Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Λουκ. 19, 1 - 10)

† ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στήν Μυρσίνη, στίς 28/1/1996)

           

1. Ἡ σωτήρια ἐπίκληση

 

            Σήμερα ὁ Ἀπόστολος (Α Τιμ. 4, 9-16) μᾶς εἶπε κάποια ὡραῖα λόγια, πού πρέπει νά τά δεχθοῦμε μέ ἐμπιστοσύνη, νά τά βάλουμε βαθειά μέσα στήν καρδιά μας καί νά μήν τά ξεχνᾶμε ποτέ.

            «Ἠλπίκαμεν ἐπί Θεόν ζῶντα», εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τήν ἐλπίδα μας, τήν ἔχουμε στηρίξει στό Θεό. Σ’ ἕνα Θεό ζωντανό. «Ὅς ἐστίν σωτήρ πάντων ἀνθρώπων μάλιστα δέ πιστῶν». Καί αὐτός, ὁ ζωντανός Θεός, εἶναι σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἰδιαίτερα τῶν πιστῶν. Ἐκείνων δηλαδή πού πιστεύουν στό ὄνομά του. Ὀφείλουμε λοιπόν νά τό βάλουμε βαθειά στήν καρδιά μας, ὅτι Θεός ζεῖ καί ὅτι εἶναι εὔσπλαγχνος, πολυέλεος καί θέλει νά μᾶς καλέσει ὅλους κοντά του. Νά μᾶς σώσει.

            Γι' αὐτό καί συναντᾶμε πολλές φορές στίς Ἅγιες Γραφές νά μακαρίζονται ἐκεῖνοι πού πιστεύουν τόν Χριστό, ἐκεῖνοι πού ἔχουν γνωρίσει ὄνομά του καί ἐκεῖνοι πού τόν ἀγαποῦν καί θέλουν νά τηρήσουν τό ἅγιο θέλημά του. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι πού ἐγνώρισαν τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό ἀπό κοντά λένε: «Κάθε ἄνθρωπος πού θά ἐπικαλεστεῖ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ θά σωθεῖ».

            Ἐμεῖς μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔχουμε ἐπικαλεστεῖ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἰδιαίτερα τότε πού βαπτιστήκαμε στό ὄνομά του. Ὄχι ἁπλῶς τό εἴπαμε, τό φωνάξαμε καί τόν παρακαλέσαμε, ἀλλά βαπτιστήκαμε στό ὄνομά του. Ἀφιερωθήκαμε σ’ Ἐκεῖνον καί γίναμε χριστιανοί.

            Καί ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα, ἄλλος λιγότερο καί ἄλλος περισσότερο, ἀγωνιζόμαστε νά τόν ἐπικαλούμεθα μέ τήν προσευχή μας καί νά προσφεύγουμε στήν εὐλογία του, στήν προστασία του, στή δύναμή του, στή χάρη του καί στό ἔλεός του. Καί νά ἀγωνιζόμαστε, κατά τήν δυνατότητά μας, νά τηροῦμε τό θέλημά του, ἀποφεύγοντας ὅσο μποροῦμε περισσότερο τίς μεγάλες ἁμαρτίες καί προσέχοντας καί ἀπό τίς μικρότερες.

            Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τήν εὐαισθησία νά μήν λυπεῖ τόν Κύριο μέ ἁμαρτίες.

            Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού κάθε φορά πού λέει τό «Πάτερ ἡμῶν», ὅταν φτάνει στό «γενηθήτω Κύριε, τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς», λέει μέσα του: «Βοήθησέ με Κύριε, καί ἐμένα νά μοιάσω λίγο μέ τούς ἀγγέλους καί νά σέβομαι τό ἅγιο θέλημά σου καί στίς λεπτομέρειες. Καί σέ κεῖνα πού οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τά θεωροῦν μικρά καί τά ἀφήνουν στήν ἄκρη». Ὅσο περισσότερο κάποιος ἀγαπάει τόν Χριστό, τόσο περισσότερο θέλει νά εἶναι εὐάρεστος ἐνώπιόν του καί νά τόν εὐχαριστεῖ κάνοντας τό ἅγιο θέλημά του.

