βγάζει ἡ ψυχή του; Βρώμα βγάζει. Δυσωδία βγάζει. Γιατί ἀδελφοί μου; Ὅλα του τά ἔργα, ὅλες του οἱ κινήσεις, ὅλη του ἡ συμπεριφορά πρός τούς δικούς του, πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους, εἶναι βρώμα. Νά βρεῖ, νά πάρει, νά ἀποκτήσει, γιά νά πάρει μία πρέζα πού τόν ὁδηγεῖ στό θάνατο. Κλέβει τόν πατέρα του, κλέβει τήν μάνα του, κλέβει τήν ἀδελφή του κτλ.

          Ἀνάλογα πράγματα εἶναι ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία.

          Ἀνάλογα πράγματα εἶναι καί οἱ ἄλλες ἁμαρτίες πού δέν φαίνεται μέν ἡ βρώμα, τί βρώμα προκαλοῦν στήν ψυχή, ἀλλά τήν αἰσθάνονται, οἱ ἅγιοι καί οἱ ἄγγελοι καί προπαντός τήν αἰσθάνεται Ἐκεῖνος πού ἦλθε γιά νά σκορπίσει τήν εὐωδία του στόν κόσμο, καθαρίζοντάς μας ἀπό τήν βρώμα τῆς ἁμαρτίας. Καί μᾶς λέει: «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε», αὐτή εἶναι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, «ἔτσι καί ἄν εἴσαστε, βρώμικοι ἄνθρωποι, μέ βρωμισμένη ψυχή καί δεμένοι μέ τά πάθη χειροπόδαρα, ἀκοῦστε τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πού λέει: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Καί βάλτε δύναμη, πᾶρτε ἀπόφαση καί περπατᾶτε μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ νά περπατήσετε. Ὄχι μέ τήν δική σας. Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ θά σᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό κακό, ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό τόν θάνατο».

          Γι' αὐτό, ὅταν πηγαίνει ἕνας ἄνθρωπος νά ἐξομολογηθεῖ, ὅταν ἀρχίζει νά μετανιώνει, νά διορθώνεται, νά ἐγκαταλείπει τό κακό, τί λέμε;

          «Τόν ἔλυσε, τόν ἔλυσε. Πῆγε στόν παπά καί τόν ἔλυσε». Τοῦ ἔλυσε τά χέρια καί τά πόδια. Τοῦ ἔδωκε τήν εἰρήνη καί τήν γαλήνη τῆς ψυχῆς. Τόν ἐκαθάρισε καί τόν ἔκανε πάλι ὑγιή ἄνθρωπο.

Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι «καμάρι»

          Μετά ἀπό αὐτό τό μεγάλο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου μέ τό διπλό μήνυμα, γιά τό σῶμα καί γιά τήν ψυχή, πῆγε ὁ Χριστός στήν Ἱερουσαλήμ. Καί μπῆκε στήν Ἱερουσαλήμ καβάλα σέ ἕνα γαϊδουράκι. Μαζεύτηκε ὁ κόσμος πού εἶχε μάθει ὅτι ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί χειροκροτοῦσε, κρατοῦσαν βάγια στά χέρια τους, σύμβολα τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἔστρωναν τά ροῦχα τους κάτω, γιά νά πατήσει τό γαϊδούρι πού βάσταζε ἐπάνω τόν Χριστό καί τόν χειροκροτοῦσαν καί ἐφώναζαν: «Ὡσανά, Υἱέ Δαυΐδ. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Τό «Ὡσανά», σημαίνει «Σῶσε μας Χριστέ μου. Σῶσε μας Υἱέ τοῦ Δαυΐδ. Ἐσύ εἶσαι πού νικᾶς τόν θάνατο. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χειρότερος ἐχθρός μας. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ἀκόμη χειρότερος. Ἐλευθέρωσέ μας, ἀπό τά κακά πού μᾶς βασανίζουν. Δῶσε εἰρήνη καί γαλήνη στή ζωή μας. Ἀξίωσέ μας τῆς Βασιλείας σου».

          Αὐτά φώναζαν οἱ ἄνθρωποι. Καί τόν δοξολογοῦσαν σάν Βασιλέα τοῦ κόσμου.

