ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἰω. 4, 5-42)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας πού ἔγινε στίς 20/5/2000)

 

1. Πίνεις καί δέν ξεδιψᾶς

 

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν ἔκανε τίποτε μάταιο καί ἔτσι γιά νά περνᾶ ἡ ὥρα. Ὅτι ἔκανε τά ἔκανε ὅλα μέ σκοπό, μέ πρόγραμμα καί μέ τήν ἐπιθυμία νά μᾶς βοηθήσει στή σωτηρία μας. Γιά νά μᾶς διδάξει μέ αὐτό ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε, νά μή σπαταλᾶμε τόν χρόνο μας ἄδικα ἀλλά νά τόν χρησιμοποιοῦμε ὅσο μποροῦμε περισσότερο γιά τό καλό τό δικό μας καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.

Μᾶς λέει τό Εὐαγγέλιο πώς ἔτσι, φαινομενικά τυχαῖα, βρέθηκε ὁ Χριστός στήν Σαμάρεια. Καί ἔκατσε δίπλα στό πηγάδι πού εἶχε φτειάξει ὁ πατριάρχης Ἰακώβ. Γιά νά ξεκουραστεῖ.

Ἦλθε μία γυναίκα Σαμαρείτισσα καί ἄρχισε νά βγάζει νερό.

Τῆς λέει ὁ Χριστός:

-Δός μου νερό νά πιῶ.

Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε:

-Μπᾶ, πῶς ἔτσι; Σαμαρεῖτες καί Ἑβραῖοι, δέν μιλιόμαστε. Δέν λέμε καλημέρα. Καί σύ Ἑβραῖος μοῦ ζητᾶς νερό;

Τῆς ἀπάντησε ὁ Χριστός:

-Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ μιλάει, σύ θά γύρευες νερό καί θά σοῦ ἔδινε νερό πού ὅποιος τό πιεῖ, δέν ξαναδιψάει ποτέ πιά.

Ἡ Σαμαρείτισσα, πήγαινε κάθε ἡμέρα στό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ γιά νά βγάλει νερό νά πιεῖ, νά μαγειρέψει, νά κάνει τίς δουλειές της. Κάθε μέρα χρειαζόταν καινούργιο νερό. Καί ἦταν πάντοτε κουρασμένη καί διψασμένη. Γι' αὐτό μόλις ἄκουσε τά λόγια αὐτά ἔκανε τήν σκέψη: «Καί νά ἦταν μόνο αὐτό; Μόνο ἡ ἀνάγκη καί ἡ δίψα γιά τό νεράκι ἀπό τό πηγάδι; Πόσο καιρό προσπαθῶ μέ χίλιους τρόπους νά δροσίσω τήν ταλαίπωρη ψυχή μου; Μέ λίγο φαΐ, μέ λίγο τραγούδι θά λέγαμε σήμερα, μέ κάποια ἐπίσκεψη, μέ μιά διασκέδαση. Εἴτε εἶναι νόμιμη, εἴτε εἶναι παράνομη, εἴτε εἶναι εὐάρεστη στό Θεό, ἐπιτρεπτή, εἴτε εἶναι ἀπόλυτα ἀπαγορευμένη. Καί τί κάνω ἡ ταλαίπωρη; Τί κέρδισα; Τί ἔχω; Κάθε ἡμέρα πιό φτωχή, πιό διψασμένη, πιό κουρασμένη».

-Καλά, τοῦ λέει, ξένε Ἑβραῖε, καλά τό λές, ἀλλά πῶς θά μοῦ δώσεις ἐσύ νερό; Κουβά δέν βλέπω, σχοινί δέν βλέπω. Πῶς θά βγάλεις νερό νά μοῦ δώσεις;

Ἐπαναλαμβάνει ὁ Χριστός:

-Ἄν ἤξερες ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ μιλάει, σύ θά γύρευες νερό καί θά σοῦ ἔδινε τό νερό τῆς ζωῆς. Πού ὅποιος τό πιεῖ, δέν ξαναδιψάει πιά.

Λέει ἡ Σαμαρείτισσα:

-Δός μου, Χριστέ μου, αὐτό τό νερό, δός μου ξένε μου αὐτό τό νερό, γιά νά μήν ἔρχομαι κάθε ἡμέρα ἐδῶ, νά μήν σκοτώνομαι νά βγάλω νερό, νά μήν μένω σέ ὅλη μου τή ζωή διψασμένη.