            Ἀλλά ὅσο ἕνας ἄνθρωπος, ἀγαπάει τόν Χριστό τόσο περισσότερο ὁ Χριστός ἔρχεται καί κατοικεῖ στήν καρδιά του, καί τήν γεμίζει μέ χαρά, μέ εἰρήνη, μέ εὐλογία· τόν ἴδιο καί τό σπίτι του.

            Σ’ αὐτό τό σημεῖο, τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε, ἔρχεται νά συμπληρώσει αὐτά τά ὡραῖα λόγια πού μᾶς εἶπε ὁ ἀπόστολος, ὅτι δηλαδή «ἠλπίκαμεν ἐπί τόν Θεό ζώντα». Ἐλπίζουμε σ’ ἕνα Θεό ζωντανό, πού εἶναι σωτήρας ὅλων μας καί πολύ περισσότερο ἐκείνων πού τόν πιστεύουν.

           

2. Καλότυχοι ὅσοι ἔχουν συγγενεῖς στήν ἄνω Πόλη

 

            Ὅταν ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός περπατοῦσε ἀκόμη ἐπάνω στή γῆ, ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὁ Ζακχαῖος, πού ἦταν τελώνης, δηλαδή ἐκμεταλλευτής τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἄκουσε ὅτι θά περνοῦσε ἀπό τήν πόλη στήν ὁποία βρισκόταν καί ἔτρεξε νά τόν δεῖ.

            Ἀπό περιέργεια τό ἔκανε, λέγει τό Εὐαγγέλιο. Γιά νά μάθει:

            Ποιός εἶναι αὐτός;

            Τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού μιλάει συνέχεια γιά τόν Θεό καί τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν;

            Καί ἔτρεξε νά τόν δεῖ. Ἀλλά ἐπειδή ἦταν κοντός, φοβόταν ὅτι ἀνάμεσα στό πλῆθος δέν θά κατόρθωνε νά δεῖ τόν Χριστό, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι ἦταν ψηλότεροι. Γι' αὐτό, ἀνέβηκε σ’ ἕνα δένδρο, σέ μιά συκομουριά.

            Ὅταν πέρασε ἀπό κεῖ ὁ Χριστός, ἐνῶ ὁ Ζακχαῖος εἶχε γουρλώσει τά μάτια του, καί κοίταζε νά τόν δεῖ, «νά τόν ζυγιάσει» ὅπως λέμε, νά τόν ἀξιολογήσει, νά καταλάβει τί εἶναι, ὁ Χριστός σήκωσε τά μάτια του ἐπάνω του. Τόν φώναξε μέ τό τό ὄνομά του, γιατί ὁ Χριστός παντογνώστης καί παντοδύναμος Θεός, πρίν ἀνέβει ἐκεῖνος στή συκομουριά, ἤξερε τί εἶναι καί τί ἀναζητοῦσε. Καί τοῦ εἶπε:

            -Ζακχαῖε, γρήγορα κατέβα. Βιαστικά κατέβα. Τρέξε στό σπίτι σου νά ἑτοιμάσεις, γιατί τό ἔχω προγραμματίσει. Σήμερα θά μείνω στό σπίτι σου. Ἐσύ θά μέ φιλοξενήσεις.

            Κατέβηκε ὁ Ζακχαῖος, λέγει τό Εὐαγγέλιο, πῆγε σπίτι του ὅσο μποροῦσε πιό γρήγορα καί ἑτοίμασε γεμάτος χαρά ὑποδοχή καί φιλοξενία γιά τόν Χριστό καί γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους. Ὅταν ἔφτασαν, κατάλαβε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «ὁ ζωντανός Θεός, ὁ σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί προπαντός ἐκείνων πού πιστεύουν».

