(Ἰω. 1, 44-52)

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ὁμιλία. Ἔγινε στά Ρόκκα στίς 19/3/2000

         

Ἐπαινεῖται καί ἡ καλή διάθεση

          Σήμερα ἔχομε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

          Καί ταυτόχρονα, κάνοντας μνημόσυνα γιά τούς κεκοιμημένους, θαυμάζομε τό ἔλεος καί τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος τό πλάσμα του, δέν θέλει νά χαθεῖ. Ἀλλά ὅπως ἄφησε τόν οὐρανό καί κατέβηκε στή γῆ, γιά νά ψάξει νά μᾶς βρεῖ... Νά βρεῖ τό ἀπολεσμένο πρόβατο του, τό πλάσμα του πού χάλασε, νά τό ξαναφτειάξει σωστό, νά τό σώσει, ἔτσι, μέ τόν ἴδιο τρόπο, μᾶς κυνηγάει σέ ὅλη μας τή ζωή, γιά νά μᾶς μαζέψει στήν αὐλή του. Μᾶς κυνηγάει καί μετά τόν θάνατό μας.

          Καί ὑπενθυμίζει στούς ζωντανούς, τί πρέπει νά κάνουν.

          Καί ἔχει ὁρίσει τήν Ἐκκλησία του τούς ἱερεῖς, νά προσφέρουν τήν Θεία Εὐχαριστία, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ζώντων καί ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων. Στούς ζωντανούς νά δώσει ὁ Θεός φωτισμό καί ὀρθοπόδιση. Χάρη, εὐλογία καί εἰρήνη. Καί στούς κεκοιμημένους, νά δώσει συγχώρηση. Σέ κάθε λειτουργία παρακαλοῦμε τόν Χριστό, νά συγχωρήσει τούς ἁμαρτωλούς, πού πέθαναν ἁμαρτωλοί καί ἀμετανόητοι. Καί νά ἐλεήσει ὅλο τόν κόσμο του. Ταυτόχρονα τόν παρακαλοῦμε, νά δώσει περισσότερη δόξα, περισσότερη τιμή καί περισσότερη χαρά στήν Βασιλεία του, στήν ὑπεραγία Θεοτόκο, στούς ἁγίους ἀποστόλους, στούς ἁγίους μάρτυρες καί ἱεράρχες καί σέ ὅλους τούς ἁγίους του, πού ἀξιώθηκαν νά βρίσκονται κοντά του.

          Γιατί χαρά τοῦ Κυρίου μας εἶναι νά ἐξαλείψει κάθε δάκρυ, κάθε πόνο καί κάθε στεναγμό, ἀπό τό πρόσωπο καί ἀπό τά μάτια τοῦ κάθε ἀνθρώπου ζωντανοῦ καί κεκοιμημένου.

          Γι' αὐτό καί ἐμεῖς, βλέποντας τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας, λέμε: «Ὁ εὔσπλαγχνος, ὁ πολυέλεος, ὁ φιλάνθρωπος, ὁ ἐλεήμων, ὁ μακρόθυμος. Ὁ Κύριός μας, πού εἶναι γεμάτος ἀπό ἀγάπη, καλωσύνη καί συγχώρηση γιά μᾶς».

          Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά γυρίζομε συνεχῶς κοντά του.

          Τό μεγαλύτερο λάθος γιά ἕναν ἄνθρωπο, εἶναι νά παίρνει τόν δρόμο καί νά φεύγει μακρυά ἀπό τόν Χριστό.

          Ὅταν κανείς γυρίζει στόν Χριστό, ἔστω καί μέ τήν διάθεση, ἔστω καί μέ ἕνα δάκρυ, ὁ Χριστός τό βλέπει... Πολύ περισσότερο ὅταν ἐξομολογηθεῖ. Πολύ περισσότερο ὅταν κοινωνήσει. Πολύ περισσότερο ὅταν κάνει καί καλά ἔργα. Ὅταν νηστεύει, ὅταν ἐλεεῖ τούς φτωχούς. Ὅταν ὁ ἴδιος προσέχει τόν ἑαυτό του σέ ὅλα. Τότε ὁ Θεός μᾶς δοξάζει πλουσίως. Ἀλλά καί μᾶς ὑπενθυμίζει καί μᾶς λέει: «Φοβεῖσθε τήν ἁμαρτία. Τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία. Γιατί ἅμα τύχει καί φύγετε ἀπό κοντά μου καί δέν θέλετε νά γυρίσετε, τυφλωθεῖτε ἀπό τήν ἁμαρτία καί μείνετε στήν ἁμαρτία, δέν φταίω ἐγώ, ἄν πᾶτε στήν κόλαση. Οὔτε ἡ αὐστηρότητά μου. Φταῖτε ἐσεῖς».

