ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ (Ἰω. 12, 1-18)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στούς Κωστακιούς, τήν 1/4/2007)

 

1. Οὐράνιο πιστοποιητικό

 

Ἡ σημερινή γιορτή τῶν Βαΐων μᾶς θυμίζει μιά κατάσταση, πού τή ζοῦμε καθημερινά. Στήν Ἀθήνα καί σέ ἄλλες πόλεις γίνονται συλλαλητήρια. Τί σημαίνει συλλαλητήριο; Σημαίνει, ὅτι βγαίνουμε στούς δρόμους γιά νά ἐπιβάλλουμε τή γνώμη μας. Γιά νά κάνουμε θόρυβο ὑπέρ τῶν ἀπόψεών μας. Γιά νά κερδίσουμε.

Καί στήν ἐκκλησία, γίνεται μερικές φορές κυριολεκτικά συλλαλητήριο. Ἐπί παραδείγματι: Τί θά γίνει τή νύχτα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς στόν Ἐπιτάφιο; Τί θά γίνει τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα στήν Ἀνάσταση; Νομίζει κανείς, πώς εἶναι συλλαλητήριο. Ἀλλά δέν εἶναι. Γιατί δέν πᾶμε νά ποῦμε σέ κανέναν, τίποτε. Ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία γιά νά κάνουμε, ὄχι διαμαρτυρία ἀλλά δοξολογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τή μεγάλη Του δόξα, πού εἶναι: ἡ ἀγάπη Του καί ἡ φιλανθρωπία Του, πού Τόν ἔκαναν νά ρθεῖ κοντά μας.

Τότε, πού ἦταν στή γῆ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, εἶχε πάει στή Βηθανία καί ἐκεῖ, ἀνάστησε τό Λάζαρο. Μετά ἀπό τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὅταν μάθανε οἱ Ἱεροσολυμίτες ὅτι πηγαίνει στήν Ἱερουσαλήμ, βγῆκαν νά Τόν ὑποδεχθοῦν μέ τήν τιμή, πού καταλάβαιναν ὅτι Τοῦ ἔπρεπε, σάν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.

Τί λέει τό τροπάριο; «Τήν κοινήν Ἀνάστασιν πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος» Πιστοποιητικό ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὅτι θά ρθεῖ μιά ἄλλη ἡμέρα καί ὥρα, πού θά ἀναστηθῶ καί ἐγώ καί σύ, ὁ καθένας μας, γιά νά πᾶμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν αἰώνια.

Καί γιά νά ἐκφράζουν τήν εὐγνωμοσύνη τους οἱ ἄνθρωποι, -ἤ δέν χρειαζόταν εὐγνωμοσύνη γιά τέτοιο μήνυμα, γιά τέτοια δωρεά;- πῆραν βαΐα τῶν φοινίκων καί βγῆκαν νά Τόν ὑποδεχτοῦν φωνάζοντας: «Ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις ». Ἡ λέξη «Ὡσαννά» σημαίνει: σῶσε μας, βάλε τό χέρι Σου, ἔλα κοντά μας, μεῖνε κοντά μας. Ποιός δέν θά ‘χε τήν ὄρεξη, νά τό φωνάζει ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ, ἅμα περνοῦσε ἀπό τόν τόπο μας ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός;

Ἀλλά, ἐκεῖνο πού δέν κάνουμε, ἐπειδή δέν Τόν βλέπουμε παρόντα, κοντά μας, γιατί ἀνέβηκε στόν οὐρανό καί κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα μας, πρέπει νά τό κάνουμε μέ ὅλη μας τήν καρδιά, ἐνθυμούμενοι ὅτι, ὁ Χριστός εἶναι πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὡς Θεός. Καί ἡ καλοσύνη Του καί ἡ ἀγαθότητά Του, δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό κοντά μας.