            Στάθηκε λοιπόν μπροστά του καί τοῦ εἶπε:

            -Κύριε, μέχρι τώρα παλιάνθρωπος. Μέχρι τώρα ἐκμεταλλευτής. Μέχρι τώρα μάζευα μέ ἀδικίες καί μέ τρόπους ἁμαρτωλούς. Ἀλλά τώρα ἀλλάζω. Πρῶτα ἤμουν μακρυά σου. Τώρα ἔρχομαι κοντά σου. Καί γι' αὐτό θέλω νά τακτοποιηθῶ. Νά ἡ πρώτη μου ἀπόφαση:

            Τά μισά ἀπ' ὅσα ἔχω, θά τά μοιράσω στούς φτωχούς. Καί ὅποιος ἔλθη καί μοῦ πεῖ ὅτι τόν ζημίωσα σέ κάτι, θά τοῦ τό ἀποδώσω τετραπλάσιο.

            Πῆρε τήν ἀπόφαση ὁ Ζακχαῖος ἀκόμη καί φτωχός νά μείνει. Νά τά σκορπίσει ὅλα. Ἀρκεῖ νά εἶναι εὐάρεστος στόν Χριστό. Γιατί ἅμα, ἐγώ θέλω νά δῶ τόν Χριστό μόνο ἀπό περιέργεια, ἀλλά ὁ Χριστός δέν θέλει νά δεῖ ἐμένα, ἐπειδή εἶμαι γεμάτος κακίες καί ἁμαρτίες καί βρῶμες καί λέρες στήν ψυχή μου, τί ὠφέλεια θά ἔχω;

            Καί ἐπειδή τίποτε δέν ἀξίζει τόσο ὅσο ἡ αἰώνια ζωή...

            οὔτε εἶναι ποτέ δυνατόν ἡ ἐπίγεια ζωή νά ἀξίζει τόσο ὅσο ἡ αἰώνια...

            Γι' αὐτό, τί θά μέ ὠφελήσει νά κρατήσω κάποια πλεονεκτήματα στήν ἐπίγεια, στήν πρόσκαιρη ζωή, πού δέν ξέρουμε πότε τελειώνει γιά τόν καθένα μας καί νά χάσω τήν αἰώνια ζωή;

            Ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἔδειξε ἔμπρακτα τήν μετάνοιά του καί εἶπε αὐτά τά λόγια, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τοῦ ἀπάντησε:

            «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Σήμερα Ζακχαῖε, δέν σώθηκες ἐσύ μόνος. Σώθηκε ὁλόκληρο τό σπίτι σου. Σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία καί ἐπισκέφθηκε τό σπίτι σου. Ἦλθε στό σπίτι σου.

            Γιατί τά εἶπε αὐτά ὁ Χριστός;

            Γιατί ὅταν ἕνας πατέρας ἤ μία μητέρα βάζουν τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά τους, ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ καί ὁ φωτισμός του, ἔρχεται σέ ὁλόκληρο τό σπίτι καί ἐπηρεάζονται ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειας καί παίρνουν μία καλύτερη πορεία.

            Γι' αὐτό λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Καλότυχος ἐκεῖνος πού ἔχει συγγενεῖς, γνωστούς, φίλους, πού εἶναι πολίτες τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ. Πού ἔχουν τό μυαλό τους στόν Χριστό καί στή Βασιλεία του». Γιατί τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ἀντανακλᾶ. Βγαίνει ἀπό τίς δικές τους καρδιές καί φωτίζει καί τά δικά μας μάτια. Ψυχῆς καί σώματος. Καί εὐεργετούμεθα ἀπό αὐτούς. Καί κάποια στιγμή, θά ἀποκτήσουμε καί ἐμεῖς ὅλοι συνείδηση τί σημαίνει Χριστός καί θά βρεθοῦμε, ἀκόμη καί χωρίς νά τό καταλάβουμε κοντά του. Κοντά στήν αἰώνια ζωή.