          Γιατί ἐκεῖνος πού ἐλέησε τόν ληστή, ἐπάνω στό Σταυρό μισό λεπτό πρίν πεθάνει, δέν εἶναι αὐστηρός, ἀλλά εἶναι πολυεύσπλαγχνος, μακρόθυμος καί ἐλεήμων.

Σκέψου ποιός κρέμεται στό Σταυρό

          Σήμερα, πού εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτό δοξάζομε. Τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκούσατε τό τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς τί λέει; «Τήν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν, Χριστέ ὁ Θεός. Βουλήσει γάρ ηὐδόκησας ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ». Κατέβηκες καί σταυρώθηκες, ἀντί νά σταυρώσεις ἐμᾶς, ὅπως μᾶς ἄξιζε, σταυρώθηκες ἐσύ, γιά νά γλυτώσεις νά ἐλεήσεις, ὅλους ἐκείνους πού θά πιστεύουν σέ σένα. Ἐκείνους πού θά τό καταλάβουνε τί ἔκανες γιά μᾶς.

          Γι' αὐτό τονίζει ἡ Ἐκκλησία, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ὅτι τό μεγαλύτερο καί τό κυριώτερο πού πρέπει νά ἔχει ἕνας ἄνθρωπος στόν κόσμο, εἶναι νά ἔχει φωτισμό. Νά διατηρεῖ δηλαδή τό μυαλό του καθαρό. Νά βλέπει. Τί νά βλέπει;

          Πρῶτα ἀπ' ὅλα τήν δόξα καί τό ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Νά βλέπει τά δῶρα του. Τά δῶρα πού μᾶς ἔκανε μέσα στήν Ἐκκλησία του. Νά βλέπει τό φῶς πού μᾶς δίνει μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, μέσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Νά βλέπομε τό φῶς πού μᾶς δίδει μέσα ἀπό τά καλά ἔργα τῶν ἁγίων, τῶν Πατέρων μας, τῶν ἀδελφῶν μας, πού κυκλοφοροῦν μαζί μέ ἐμᾶς μέσα στόν κόσμο καί ἔχουν περισσότερο φόβο Θεοῦ. Περισσότερη ἀγάπη Θεοῦ καί προσέχουν περισσότερο νά τηροῦν τό νόμο του.

          Ὅλα αὐτά, πρέπει νά τά προσέχομε.

          Καί προσέχοντας ὅλα αὐτά, ὄχι γιατί ἔτσι ἀπαιτεῖ κάποιος θεσμός, πού μᾶς ταλαιπωρεῖ -ὅπως λένε μερικοί ἀνόητοι- ἀλλά γιά τό καλό μας, γιά τήν σωτηρία μας, ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία καί λαχταρᾶμε νά προσκυνήσομε τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί;

          Γιατί φιλώντας τήν εἰκόνα, προσκυνώντας τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, προσκυνᾶμε τόν ἴδιο. Μέσα ἀπό τήν εἰκόνα, δέν προσκυνᾶμε τό χαρτί, οὔτε τή σανίδα, οὔτε τά χρώματα. Ὅπως, βλέποντας τήν φωτογραφία τοῦ πατέρα μας, τοῦ παιδιοῦ μας, λαχταροῦμε πού τήν κοιτάζομε, δακρύζουν τά μάτια μας, γιατί δέν βλέπομε μιά φωτογραφία ἀλλά πίσω ἀπό τήν φωτογραφία, βλέπομε καί θυμόμαστε μέ λαχτάρα τό πρόσωπο πού εἰκονίζει.

          Ἔτσι καί στίς ἱερές εἰκόνες, δέν βλέπομε ξύλο καί χρώματα καί ἕνα σκίτσο, ἀλλά βλέπομε ἐκεῖνον πού εἰκονίζουν: τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Καί ἐνῶ φιλᾶμε ἕνα χαρτί, μερικά χρώματα, φιλᾶμε καί αἰσθανόμαστε τό χέρι τοῦ Κυρίου μας, πού μᾶς εὐλογεῖ. Καί ὅταν προσκυνᾶμε τόν Χριστό πάνω στό Σταυρό, βλέπομε στά πόδια του, τίς σταγόνες τό αἷμα, πού ἔπεσε ἀπό τίς πληγές του γιά τή σωτηρία μας. Ἐκεῖνο ἀσπαζόμαστε ἀδελφοί, ἐκεῖνο τιμᾶμε. Ἐκεῖνον, τόν Χριστό, τιμᾶμε. Γι' αὐτό προσέχομε στίς εἰκόνες τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού γύρω ἀπό τό κεφάλι του γράφει: Ο ΩΝ. Καί πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ Κυρίου μας, ἐπάνω στό Σταυρό γράφονται τά λόγια: «Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ».