          Καί ὁ Βασιλιάς τοῦ κόσμου καθόταν σέ ἕνα γαϊδουράκι, γιατί ἤθελε νά μᾶς πεῖ: «Ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τό καμάρι. Δέν εἶναι ἡ φιλοδοξία. Δέν εἶναι ὁ ἐγωισμός. Ἀλλά εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ καλωσύνη, ἡ ἀγάπη, ἡ συμπόνια». Ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς συμπόνεσε καί ἔδειξε στόν κόσμο ὅλο τήν συμπόνια καί τήν καλωσύνη του, ἔτσι καί ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση νά ξεχνᾶμε τόν ἑαυτό μας. Νά παραμερίζουμε τόν κακό ἑαυτό μας, τίς κακές μας ἐπιθυμίες καί διαθέσεις καί νά γεμίζουμε τήν καρδιά μας μέ τήν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη, ἡ καλωσύνη του, ἡ συγχώρησή του γιά ὅλους τούς ἐχθρούς του καί ὅλες οἱ ἄλλες ἅγιες ἀρετές πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἄγγελο.

Τό μύρο τῆς Μαρίας καί τό δικό μας

          Ἀφοῦ ἔγινε ἡ εἴσοδος εἰς τήν Ἱερουσαλήμ μᾶς λέγει τό Εὐαγγέλιο, πῆγε ὁ Χριστός σέ κάποιο σπίτι. Ἐκεῖ πῆγε καί τόν βρῆκε ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου ἡ Μαρία εἶχε μαζί της ἕνα βαζάκι μέ ἕνα λίτρο μύρο, πολύτιμο ἄρωμα. Καί σήμερα εἶναι πολύ ἀκριβά. Τότε ἦταν πανάκριβα. Γιατί δέν ἦταν τόσο εὔκολο νά τά φτειάξουν, δέν ὑπῆρχαν τέτοια ἐργοστάσια πού ἔχουμε σήμερα. Ὅπως καί τότε καί τά ροῦχα ἦταν πανάκριβα. Θυμοῦνται οἱ μεγελύτεροι, ὅτι πρίν ἀπό τό «σαράντα» εἴμαστε ὅλοι μέ μπαλωμένα ροῦχα καί ξυπόλητοι. Σήμερα δόξᾳ τῷ Θεῷ, ἔχουμε ὅλοι καί ροῦχα καί παπούτσια. Τότε, στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀκόμη πιό φτωχοί οἱ ἄνθρωποι.

          Καί τό λίτρο τοῦ μύρου ἦταν πανάκριβο.

          Ἀλλά ἡ Μαρία δέν σκέφτηκε τήν δαπάνη. Γιατί ἤθελε νά πεῖ ἕνα «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό πού ἀνέστησε τόν Λάζαρο, τόν ἀδελφό της, ἀπό τόν θάνατο. Τί εἴπαμε στήν ἀρχή; «Θάνατος ἀνθρώπου; Καλύτερα νά εἶχε γκρεμίσει τό σπίτι, καλύτερα νά εἶχαν ψοφήσει τά ζῶα ὅλα, καλύτερα νά εἶχαν καταστραφεῖ τά χωράφια, παρά θάνατος ἀνθρώπου. Καί μάλιστα ἀγαπητοῦ μας καί δικοῦ μας ἀνθρώπου, τοῦ ἀδελφοῦ μας».

          Καί ἔτσι λοιπόν γιά νά τόν εὐχαριστήσει ἡ Μαρία τόν Χριστό, ἔχυσε τό μύρο ἐκεῖνο στά πόδια του, καί τοῦ τά ἔπλυνε μέ μύρο, γιά νά τοῦ πεῖ: «εὐχαριστῶ».

          Ἐρώτημα τώρα. Ἐμεῖς τί κάνουμε γιά νά ποῦμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό; Τί κάνουμε γιά νά λέμε «εὐχαριστῶ» στόν Χριστό γιά κεῖνα πού ἔκανε γιά μᾶς;

          Ἔγιναν βέβαια λίγο παλαιά. Περίπου δυό χιλιάδες χρόνια πᾶνε, ἀλλά καί γιά μᾶς τά ἔκανε· τό ξέρουμε καί τό πιστεύομε. Καί πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε νά μαθαίνουμε ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός γιά μᾶς. Καί νά τά πιστεύουμε βαθειά. Γιατί αὐτά εἶναι ἡ ζωή. Ἡ ζωή εἶναι κοντά στόν Χριστό. Μακρυά ἀπό τόν Χριστό εἶναι μόνο θάνατος, δυσωδία, διάλυση.