 

3. Ξεκινήσαμε ἀπό περιέργεια; Ἄς προχωρήσομε συνειδητά

 

            Ἀλλά ἄς ἀναλύσουμε λίγο περισσότερο τήν ἱστορία τοῦ Ζακχαίου γιά νά πάρουμε πιό βαθειά καί πιό ὠφέλιμα διδάγματα.

            Ξεκίνησε ὁ Ζακχαῖος νά δεῖ τόν Χριστό ἀπό περιέργεια.

            Ὄχι ἀπό πίστη. Ἀπό περιέργεια. Αὐτό μᾶς λέει, ὅτι καί ὅταν ἀκόμη πάρουμε τά ἱερά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας στά χέρια μας, ἀπό περιέργεια νά τά διαβάσουμε, ὠφέλεια ἔχουμε. Ὠφέλεια θά μᾶς δώσουν. Γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς.

            Τό ἴδιο καί ὅταν πᾶμε στήν Ἐκκλησία. Ἐπειδή εἶναι τόπος εὐλογίας, ἐπειδή εἶναι οἶκος τοῦ Θεοῦ, ὄχι τό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, τοῦ Χριστοῦ τό σπίτι εἶναι, γι' αὐτό ἀκριβῶς καί ὅποιος βρεθεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία, ἔστω καί ἀπό περιέργεια νά πῆγε, ἔστω καί κατά λάθος, ὠφέλεια θά πάρει. Φωτισμό θά πάρει. Εὐλογία τοῦ Θεοῦ θά πάρει.

            Πόσο μᾶλλον θά λάβει κανείς αὐτά τά ἀγαθά ὅταν ἐκκλησιάζεται συνειδητά. Καί μέσα στήν Ἐκκλησία στέκει ἔχοντας κάτω τά μάτια, ἐπάνω τήν καρδιά, μέ ἐλπίδα στόν Χριστό, μέ τό στόμα τῆς ψυχῆς του ἀνοιχτό νά φωνάζει συνεχῶς καί νά λέει: «Ἐλέησέ με Κύριε, φώτισέ με Κύριε. Βοήθησέ με νά βαδίζω στό δρόμο σου. Στεῖλε μου τόν ἄγγελό σου καί τήν προστασία σου. Στάσου κοντά μου, σέ μένα, ἕνα φτωχό πλάσμα σου. Δυνάμωσέ με στήν πορεία τῆς ζωῆς μου».

            Εἶναι ποτέ δυνατόν ὁ Θεός νά μήν τόν ἀκούσει;

            Ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεός πού κατέβηκε στόν κόσμο καί ἔγινε ἄνθρωπος σάν καί ἐμᾶς;

            Γιά ποιό λόγο; «Ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός». Γιά νά ψάξει νά βρεῖ τό χαμένο πλάσμα του. Ὅπως καί ἐμεῖς πού ὅταν χάσουμε κάτι ψάχνουμε νά τό βροῦμε, ἔστω καί ἄν εἶναι τιποτένιο πράγμα.

            Μπορεῖ ποτέ ὁ Χριστός νά μᾶς ἀφήσει;

            Ἔρχεται καί ψάχνει νά μᾶς βρεῖ γιά νά μᾶς πάρει κοντά του. Στήν χαρά του, στήν εὐτυχία του, στήν αἰώνια ζωή καί στήν αἰώνια Βασιλεία του. Νά μᾶς κάνει συγκληρονόμους του.

 

4. Τέτοιες ζυγαριές θέλουμε!

 

            Λέει τό Εὐαγγέλιο: «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ».

            Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος πού ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἔστω μόνο νά ἔχει τήν καλή διάθεση νά τόν ἀκούει. Γιατί ἀπό τά αὐτιά καί ἀπό τά μάτια θά μπεῖ ἡ θεογνωσία στήν καρδιά. Καί ἔτσι μπεῖ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα στήν καρδιά, τότε πιά φουντώνει ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί θέλει νά εἶναι κοντά στόν Χριστό καί νά τηρεῖ τό ἅγιο θέλημά του.