          Γιά νά μᾶς θυμίζει καί νά μᾶς λέει αὐτή ἡ ἐπιγραφή: «Μή φαντάζεσαι ἄνθρωπε πώς εἶσαι κάτι. Καί μή φαντάζεσαι ὅτι αὐτός πού εἶναι κρεμασμένος ἐδῶ εἶναι ἕνας φτωχός ἄνθρωπος, ξεχασμένος, μισοπεθαμένος. Εἶναι Ο ΩΝ. Ὁ Θεός τόν ὁποῖο προσκύνουσε ὁ Ἀβραάμ, ὁ Θεός πού μίλησε στό Μωυσῆ. Εἶναι ὁ Χριστός, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς».

          Καί ἐπάνω στό Σταυρό ταλαιπωρημένος, δέν ἦταν ἕνα θύμα. Ἕνας ἄθλιος καί ἀδύναμος ἄνθρωπος. Φτυσμένος, καί λαβωμένος, σκονισμένος, ταλαιπωρημένος, ἀξιολύπητος. Ἀλλά ἦταν ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης. Ὁ ὁποῖος στό Σταυρό δέν ἀνέβηκε ἐπειδή δέν μποροῦσε νά κάνει διαφορετικά, τόν ἀνέβασαν ἐτσιθελικά οἱ ἐχθροί του, ἀλλά ἀνέβηκε γιατί ἤθελε νά γλυτώσει ἐμᾶς ἀπό τόν θάνατο τῆς ψυχῆς, ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο, ἀπό τήν αἰώνια κόλαση καί καταδίκη.

          Γι' αὐτό, ὅσο πιό πολύ βλέπομε σέ μία εἰκόνα ἤ θυμόμαστε τά πάθη καί τήν ταλαιπωρία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς, τόσο πιό πολύ λαχταρᾶμε νά εἴμαστε κοντά του...

Ὅτι δόξασε ὁ Κύριος σύ μή τό καταφρονεῖς

          Ὅταν ἔγινε ἡ εἰκονομαχία, οἱ εἰκονομάχοι πάνω-κάτω ἔλεγαν: «Ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα. Καί τόν προσκυνοῦμε ἀοράτως μέσα στήν καρδιά μας. Δέν χρειάζονται οἱ εἰκόνες».

          Πῆγε λοιπόν ὁ ἅγιος Γερμανός, Πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί ἔκανε διάλογο μέ τόν αὐτοκράτορα Λέοντα, πολέμιο τῶν εἰκόνων. Τοῦ λέει:

          -Βασιλιά μου, γιατί ἀνακατεύεσαι σέ δουλειές τῆς ἁρμοδιότητάς μου; Αὐτά εἶναι τῶν παπάδων, εἶναι θέματα τῆς πίστης. Ὄχι τῶν ἀρχόντων, ὄχι τοῦ καθενός. Αὐτοί εἶναι δοῦλοι Κυρίου, αὐτοί θά μᾶς διδάξουν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐξ ὀνόματός του. Ἐμεῖς τούς ἀκολουθοῦμε. Καί τοῦ ἀνέφερε παραδείγματα τιμῆς καί προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων ἀπό τήν παλαιά ἐποχή.

          Θυμᾶστε τήν συγκύπτουσα γιά τήν ὁποία μιλᾶ τό Εὐαγγέλιο;

          Αὐτή μόλις ἔγινε καλά, ἔφτειαξε ἕνα χάραγμα τοῦ Κυρίου. Μιά εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Καί τήν ἔφερε μαζί της. Πήγαιναν οἱ ἄνθρωποι, ἀσπαζόντουσταν τήν εἰκόνα καί γίνονταν καλά. Εἶχαν γίνει τοῦ κόσμου τά θαύματα.