 

2. Χορταίνει ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία;

 

            Καί τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε:

            -Φώναξε τόν ἄνδρα σου, νά τό δώσω σέ κεῖνον αὐτό τό νερό γιά λογαριασμό σου.

            Ἤθελε νά πεῖ πώς οἱ γυναῖκες πρέπει νά σέβονται τούς ἄνδρες τους. Παράλληλα ὅμως ἔδειξε ὁ Χριστός ὅτι ἤξερε τά πάντα καί ὅτι ὅλα τά ἔκανε γιά τή σωτηρία τοῦ ἀπολωλότος προβάτου.

            Λέει ἐκείνη:

            -Δέν ἔχω ἄνδρα.

            -Μμμ, τῆς λέει ὁ Χριστός, καλά πού τά λές ὅτι δέν ἔχεις ἄνδρα. Πέντε ἄνδρες διαδοχικῶς ἄλλαξες μέχρι σήμερα καί τώρα ἔχεις ἕναν πού δέν τολμᾶς νά τόν πεῖς ἄνδρα σου. Γιατί κάνεις κρυφά παράνομο πράγμα. Δέν εἶναι δικός σου ἄνδρας, εἶναι ἄλλης γυναίκας ἄνδρας.

            Μπορεῖτε νά καταλάβετε, ἀπό αὐτά τά λόγια τί σόι γυναίκα ἦταν ἡ Σαμαρείτισσα. Ἦταν ἕνα ταλαίπωρο πλάσμα, πού μή ξέροντας τί σημαίνει Θεός, τί σημαίνει ψυχή, τί σημαίνει αἰώνια ζωή καί τί σημαίνει «ὕδωρ ζῶν», νερό ἀληθινό, πού ὅποιος τό πιεῖ δέν ξαναδιψάει, προσπαθοῦσε νά γεμίσει τήν ἐπιθυμία της, σώματος καί ψυχῆς μέ νερό ἀπό ἐπίγειο «πηγάδι». Μέ διασκέδαση, ὅποια καί ἄν ἦταν. Ἄς ἦταν πορνεία καί μοιχεία. Καί ἄλλαζε τόν ἕνα ἄνδρα μετά τόν ἄλλο στά κρυφά. Περιμένοντας νά χορτάσει. Ἀλλά ποῦ νά χορτάσει; Μέ τί νά χορτάσει; Τρώει ἡ ψυχή λιοκόκι; Χορταίνει ἡ ψυχή μέ τήν ὅποια ἁμαρτία; Χορταίνει ὁ ἄνθρωπος; Ὁ ἔσω ἄνθρωπος χορταίνει μέ τά ἔργα τοῦ «ἔξω» ἀνθρώπου;

            Τοῦ λέει ἡ Σαμαρείτισσα:

            -Ἄκουσα Χριστέ μου, ἄκουσα ξένε μου, πώς θά ρθεῖ κάποια ἡμέρα ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, καί ὅλα αὐτά θά μᾶς τά διδάξει ἐκεῖνος.

            Τῆς λέει ὁ Χριστός:

            -Ἐγώ εἶμαι. Ἐγώ πού σοῦ μιλάω εἶμαι.

Καί ἐκείνη τήν στιγμή ἡ πόρνη, ἡ μοιχαλίδα, τό ταλαίπωρο πλάσμα, πού ἔτρεχε γιά τό νεράκι, γιά τό δροσερό ἀεράκι, γιά τό κρασάκι, γιά τό φαγητό, μπᾶς καί βάλλει λίγη χαρά μέσα στή καρδιά της… Καί ἔτρεχε στήν πορνεία καί στήν μοιχεία μπᾶς καί χορτάσει… Ξέχασε ὅτι εἶχε βγάλει νερό, ἄφησε τήν στάμνα της ἐκεῖ καί ἐξαφανίστηκε. Πῆγε στήν Σαμάρεια, στήν πόλη, καί τούς εἶπε:

            -Βρῆκα ἕναν ἄνθρωπο πού μοῦ εἶπε ὅλες μου τίς πράξεις. Δέν ἔρχεστε νά δεῖτε μήπως εἶναι αὐτός ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός;