            Γιατί ὅμως τονίζουμε ὅτι εἶναι καλότυχος ἐκεῖνος, πού ὄχι ἁπλῶς καί ἀπό περιέργεια, ἀλλά μέ σωστό τρόπο θέλει νά πάει κοντά στόν Χριστό;

            Καλό εἶναι βέβαια ἔστω καί ἀπό περιέργεια νά κάνει κάποιος βήματα πρός τόν Χριστό, ἀλλά χρειάζεται κάτι περισσότερο.

            Θά ποῦμε μία ἱστορία, πού εἶναι γραμμένη στό βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, πού ἦταν Πατριάρχης στήν Ἀλεξάνδρεια.

            Στά χρόνια λοιπόν τοῦ ἁγίου, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος χριστιανός μέν, βαπτισμένος στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, Πέτρο τόν ἔλεγαν, τελώνης καί αὐτός, σάν τόν Ζακχαῖο, πού εἶχε ὅμως ξεχάσει τόν Χριστό καί κοίταζε μόνο τόν ἑαυτό του.

            Μιά μέρα λοιπόν, μερικοί ζητιάνοι ἔλεγαν μεταξύ τους:

            -Ἔχεις πάρει ποτέ σου δεκάρα ἀπό αὐτό τόν ἄνθρωπο; Ἔδωσε ποτέ ἐλεημοσύνη σέ κανένα;

            Καί διαπίστωναν πῶς δέν εἶχε δώσει ποτέ οὔτε πεντάρα. Σέ κανένα. Ὅτι δέν εἶχε ἀγάπη, δέν εἶχε εὐσπλαγχνία. Εἶπαν λοιπόν:

            -Ἐδῶ θά φανεῖ ποιός ἀπό μᾶς εἶναι ἄξιος. Νά πάει νά τοῦ πάρει μιά ἐλεημοσύνη.

            Καί ἔβαλαν στοίχημα οἱ ζητιάνοι, τῆς μεγαλουπόλεως Ἀλεξανδρείας, ποιός θά καταφέρει νά τοῦ πάρει κάτι ἐλεημοσύνη.

            Πῆγε λοιπόν ἕνας καί τοῦ ἔλεγε:

            -Δόσ’ μου μία ἐλεημοσύνη. Δόσ’ μου κάτι πεινάω.

            Ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ἄσπλαγχνος τόν ἔβριζε καί τόν ἔδιωχνε, λέγοντάς του ὅπως κάνουν καί μερικοί σύγχρονοι: «Χαραμοφάη. Νά πᾶς νά δουλέψεις παλιό-χαραμοφάη». Λές καί εἶναι δυνατόν πάντοτε ὅλοι νά δουλέψουν. Καί ὅσοι δέν ἔχουν νά φᾶνε ἀπό δικά τους χρήματα, εἶναι ὄχι ἄτυχοι καί δυστυχισμένοι, ἀλλά «ὑποχρεωτικά» χαραμοφάηδες.

            Ἐπειδή ἐπέμενε ὁ φτωχός, στό τέλος, ἐκεῖνος θύμωσε καί καθώς κρατοῦσε στά χέρια του ἕνα καρβέλι ψωμί, τοῦ τό πέταξε στό κεφάλι. Ὁ φτωχός τό ἅρπαξε καί ἔφυγε καμαρώνοντας γιά τό κατόρθωμά του.

            Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ὁ ἄσπλαγχνος πλούσιος εἶδε ἕνα ὅραμα.

            Εἶδε πώς εἶχε πεθάνει καί βρέθηκε στό δικαστήριο τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως κατέφθασαν τά δαιμόνια γιά νά τόν κατηγορήσουν. Νά παρουσιάσουν τίς ἁμαρτίες του. Καί ἀποκάλυψαν ἕνα σωρό. Μάτσα ὁλόκληρα.