Καί στόν οὐρανό πού εἶναι καθισμένος, ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός, στήν πραγματικότητα, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κατά τήν διάθεσή Του, ἀπό τήν ἀγάπη Του, στέκει γονατιστός μπροστά στόν Πατέρα τόν Οὐράνιο. Τόν παρακαλεῖ γιά μᾶς. Καί «ἐντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν». Ὅπως ἐντυγχάνει καί προσεύχεται γιά μᾶς, ἡ Παναγία Μητέρα Του, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἔτσι καί ὁ Κύριός μας, Ἰησοῦς Χριστός, γονατιστός στέκει ἐνώπιον τοῦ Πατέρα Του καί προσεύχεται γιά μᾶς. Νά μᾶς στηρίζει καί νά μᾶς φωτίζει τόν καθένα στόν δρόμο Του. Πού εἶναι ἐδῶ στήν γῆ, ἀγάπη καλοσύνη καί καλά ἔργα. Καί γιά τό «παραπέρα», ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἄλλη ζωή, χίλιες φορές καλλίτερη ἀπό αὐτή πού τώρα ζοῦμε. Στήν ὁποία αἰώνια ζωή μᾶς καλεῖ καί θέλει νά μᾶς τήν δώσει, γιά νά χαίρουμε αἰώνια.

 

2. Τιμᾶμε τόν Πατέρα μας;

 

Χθές, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἀνάστησε τόν Λάζαρο. Πρίν νά τόν φωνάξει, σήκωσε τά μάτια Του στόν οὐρανό καί εἶπε στόν Πατέρα Του: «Πατέρα Μου, τό ξέρω. Πάντοτε μέ ἀκοῦς. Ἄκουσέ με καί τώρα» Καί μετά φώναξε: «Λάζαρε δεῦρο ἔξω»

Λένε τά τροπάρια τῆς ἁγίας ἑορτῆς: «Τιμῶν σου τόν Πατέρα, καί ἀποδεικνύων, ὡς οὐκ ἤσθα ἀντίθεος», τόν παρακαλεῖς νά Σέ ἀκούσει νά ἀναστήσεις τόν Λάζαρο. Ὄχι πώς δέν εἶχες τήν δύναμη νά τό κάνεις μοναχός Σου, ἀλλά «τιμῶν σου τόν Πατέρα». «Καί ἀποδεικνύεις» καί δείχνεις στόν κόσμο ὅλο, ὅτι δέν ἔχεις προηγούμενα μέ τόν Πατέρα Σου, καί δέν θέλεις νά Τόν θυμᾶσαι καί νά Τόν μελετᾶς. Ὅπως κάνουμε ἐμεῖς μερικές φορές, ὅταν δέν θέλουμε κάποιον, ἀποσιωπᾶμε τό ὄνομά του καί δέν τό προφέρουμε κἄν. Ὁ Χριστός, ἀγαπώντας τόν Πατέρα, χρειαζόταν δέν χρειαζόταν, πρῶτα ἔκανε ἀναφορά σ’ Ἐκεῖνον πού Τόν ἐγέννησε, καί μετά ἔκανε ὅ,τι ἔπρεπε.

Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινά πιστή καρδιά, ἡ ἀναγεννημένη καρδιά, ἡ εὐγενικιά καρδιά, ὁ φωτισμένος ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀγάπη καί καλοσύνη. «Τιμῶν σου» λοιπόν «τόν Πατέρα ἀποδεικνύεις, ὡς οὐκ ἦσθα ἀντίθεος» Ἄν ἦταν δυνατόν... Χρειαζόταν νά τό ἀποδείξει; Ὄχι! Ἀλλά χρειαζόταν νά μᾶς διδάξει ὅτι σέ καμία στιγμή δέν ἐπιτρέπεται νά ἀφήνουμε τόν Θεό Πατέρα μας καί τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν Σωτήρα μας, ἔξω ἀπό τούς λογαριασμούς μας, ἔξω ἀπό τά λόγια μας, καί ἔξω ἀπό τά συναισθήματά μας. Γι’ αὐτό προσευχήθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πού σέ ὅλα ἦταν ὑπάκουος στόν Πατέρα Του «μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ»

Ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ νά ρθεῖ στόν κόσμο καί νά Σταυρωθεῖ γιά μᾶς, καί τό ἔκανε λαχτάρα Του.