Μόλις ἡ Σαμαρείτισσα γνώρισε τόν Κύριο καί κατάλαβε ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου ὁ Χριστός, ξέχασε τό νερό καί ξέχασε καί ὅλα ἐκεῖνα πού μέχρι τότε πίστευε ὅτι δρόσιζαν τήν ψυχή της. Δροσίστηκε ἡ ψυχή της ἀπό τήν ἀγγελία ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου τόσο, ὥστε ξέχασε πιά ὅλες της τίς ἐπιθυμίες καί τίς ἀνάγκες. Ἄφησε τήν στάμνα της μέ τό νερό καί πῆγε στή Σαμάρεια καί εἶπε, «Ἐλᾶτε νά δεῖτε. Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;»

 

3. Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου

 

Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα καί πέρα, ἡ Σαμαρείτισσα, τό ταλαίπωρο πλάσμα, πού δέν εἶχε τίποτα μέσα του, καί κυριαρχοῦσε στήν καρδιά καί φυσικά καί στό σῶμα της ἡ ἁμαρτία, στή χειρότερη καί στή βδελυρώτερη μορφή της, καί τήν ἔκανε ἀχόρταγη καί συνεχῶς δυστυχισμένη, μόλις ἄκουσε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου τό δέχθηκε, τό ἔβαλε μέσα στήν ψυχή της καί τό χόρτασε τόσο ὥστε φώναξε ὅλο τόν κόσμο νά τό μάθει. Καί πῆγαν οἱ Σαμαρεῖτες νά δοῦν τόν Χριστό καί πολλοί πίστευσαν.

Ἀλλά καί ἡ ἴδια εἶχε χορτάσει τόσο πολύ, πού δέν κράτησε τήν δωρεά τοῦ Χριστοῦ μόνο γιά τόν ἑαυτό της, ἀλλά ἔπιασε τίς τρεῖς ἀδελφές, της πού ἦταν ἴδια φάρα, ἴδια κατάπτωση, ἴδια διαφθορά, καί τά παιδιά της πού εἶχε ἀποκτήσει μέ παράνομους δεσμούς καί τούς μίλησε γιά τόν Χριστό. Καί οἱ ἀδελφές της καί τά παιδιά της, ἀκούγοντας τά λόγια της, λόγια ἀνθρώπου πού εἶχε γευθεῖ τό «ὕδωρ τό ζῶν» καί εἶχε χορτάσει καί δέν διψοῦσε πιά γιά τίποτε ἄλλο τήν πίστευσαν καί δέχθηκαν τόν Χριστό. Καί ἀπό κεῖ καί πέρα ὅλοι τους ξεχύθηκαν στήν οἰκουμένη γιά νά κηρύξουν τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

Καί ἦρθε μία μέρα καί μαρτύρησαν· καί ἡ ἁγία Φωτεινή ἡ Σαμαρείτιδα καί οἱ ἀδελφές της καί τά παιδιά της, ἐσφάγηκαν ὅλοι γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Τί σημαίνει αὐτό ἀδελφοί; Ὅταν ἕνας φάει καί χορτάσει εἶναι γεμάτη ἡ κοιλιά του. Ἀλλά ὅταν εἶναι γεμάτη ἡ κοιλιά καί δέν εἶναι γεμάτη ἡ καρδιά, τρώει ὁ ἄνθρωπος, φτάνει μέχρι δῶ πάνω, ξερνάει καί δέν αἰσθάνεται χορτάτος. Ἡ καρδιά εἶναι αὐτή πού χορταίνει. Ὄχι ἡ κοιλιά. Καί καμία ἐπιθυμία τοῦ σώματος δέν χορταίνει. Μόνο ἡ καρδιά χορταίνει.

Ὅταν λοιπόν ἡ Σαμαρείτισσα ἤπιε τό ὕδωρ τό ζῶν τοῦ Χριστοῦ, τήν πίστη στό Χριστό, ὅταν γνώρισε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ἔπαψε νά διψάει. Δέν θυμόταν οὔτε φαΐ, οὔτε νερό, οὔτε πορνεία, οὔτε μοιχεία, οὔτε ἐπιθυμίες τοῦ σώματος. Καί δέν τίς θυμόταν τόσο πολύ, καί εἶχε χορτάσει τόσο πολύ, πού δέν μποροῦσε νά τό κρατήσει μέσα της, γιατί ἦταν γεμάτη ἡ καρδιά της. Καί ὅποιον ἄνθρωπο καί ἄν ἔβλεπε μπροστά της τοῦ ἔλεγε: «Τό ἔχεις ἀκούσει; Τό ἔχεις καταλάβει; Ὅτι ὁ Θεός ἔστειλε τόν Υἱό του στόν κόσμο γιά νά μᾶς σώσει; Πίστεψε. Ἐγώ τόν γνώρισα. Πίστεψα. Πρῶτα ἤμουνα ἀχόρταγη γιά ὅλα. Καί τώρα εἶμαι χορτάτη ἀπό ὅλα καί δέν θέλω τίποτα πιά». Αὐτή εἶναι ἡ ἀξία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ· καί τῆς πίστης στό Θεό.