            Οἱ ἄγγελοι ἔψαξαν νά βροῦν κανένα καλό ἔργο, γιά νά μπορέσουν νά ἀπολογηθοῦν γι' αὐτόν καί νά τόν πάρουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, σάν εὔσπλαγχνοι. Ἀλλά δέν βρῆκαν τίποτε, παρά μόνο τό καρβέλι πού εἶχε πετάξει στό κεφάλι τοῦ φτωχοῦ καί τό ἔβαλαν στή ζυγαριά.

            Καί ὁ εὔσπλαγχνος Θεός, πού θέλει νά εἴμαστε γεμάτοι ἀγάπη, ὅπως καί ἐκεῖνος εἶναι γεμάτος ἀγάπη, ἔκανε τήν ζυγαριά νά ρθεῖ περίπου στό ἰσοζύγιο. Τό καρβέλι ἀπό τήν μιά καί ὅλες τίς ἁμαρτίες τοῦ πλούσιου ἀπό τήν ἄλλη.

            Καί τότε ἐκεῖνος, βλέποντας αὐτό τό πράγμα, ἀναστέναξε καί εἶπε: «Ἄχ νά εἶχα κάνει καί κάτι καλό ἀκόμα». Τότε τοῦ λέει ἕνας ἄγγελος: «Πήγαινε εὐλογημένε πάλι στόν κόσμο καί κάνε καμιά ἐλεημοσύνη, γιά νά μπορέσεις νά ἐλεηθεῖς ἀπό τόν Θεό καί νά σωθεῖς».

            Ξύπνησε ὁ Πέτρος, συνῆλθε καί κατάλαβε πόσο μεγάλη σημασία ἔχει ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλεημοσύνη. Τήν ἀξία τῶν ὁποίων κατάλαβε καί ὁ Ζακχαῖος ὅταν βρέθηκε μπροστά στόν Χριστό, καί εἶπε: «Τά μισά μου ὑπάρχοντα τά δίνω ἐλεημοσύνη».

            Ἀπό τότε αὐτός ὁ ἄσπλαγχνος πλούσιος τῆς Ἀλεξάνδρειας μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του, ὅλο σκόρπιζε. Ἔγινε ὁ πιό ἐλεήμων ἄνθρωπος τῆς περιοχῆς. Ἀξιώθηκε νά κάνει καί θαύματα καί νά πάει στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

5. Ἡ μεγάλη συνάντηση γίνεται στήν καρδιά

            Ὀφείλουμε νά κάνουμε ἔλεγχο τῶν πράξεών μας καί τῆς συνειδήσεώς μας. Νά δοῦμε:

            Εἴμαστε εὔσπλαγχνοι;

            Ἤ εἴμαστε κολλημένοι στή σκέψη, ὅτι πρέπει νά ἐκμεταλλευτοῦμε καί τήν τελευταία δεκάρα πού πέφτει στά χέρια μας, ἤ καί πού μπορεῖ νά πέσει, μέ ὁποιοδήποτε τρόπο. Νόμιμο ἤ παράνομο. Νά τήν ἐκμεταλλευτοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας καί μόνο γιά τόν ἑαυτό μας.

            Ἄν κάνουμε ἔτσι, πῶς θά μπορέσουμε νά βρεθοῦμε κοντά στόν Χριστό, χωρίς νά τοῦ μοιάζουμε σέ ἀγάπη καί σέ καλωσύνη;

            Τό δεύτερο σημεῖο, τό ὁποῖο πρέπει νά προσέξουμε εἶναι τό ἑξῆς:

            Εἶπε ὁ Χριστός: «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». Σήμερα σώθηκε τό σπίτι αὐτό. Πῶς σώθηκε; Σώθηκε ἀπό τήν στιγμή πού διαπίστωσε ὁ Χριστός, ὅτι ὁ Ζακχαῖος δέν τόν συνάντησε μόνο μέ τά μάτια, ἀλλά μέ τήν καρδιά.