Καί ὅταν προσευχόταν στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ ἔλεγε: «Πατέρα, ἄν εἶναι δυνατόν, παρένεγκε τό ποτήριον τοῦτο. Ἄν δέν χρειάζεται, νά μήν τό πιῶ, πολύ βαρύ εἶναι. Ἀλλά «οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ» Μήν Μέ ἀκούσεις ὅμως. Ἡ δική μου γνώμη δέν ἔχει πέραση, δέν ἔχει ἀξία, τό θέλημά Σου νά γίνει. Τό ζητῶ μέ ὅλη μου τήν καρδιά. Πρώτη προτεραιότητα εἶναι τό θέλημά Σου, μετά εἶναι τό δικό Μου».

Καί ἄν ὁ Χριστός τό ἔλεγε αὐτό, Υἱός τοῦ Θεοῦ κατά φύση, τότε ἐμεῖς, ὁ καθένας μας, μέ τί διάθεση θά πρέπει νά λέμε στήν κάθε δύσκολη στιγμή: «Πατέρα Μου Ἐπουράνιε, ἄν εἶναι δυνατόν, παρένεγκε τό ποτήριον. Ἄς περάσει αὐτή ἡ δοκιμασία, «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ». Γιατί τό δικό Σου θέλημα εἶναι σέ ὅλα φωτεινό, γιατί εἶσαι ὁ Θεός τοῦ φωτός, ὁ ὁλόφωτος Θεός!

 

3. Ἐπανάσταση γιά αἰώνια ἐλευθερία

 

Ἀνάστησε τόν Λάζαρο ὁ Χριστός «τήν κοινήν Ἀνάστασιν πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος». Καί μᾶς ἔδωκε πιστοποιητικό τῆς κοινῆς Ἀνάστασης. Γιατί μᾶς τό ἔδωσε;

Ἐμεῖς, πάσχουμε γιά τά δικαιώματά μας. Καί ὅταν αἰσθανόμαστε τά δικαιώματά μας, νά θίγονται ἔστω στό παραμικρό, σκοτωνόμαστε!

Μᾶς λέει, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὅτι ἐκεῖνο πού πρέπει νά φροντίσουμε εἶναι νά κάνουμε πρῶτα ἐπανάσταση καί διαδήλωση ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γιατί ὁ ἑαυτός μας, δέν μᾶς ἀφήνει νά πᾶμε μπροστά, ἐπειδή εἴμαστε ἄνθρωποι φιλήδονοι, καλοπερασάκηδες καί εὔκολα ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τήν ἐπίδραση πού ἀσκεῖ τό πνεῦμα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἐπάνω μας. Ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπουμε καί ἀκοῦμε. Καί νομίζουμε πώς ἐπιτυχημένος ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος, πού ξέρει νά σφίγγει τήν γροθιά του, νά βάζει τίς φωνές, νά ἐπικρατεῖ, καί νά σπρώχνει ὅλους τούς ἄλλους στό περιθώριο.

Λάθος μᾶς λέει ὁ Χριστός! Περιθώριο εἶναι, νά καταντήσεις νά μήν προσδοκᾶς «ἀνάστασιν νεκρῶν, καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Τότε εἶσαι ἄξιος γιά χαμό. Ἔχεις μπεῖ στό περιθώριο, ὄχι γιά μιά ἡμέρα, γιά μιά ὥρα, γιά μιά ἑβδομάδα, ἀλλά γιά πάντα, γιά τήν αἰώνια ζωή. Ἔχεις πάθει τήν μεγαλύτερη καταστροφή.

«Τήν κοινήν Ἀνάστασιν», λοιπόν, «πρό τοῦ πάθους πιστούμενος» ὁ Χριστός μᾶς λέει: Φροντίστε καί βάλτε τα λίγο μέ τόν ἑαυτό σας. Νά καταλάβετε, ὅτι δέν πρέπει νά ἀνεχόσαστε πάθη, οὔτε στό σῶμα, οὔτε στόν ψυχικό κόσμο, οὔτε στά μυαλά. Γιατί; Γιατί ὅταν τά πάθη κυριαρχήσουν, μᾶς ἀποπροσανατολίζουν, σκοτίζουν, καί σῶμα καί ψυχικό κόσμο, δηλαδή συναισθήματα καί μυαλά. Καί ἅμα σκοτιστεῖ ὁ ἄνθρωπος καί βλέπει χαμένο χρόνο, τό νά πάει στήν ἐκκλησία, νά προσευχηθεῖ, νά ἐπικαλεστεῖ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἔχει πάθει οὐσιώδη ζημία.