Τήν ἔπιασαν στό διωγμό καί τῆς εἶπαν:

-Ἀρνεῖσαι τόν Χριστό;

Ἀπάντησε ἡ ἁγία Φωτεινή, ἡ πρώην Σαμαρείτισσα:

-Τί νά ἀρνηθῶ; Τήν εὐτυχία μου; Τήν χαρά μου; Τήν σωτηρία μου; Τήν καθαρότητά μου; Πού μέ γλύτωσε ἀπό ἐκεῖνα τά ρυπαρά, ἀπό ἐκείνη τήν ἀθλιότητα; Τόν Χριστό νά ἀρνηθῶ;

Τήν ἔσφαξαν καί αὐτή καί τίς τρεῖς ἀδελφές της καί τά τρία παιδιά της. Καί ὅλοι, ἐνῶ τούς ἔσφαζαν, ὁμολογοῦσαν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή καί ἡ ἀνάσταση.

 

4. Ἄν χόρτασες, δέν ψάχνεις γιά ἁμαρτίες

 

Γράφει ἕνας μεγάλος περιηγητής:

«Γύριζα μέ τό πλοῖο καί ἐξερευνοῦσα. Ἀλλά μᾶς σώθηκε τό νερό καί ἔτσι ταξιδεύοντας στόν ὠκεανό, μέσα σέ ἕνα ἀπέραντο ὄγκο ἀπό νερά, πεθαίναμε ἀπό τήν δίψα. Καί ἀγωνιούσαμε νά φτάσουμε σέ κάποιο μέρος νά βροῦμε μιά πηγή, νά πιοῦμε γιά νά ζήσουμε. Ξαφνικά ἐνῶ βρισκόμαστε σέ ἕνα μέρος πού φαινόταν ὅτι εἶναι θάλασσα ἀπέραντη, βλέπουμε δίπλα μας μιά βαρκούλα, πού γλυστροῦσε στά νερά. Τούς βάζουμε φωνή ἀγωνίας:

-Πέστε μας, ὑπάρχει ἐδῶ κοντά νερό;

Ἐκεῖνοι ἄρχισαν νά γελᾶνε. Ἐξαγριώθηκαν οἱ θαλασσοπόροι:

-Ἐμεῖς πεθαίνουμε ἀπό τήν δίψα καί σεῖς γελᾶτε;

-Ναί, γελᾶμε. Γιατί δέν ξέρετε πού βρισκόσαστε. Εἴσαστε στίς ἐκβολές τοῦ Ἀμαζόνιου. Πού εἶναι τό μεγαλύτερο ποτάμι στόν κόσμο. Τό νερό του, εἶναι τό γλυκύτερο, τό καθαρότερο καί ὑγιεινότερο. Πᾶρτε καί πιεῖτε ἄφοβα.

Πόσο θλιβερό εἶναι νά κολυμπάει κανείς μέσα στό καθαρότερο νερό καί νά ψοφάει ἀπό τήν δίψα! Ἀλλά κάτι ἀνάλογο παθαίνουμε καί ἐμεῖς. Ζοῦμε στό χῶρο τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ, ὅπου καί νά στραφοῦμε βλέπουμε τόν δόξα τοῦ Χριστοῦ.

Ἐρώτημα τώρα:

Ἤπιες ἀπό τό ζωντανό νερό; Χόρτασες; Ἅμα χόρτασες, δέν γυρεύεις ἁμαρτίες. Ἅμα γυρεύεις ἁμαρτίες δέν χόρτασες, δέν ἤπιες. Κολυμπᾶς στό νερό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί πίστεως καί δέν τό ἔχεις ἀκόμη πιεῖ.

Πότε πίνει ὁ ἄνθρωπος;

Μᾶς τό εἶπε ἡ Σαμαρείτιδα. Ὅταν τό βάλλει βαθειά μέσα στή καρδιά του, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ σωτήρας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου. Ἀμήν.-