            Καί πῆρε τήν ὡραία καί μεγάλη ἀπόφαση τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας.

            Ἄς ποῦμε μέ ἁπλά λόγια, πότε συναντᾶμε τόν Χριστό, ὄχι μέ τά μάτια ἀλλά μέ τήν καρδιά.

            Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία καί φυσικά ἀνάβουμε τό κεράκι μας. Προσκυνᾶμε τήν εἰκόνα. Στεκόμαστε μέ προσοχή στή Λειτουργία, ἀκοῦμε τόν παπᾶ καί ὅλες τίς ὡραῖες προσευχές τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί ἡ Λειτουργία εἶναι μιά συνεχής προσευχή. Βλέπουμε τίς ἅγιες εἰκόνες. Μάτια καί αὐτιά γεμίζουν ἀπό τόν Χριστό, ἀπό τό ὄνομά του, ἀπό ὄνομα τοῦ Πατέρα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπό προσευχές, ἀπό ὡραῖα πνευματικά νοήματα.

            Ἀξίζει ὅμως νά προβληματιστοῦμε: Ὅλες αὐτές τίς προσευχές τίς ἐγκολπωνόμαστε; Τίς κάνουμε καί δικές μας; Τίς κάνουμε στεναγμό τῆς καρδιᾶς μας καί τῆς ζωῆς μας πρός τόν Χριστό;

            Κάτι ἄλλο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τόπος πού προσφέρεται ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν λέει ὁ παπᾶς: «Εἰρήνη πᾶσι». Εὐλογεῖ.

            Ὑποκλινόμαστε γιά νά δεχθοῦμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ;

            Συνειδητά ἐννοεῖται.

            Μοιράζει τό ἀντίδωρο.

            Τό παίρνουμε σάν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί τό τρῶμε;

            Ἀκόμη. Μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό καιρό σέ καιρό παίρνουμε τήν Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία εἶναι τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ὑπάρχει ἀδελφοί δυνατότητα, νά πάρεις τήν Θεία Κοινωνία τυπικά.

            Νά πᾶς μόνο καί μόνο γιατί εἶναι Χριστούγεννα καί Πάσχα. Γιά τό καλό. Ἕνα τέτοιο σκεπτικό φανερώνει μεγάλη πνευματική φτώχεια. Ὁ Χριστός, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι κάτι «γιά τό καλό», ἀλλά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. «Λάβετε φάγετε, τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου, τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Καί πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο ἐστί τό αἷμα μου, τό ὑπέρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».

            Ὅποιος τρώει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνεται μέ τόν Χριστό καί ἀποκτᾶ τήν ἐλπίδα καί τήν βεβαιότητα ὅτι θά σωθεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. «Γιατί ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα», εἶπε ὁ Χριστός, «ἐν ἐμοί μένει». Μένει κοντά μου. Καί ἐγώ θά μένω γιά πάντα κοντά του.

            Ὅταν αὐτά τά λόγια δέν ἀφήνουμε νά τά ἀκοῦμε ἀδιάφορα, ἀλλά τά βάζουμε στήν καρδιά μας, ἡ ζωή ἡ αἰώνια εἶναι κοντά μας.

 

6. Νά μιμηθοῦμε τόν Ζακχαῖο. Πῶς;

 

            Καί ἕνα ἄλλο δίδαγμα: Εἶπε ὁ Ζακχαῖος: «Ἐγώ διαπίστωσα ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός ἄνθρωπος. Δίνω στούς φτωχούς τά μισά τῶν ὑπαρχόντων μου. Καί ὅτι ἐσυκοφάντησα ἀπό κάποιον ἄνθρωπο τοῦ τό ἀποδίδω τετραπλάσια». Ἐμεῖς μπορεῖ νά μήν συκοφαντήσαμε, νά μήν ἐπήραμε ἀπό κάποιον ἄνθρωπο κάτι. Νά μήν τοῦ κλέψαμε, οὔτε νά τόν ληστέψαμε, οὔτε νά τοῦ στερήσαμε κάτι.