          Ἀπό ποῦ νά ἀρχίσομε, ποῦ νά τελειώσομε; Νά ποῦμε μόνο ἕνα πράγμα. Ποῦ καταντάει ὁ ἄνθρωπος ὅταν σκεφθεῖ περισσότερο τόν ἑαυτό του καί δέν ὑπολογίσει γυναίκα καί παιδιά. Ἤ ἡ γυναίκα δέν ὑπολογίζει ἄνδρα καί παιδιά. Καί διαλυθεῖ τό σπίτι. Τί θλίψη, τί κατάντια, τί κακό γίνεται ἄν δέν σταθεῖ ὁ ἄλλος «βράχος». Καί τί λένε ὅλοι οἱ κοινωνιολόγοι;

          «Τά παιδιά τῶν διεζευγμένων ἀνθρώπων κινδυνεύουν νά γίνουν ἀντικοινωνικοί τύποι καί οἱ περισσότεροι ἐγκληματίες προέρχονται ἀπό οἰκογένεις πού διαλύθησαν καί ἄφησαν τά παιδιά χωρίς τήν στοργή. Χωρίς νά καταλάβουν τί σημαίνει ἀγάπη. Καί ἔτσι γέμισαν οἱ καρδιές τους πόνο. Καί ὁ πόνος τους βγῆκε καί ἔγινε κακία, ἐκδικητικότητα καί δέν ξέρει ποῦ ξεσπάει».

          Λέμε «ἐξ ὄνυχος τόν λέοντα». Τό ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα. Κάθε ἀπομάκρυνση ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος. Καί διάλυση. Καί καταστροφή. Πόσα «εὐχαριστῶ» πρέπει νά τοῦ λέμε τοῦ Χριστοῦ; Ἡμέρα καί νύχτα ἔπρεπε νά τόν δοξάζομε. Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τοῦ ποῦμε «εὐχαριστῶ». Καί τά πολυτιμότερα μύρα πού μποροῦμε νά τοῦ προσφέρομε, πολυτιμότερα ἀπό τά μύρα ἐκεῖνα πού ἔχυσε ἡ Μαρία, εἶναι νά χύνουμε στά πόδια του τά δάκρυά μας. Ὅταν προσευχόμαστε καί τόν παρακαλοῦμε νά συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας, νά μᾶς δίνει ζωή, νά μᾶς μᾶς δίνει χαρά καί εἰρήνη, νά στερεώνει τόν κόσμο του, νά γεμίζει τίς ψυχές ὅλου τοῦ κόσμου μέ τό καλό... Τό ἐπαναλαμβάνομε: τό πολυτιμότερο μύρο εἶναι τά δάκρυα πού χύνουμε ὅταν προσευχόμαστε. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού προσευχόμενος τρέχουν τά μάτια του τά δάκρυα τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό.

          Πολυτιμότερο πράγμα λένε οἱ Πατέρες ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τῆς ἀγάπης στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο.

Τά δάκρυα τοῦ ληστῆ

          Ἦταν παλιά ἕνας μεγάλος ληστής. Ληστής τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σημαίνει ἄνθρωπος ἐγκληματικός. Ἔκλεβε γιά νά ἔχει ἐκεῖνος, διασκέδαζε, καί ἀφοῦ ἔφτανε μέχρι πού νά σκοτώνει ἀνθρώπους γιά νά πάρει χρήματα, φυσικό εἶναι ὅτι ἔκανε καί ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία πέρναγε ἀπό τό χέρι του. Καί ἀφοῦ ἔκανε πολλές ἁμαρτίες, κάποια στιγμή μετενόησε. Καί ἄρχισε νά κλαίει. Συναισθάνθηκε τίς ἁμαρτίες καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, ἔκλαιγε, παρακαλώντας τόν Θεό καί ἔλεγε: «Λυπήσου με Χριστέ μου, λυπήσου με γιά τίς ἁμαρτίες μου. Δῶσ’ μου συγχώρηση σάν τόν ληστή. Σάν τόν τελώνη. Σάν τήν πόρνη. Καί σάν ὁποιοδήποτε ἄλλο χειρότερο ἁμαρτωλό, λυπήσου με». Εἶχε ἕνα μαντήλι καί σκούπιζε τά δάκρυά του. Καί πέθανε ἀπό τά κλάματα.

          Καί τότε, εἶδε ἕνας μεγάλος ἅγιος ἕνα ὅραμα. Εἶδε τήν ψυχή αὐτοῦ τοῦ ληστοῦ νά κρίνεται. Καί εἶδε τά δαιμόνια νά φέρνουν καί νά παρουσιάζουν τίς ἁμαρτίες του, τίς πολλές καί χαλεπές, καί ἀπάνθρωπες. Τίς ἔβαζαν ἐπάνω στή ζυγαριά. Ποῦ νά τίς βαστήξει!