          Σήμερα, πόσα θαύματα ἔχει κάνει ἡ Παναγία τῆς Τήνου; Πόσα ἡ Παναγία ἡ Πορταΐτισσα; Πόσα θαύματα ἔχει κάνει ἡ Παναγία ἡ Ὁδηγήτρια, εἰκόνες εἶναι. Γιά εἰκόνες μιλᾶμε.

          Γιατί; Διότι ὁ Θεός δίδει χάρη καί στίς εἰκόνες.

          Ἀλλά ὁ βασιλιάς, δέν ἤθελε νά τό παραδεχθεῖ. «Ἄστα αὐτά», τοῦ λέει.

          Ἄλλοτε πάλι ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ ὁμολογητής, προσπαθώντας νά πείσει τόν βασιλιά, ἔβγαλε ἀπό τήν τσέπη του ἕνα νόμισμα. Τότε τά νομίσματα εἶχαν πάνω τους χαραγμένη τήν μορφή τοῦ βασιλιά.

          -Τί εἶναι αὐτό; τοῦ λέει. Καί ἔδειξε τήν εἰκόνα τοῦ βασιλιά.

          -Εἰκόνα, ἀπάντησε ἐκεῖνος.

          Τότε ὁ ἅγιος πέταξε στή γῆ τό νόμισμα καί τό πάτησε.

          Ἔγινε θηρίο ὁ βασιλιάς.

          -Γιατί θυμώνεις βασιλιά μου. Ἐσένα πάτησα; Τήν εἰκόνα σου πάτησα.

          -Τί λές βρέ παληάνθρωπε. Τήν δική μου εἰκόνα πάτησες; Ἔτσι περιφρονοῦν τόν βασιλιά;

          -Ἄ, τοῦ λέει ὁ ἅγιος Θεοφάνης. Τό ἴδιο λέω καί ἐγώ. Τιμώντας τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τιμάω τόν Χριστό. Πατώντας καί βρίζοντας τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, βρίζομε τόν ἴδιο τόν Χριστό.

          -Νά σοῦ πῶ καί ἄλλο ἕνα παράδειγμα βασιλιά μου. Ξέρεις τήν τρίτη ἐντολή; Εἶναι: «Οὐ λήψῃ τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ». Τό ὄνομα μου ἐμένα εἶναι Θεοφάνης. Καί σένα εἶναι Λέων. Τό ἴδιο πράγμα εἶσαι ἐσύ ὁ Βασιλιάς καί τό ὄνομα «Λέων», ἤ κάτι ἄλλο;

          Ἅμα εἶσαι κάτι ἄλλο, λέω: «Καταραμένο... Μαγαρισμένο τό ὄνομα Λέων». Γιά τό ὄνομα μόνο τό λέω. Ὄχι γιά σένα.

          Ἔγινε πάλι θηρίο ὁ βασιλιάς πού ἄκουσε νά βρίζουν τό τό ὄνομά του.

          -Τό βλέπεις, τοῦ λέει ὁ ἅγιος, πῶς σοῦ κακοφάνηκε πού ἔβρισα ὄχι ἐσένα ἀλλά τό τό ὄνομά σου; Πᾶμε τώρα παρακάτω. Ἅμα πεῖ κανείς κάποια λέξη γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἁμαρτάνει; Ἀφοῦ ὁ Θεός δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τό ὄνομά του;

          Λέει ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ. «Ὅποιος πιάσει στό στόμα του τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐπί ματαίῳ, δέν θά τόν καθαρίσει ποτέ ὁ Θεός». Θά τόν ἀφήσει ἀσυγχώρητο. Βαρειά ἁμαρτία. Ἔτσι λοιπόν, ὅπως τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄλλο ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀλλά εἶναι ἅγιο, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας, εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, ἀλλά ἐπειδή ἀναφέρεται σ’ αὐτόν, εἶναι ἅγιο πράγμα. Γιατί κάθε τί πού ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό εἶναι ἅγιο.

          Θυμᾶστε τί ἔκανε ὁ Χριστός; Ἕναν τόν φύσηξε. Ἄλλους τούς ἀκούμπησε μέ τό δάχτυλό του, ἄλλους τούς ἔβαλε λάσπη. Καί μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους τούς ἐθεράπευσε. Γιατί; Γιά νά μᾶς πεῖ ὅτι ὁτιδήποτε ἄγγιξε, ἦλθε σέ ἐπαφή μαζί του, πῆρε ἁγιασμό. Τόσο μεγάλος εἶναι ὁ Κύριος μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

          Καί οἱ ἅγιες εἰκόνες πού τόν εἰκονίζουν, εἶναι μεγάλες, γιατί μιλᾶνε γιά τήν δόξα του, γιά τήν χάρη του, γιά τό μεγαλεῖο του, γιά τήν εὐσπλαγχνία του, γιά τήν φανέρωσή του στόν κόσμο. Ὅτι ἦλθε ἐδῶ στή γῆ καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Καί τόν συναναστραφήκαμε. Καί μᾶς μίλησε. Καί μᾶς εὐεργέτησε. Καί ἔφτειαξε τήν Ἐκκλησία του γιά μᾶς.

Τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ ὁδηγοί σωτηρίας

          Κάποια φορά, ὅταν ἔγινε ἡ μεγάλη εἰκονομαχία στήν Κωνσταντινούπολη, ἦταν μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, τήν ὁποία ἐπικαλοῦνταν καί τήν σέβονταν πολύ. Προκειμένου νά τήν πάρουν οἱ εἰκονομάχοι καί νά τήν κάψουν, γιατί ἡ ἀστυνομία ἔμπαινε στά σπίτια γιά ἔρευνα, καί ἅρπαζε τίς εἰκόνες καί τίς ἔκαιγε, τήν πέταξαν σ’ ἕνα ξεροπήγαδο. Καί πέταξαν μαζί ἕνα κερί καί τό θυμιατό μέ τό λιβάνι. Γιατί τήν λιβάνιζαν μέχρι πού βρέθηκε στόν πάτο τοῦ πηγαδιοῦ. Μετά σκέπασαν τό πηγάδι, καί τό ἄφησαν ἔτσι.

          Πέρασαν περίπου ἑκατόν εἴκοσι χρόνια καί τελείωσε ἡ εἰκονομαχία. Ἦρθε ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας καί θυμήθηκαν οἱ κληρονόμοι ἐκείνου τοῦ σπιτιοῦ ὅτι οἱ παπποῦδες τους ἔχουν πετάξει τήν εἰκόνα στό πηγάδι. Τό ἄνοιξαν καί τί βρῆκαν;

          Τήν εἰκόνα νά στέκει ὄρθια. Μπροστά της νά ἐξακολουθεῖ νά καίει τό κερί. Καί τό θυμιατό νά εἶναι ἀκόμη ἀναμμένο καί νά βγάζει λιβάνι. Τό λιβάνι καί τό κερί ἔπρεπε νά εἶχαν καεῖ. Καί ἡ εἰκόνα δέν μπορεῖ νά στέκει ὄρθια. Ἔπρεπε νἄχει πέσει. Δεξιά ἤ ἀριστερά.

          Ἀλλά θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς δείξει, πόση ἱερότητα ἔχουν καί οἱ εἰκόνες πού εἰκονίζουν τά ἁγία πρόσωπα, πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί μετά τῆς Παναγίας καί μετά τῶν ἁγίων, φανέρωσε αὐτό τό μεγάλο σημεῖο.

          Ἐμεῖς ἀδελφοί, ἀπό ὅλα αὐτά πρέπει νά φωτιζόμαστε.

          Γιατί φῶς δέν εἶναι ἐκεῖνα πού μᾶς λέει τό μυαλό μας, ὅπως τά σκέπτεται. Τό μυαλό μας κάνει λάθη. Καί μάλιστα μερικές φορές, λάθη τραγικά. Τόσο μεγάλα λάθη, ὥστε νά πέφτει ἄνθρωπος στίς χειρότερες ἁμαρτίες καί νά ἀρνεῖται τόν Χριστό πού εἶναι τό χειρότερο λάθος τοῦ κόσμου. Καί γι' αὐτό ὁ Θεός κάνει διάφορα θαύματα, γιά νά μᾶς πεῖ: «Προσέξτε. Τό μυαλό σας, δέν σκέπτεται καλά. Θέλει διόρθωση τό μυαλό σας».

          Ὅταν βλέπομε τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, νά παίρνομε τήν ἀπόφαση νά τό διορθώνομε τό μυαλό μας. Γιατί εἶναι τοῦ Θεοῦ ὑπόδειξη. Τοῦ Θεοῦ εὐσπλαγχνία, τοῦ Θεοῦ καλωσύνη καί τοῦ Θεοῦ φωτισμός γιά μᾶς.

          Νά μᾶς συνετίζει ὁ Κύριος, νά καταλαβαίνομε τά μηνύματα πού μᾶς δίνει γιά τή σωτηρία μας. Ἀμήν.-