            Ἀλλά κάνομε κάτι ἄλλο. Μερικές φορές βρίζομε, κακολογοῦμε, «καθηλώνουμε» μέ τά λόγια μας τόν συνάνθρωπο.

            Φρόντισες νά διορθώσεις αὐτό τό λάθος σου, αὐτή τήν ἁμαρτία σου;

            Θά πεῖτε, πῶς νά τό κάνω;

            Πᾶμε καί ζητᾶμε «συγγνώμην».

            Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητάει «συγγνώμη», ἐκεῖνο τό κακό πού ἔκανε ἀπό ἐγωισμό καί ἀπό ἐπιπολαιότητα νά «καθηλώσει» τόν ἄλλο μέ τά λόγια του, τό διορθώνει. Γιατί τοῦ λέγει: «Συγχώρεσέ με. Ἔσφαλα ἐνώπιόν σου. Δέν ἔκανα καλά».

            Καί τότε, ὅταν εἰρηνεύουν δύο ἄνθρωποι μεταξύ τους, ἔρχεται ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ μέσα στίς καρδιές καί τῶν δύο. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς εἰρήνης.

            Τί εἶπε ὁ Χριστός;

            «Ἐάν δέν συγχωρήσετε τούς ἀνθρώπους γιά ὅτι κακό σᾶς ἔχουν κάνει, οὔτε ἐγώ θά σᾶς συγχωρήσω». Ὅποιος συγχωρεῖ καί ζητεῖ συγγνώμη ἀπό τόν ἄλλο, γίνεται ἀφορμή νά ἐπικρατεῖ στόν κόσμο γαλήνη, εἰρήνη καί χαρά. Γι' αὐτό ἔχουμε ὑποχρέωση νά τά ἐφαρμόζουμε αὐτά.

            Ἐρώτημα: Στοιχίζει τίποτε νά πεῖς «συγγνώμη»; Μόνο λίγο ἐγωισμό θυσιάζομε. Ἀλλά ὁ ἐγωισμός τί εἶναι; Τό γνώρισμα τοῦ διαβόλου. Ἀπό ἐγωισμό ὁ διάβολος ἔφυγε ἀπό κοντά ἀπό τόν Θεό καί ἀπό ἄγγελος ἔγινε δαιμόνιο.

            Ὅταν λοιπόν ἐμεῖς δέν θέλουμε νά ἐνεργοῦμε μέ ἐγωισμό, ἀλλά προσπαθοῦμε μέ ταπείνωση νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γινόμαστε ἄγγελοι. Καί τότε, ἐκεῖνο πού λέμε στό «Πάτερ ἡμῶν», «γενηθήτω τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς», γίνεται καί σέ μᾶς καί μᾶς κάνει ἀγγέλους.

            Ἄς προσπαθοῦμε νά κάνουμε ὅτι καλύτερο καί περισσότερο μποροῦμε γιά νά εἴμαστε εὐάρεστοι στό Θεό. Γιατί μόνο τότε θά ἔχουμε μεγαλύτερη βεβαιότητα καί τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεός, αὐτός πού εἶναι σωτήρας «πάντων ἀνθρώπων» καί προπαντός τῶν πιστῶν, θά εἶναι εὐχαριστημένος μέ μᾶς. Καί θά μᾶς γεμίζει μέ τά ἐλέη του, μέ τήν προστασία του, μέ τήν εἰρήνη του. Μέ τά ἐπουράνια καί τά ἐπίγεια ἀγαθά του.

            Ἄς τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς φωτίζει καί νά μᾶς καθοδηγεῖ στό ἅγιο θέλημά του, τό ὁποῖο εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐγγύηση γιά νά ἀποκτήσουμε εἰρήνη, χαρά καί εὐτυχία ἐδῶ στόν κόσμο καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.-