          Οἱ ἄγγελοι κοίταζαν, μετροῦσαν τίς ἁμαρτίες καί τά εἶχαν χαμένα.

          Ἔψαξαν γιά καλά ἔργα καί δέν βρῆκαν τίποτε ἀπολύτως, ἐκτός ἀπό τό μαντήλι πού σκούπιζε τά δάκρυα του. Ἦταν τό μόνο τό ὁποῖο εἶχε νά παρουσιάσει ὁ ληστής. Ὅτι ἔκλαψε γιά τίς ἁμαρτίες του καί ὅτι βγῆκαν μερικά δάκρυα ἀπό τά μάτια του, τά ὁποῖα εἶχε μαζέψει στό μαντήλι.

          Πῆραν οἱ ἄγγελοι τό μαντήλι, τό ἔβαλαν πάνω στή ζυγαριά, στόν ἄλλο δίσκο καί βάρυνε τόσο πού πετάχτηκαν καί ἐξαφανίστηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες του. Καί χάρηκαν οἱ ἄγγελοι καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός πού εἶπε στόν πρῶτο ληστή ἐπάνω στό Σταυρό: «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ», σέ παίρνω ἀπό σήμερα στόν Παράδεισο..., ὅταν ἐκεῖνος τοῦ εἶπε «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου», κατέβηκε ἀγκάλιασε τόν ληστή καί τόν ἐπῆρε εἰς τήν Βασιλεία του μέ δόξα καί χαρά. Γιατί ἐπόνεσε γιά τίς ἁμαρτίες του καί παρακάλεσε μέ δάκρυα τόν σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό νά τόν συγχωρήσει.

          Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί.

          Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται τόν θάνατο ἀπό τόν ὁποῖο μᾶς ἀνάστησε ὁ Χριστός. Τόν θάνατο τῆς ψυχῆς.

          Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θυμᾶται ὅτι ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο καί σωματικά καί ψυχικά.

          Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού περιμένει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

          Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού καταφεύγει συνεχῶς στόν Χριστό, γιά νά πάρει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί νά ἀναστηθεῖ ἀπό τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.

          Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ψάχνει νά βρεῖ ἀφορμή καί εὐκαιρία νά βρίσκεται κοντά στόν Χριστό. Εἴτε διαβάζοντας τόν λόγο του, σπουδαῖο πράγμα, ποτέ δέν πρέπει νά τό παραλείπομε. Εἴτε προσευχόμενος, εἴτε νηστεύοντας, εἴτε κάνοντας καλά ἔργα, εἴτε καί προπαντός τό κύριο καί βασικό, πού δείχνει τόν φωτισμό τόν μεγάλο καί τήν δύναμη τῆς ψυχῆς, στρέφοντας τόν ἑαυτό του τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ τόπος πού τόν λατρεύομε, τόν δοξάζομε, τόν ἐπικαλούμεθα. Καί μᾶς εἰσακούει καί μᾶς δίδει διά τῶν ἱερέων του τίς εὐλογίες του καί τήν χάρη του καί τή ζωή του.

          Εἴθε ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ νά ἐνσκηνώνει στίς ψυχές μας.

          Νά μᾶς εὐλογεῖ, νά μᾶς δυναμώνει στόν κόπο τῆς ζωῆς καί στόν ἀγώνα γιά τήν εὐαρέστησή του.

          Νά γεμίσει τή ζωή μας μέ χαρά καί μέ εἰρήνη.

          Νά μᾶς ἀξιώσει νά περάσουμε καί τήν ἁγία Μεγάλη Ἑβδομάδα γεμάτοι ἀνάταση ψυχική, γεμάτοι ἀπό τήν εὐλογία του.

          Καί νά φθάσουμε ὅλοι στήν ἁγία του ἀνάσταση, ἀρχή τῆς ἀναστάσεως τοῦ κόσμου -γιατί εἶναι ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν- γεμάτοι μέ χαρά καί μέ εἰρήνη. Καί νά τόν εὐλογοῦμε καί νά τόν δοξάζουμε γιά πάντοτε.

          Καί νά εἶναι γεμάτη ἡ ζωή μας, ὅλη ἡ ζωή μας ἀπό τήν χάρη του καί τήν εὐλογία του. Ἀμήν.-