Νά τά βάλουμε πρῶτα μέ τόν ἑαυτό μας!

Κάνουμε διαδήλωση ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅταν ἐρχόμαστε στήν ἐκκλησία γιά νά δοξολογήσουμε τόν Χριστό καί νά ποῦμε, ὅτι:

Ἐκεῖνος εἶναι ἡ προτεραιότητα, καί ὄχι ἡ ὄρεξή μου, ἡ διάθεσή μου, τά συναισθήματά μου.

Αὐτός εἶναι ἡ Ζωή. Ὄχι τό ψωμί, ὄχι τό φαΐ, ὄχι τό γλέντι. Χρειάζονται καί αὐτά, ἀλλά δέν πρέπει νά εἶναι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς μας.

Γράφει ἀπογοητευμένος ἕνας σύγχρονος μπροστάρης διαδηλώσεων καί ἐπαναστάσεων:

«Ἡ ἐπανάσταση πού κάναμε ἀποδείχτηκε ὄνειρο, ξοφλημένη ὑπόθεση, ψεύτικη δικαιολογία. Μένει μέσα μας ἡ ἐσωτερική μας βρῶμα. Ἀπό τόν κακό ἑαυτό μας δέν βγάλαμε τίποτα. Μένει μέσα μας ἡ ἐσωτερική μας βρῶμα, μέ ἕνα ἔνδυμα ψεύτικης ἐπαναστατικῆς φρασεολογίας»

Τί θέλει νά πεῖ αὐτό; Τί κακό ὁ ἄνθρωπος νά ἐπιβάλλει τήν γνώμη του στόν κόσμο καί νά μήν ἔχει κάνει τίποτε νά τόν βελτιώσει τόν ἑαυτό του, νά τόν ἑτοιμάσει γιά τήν αἰώνια ζωή;

Καί γιά νά μᾶς δείξει, ἡ Ἐκκλησία μας πῶς, πάνω κάτω, πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε, σήμερα τό βράδυ, στήν ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, θά ἀκούσουμε νά γίνεται λόγος γιά τόν Πάγκαλο Ἰωσήφ.

Ὁ Ἰωσήφ, παιδί τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, ἔκανε τήν ἐπανάσταση ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἦταν ὑπηρέτης σέ ἕνα πλούσιο Αἰγυπτιακό σπίτι. Μιά ἡμέρα ἡ νοικοκυρά, ἐρωτομανής γυναίκα, ὅρμησε πάνω στόν Πάγκαλο Ἰωσήφ, γιά νά ἐκπληρώσει σαρκική ἐπιθυμία. Ὁ Ἰωσήφ, στήν ἀρχή πῆγε νά τῆς μιλήσει σοβαρά, τῆς εἶπε:

-Πῶς θά κάνουμε τέτοιο πράγμα; Ἀφοῦ βλέπει ὁ Θεός.

Ἀλλά αὐτή ποῦ νά καταλάβει…

Καί ὁ Πάγκαλος ὁ Ἰωσήφ, ὅταν εἶδε τήν Αἰγυπτία νά μήν θέλει νά κάνει πίσω, πήδηξε ἀπό τό παράθυρο. Ἐκείνη τοῦ ἅρπαξε τό ροῦχο, πού τότε ἦταν ἕνα σεντόνι πού τό τύλιγαν ἐπάνω τους, δέν εἶχαν ραμμένα ροῦχα ὅπως εἶναι τά σημερινά, καί βγῆκε στόν δρόμο γυμνός. «Καί γυµνός οὐκ ἠσχύνετο, ὡς ὁ Πρωτόπλαστος, πρό τῆς παρακοῆς».

Προτίμησε νά κάνει ἐπανάσταση ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, παρά ἐναντίον τῶν ἄλλων.

Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, γιατί ἅμα δέν πάρουμε αὐτή τήν ἀπόφαση, νά ἐπαναστατοῦμε λιγάκι ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας γιά νά πορευόμαστε πρός τόν Χριστό, δύσκολα θά ὀρθοποδήσουμε. Ἀμήν.-