ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ἰω. 9, 1-38)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στό Θεσπρωτικό, στίς 28/5/1995)

 

1. Προσοχή στίς ἑρμηνεῖες

 

Ὑπάρχουν πολλά διδάγματα στό σημερινό Εὐαγγέλιο. Θά σταθοῦμε σέ μερικά. Ὅταν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι, τόν ἐκ γενετῆς τυφλό, ἔσπαζαν τό κεφάλι τους νά βροῦν, πώς εἶναι δυνατόν νά συμβιβαστεῖ, ἕνα τέτοιο γεγονός μέ τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Καί ἔκαναν τήν σκέψη: Ὁπωσδήποτε κάποιος θά ἁμάρτησε, ἤ αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του καί γεννήθηκε τυφλός.

Γιά τόν ἴδιο ἔκαναν τήν σκέψη: Καλά στήν κοιλιά τῆς μάνας του ἁμάρτησε αὐτός ὁ ἄνθρωπος; Δέν πρόφτασε νά γεννηθεῖ καί ἔκανε ἁμαρτίες τόσες ὥστε νά τόν στραβώσει ὁ Θεός; Γιά τούς γονεῖς του βέβαια, ἦταν πιό φυσικό νά ποῦν ὅτι ἁμάρτησαν. Καί οἱ καλοί ἄνθρωποι, ὅπως οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, μή θέλοντας νά ρίξουν ἄδικα βάρος σέ κανένα, ἁπλῶς διερωτῶντο, καί ἔλεγαν: Κάποιος θά φταίει, κάποιος φταίει ἀλλιῶς δέν ἐξηγεῖται... Ὁ Θεός κανέναν δέν ἀδικεῖ!

Οἱ Φαρισαῖοι, ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἐπειδή εἶχαν τήν κακή διάθεση νά κρίνουν καί νά κατακρίνουν ὅλους τους ἀνθρώπους, εὐκαίρως- ἀκαίρως, ἀρκεῖ νά τούς διδόταν εὐκαιρία τό εἶχαν κομποδεμένο ὅτι ἁμαρτωλός ἦταν ὁ ἴδιος ὁ τυφλός. Γι' αὐτό ὅταν τούς εἶπε: «Γιατί ρωτᾶτε ποιός μοῦ ἔδωσε τό φῶς; Μήπως θέλετε νά Τόν γνωρίσετε περισσότερο, νά γίνετε μαθητές Του;» τοῦ ἀπάντησαν: «Ἐν ἁμαρτίαις σύ ἐγεννήθης ὅλος καί σύ διδάσκεις ἡμᾶς;» Ἐσύ εἶσαι βουτηγμένος στήν ἁμαρτία, σύ γεννήθηκες ὁλόκληρος στήν ἁμαρτία καί θά κάνεις τόν δάσκαλο σ’ ἐμᾶς;

Τό εἶχαν λοιπόν σίγουρο οἱ φαρισαῖοι, ὅτι ἔφταιγε ὁ ἴδιος πού γεννήθηκε τυφλός. Γιατί σκέπτονταν: Πολλοί ἔχουν ἁμαρτωλούς γονεῖς, ἀλλά δέν γεννιοῦνται στραβοί.

 

2. Πόρτα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ

 

Ὅταν ρώτησαν οἱ μαθητές τόν Χριστό «τίς ἥμαρτεν;» τούς ἀπάντησε: Οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε οἱ γονεῖς του. Μά ἦταν ἀναμάρτητοι καί ὁ τυφλός καί οἱ γονεῖς του; Ὄχι! Ἀλλά δέν φταῖνε οὔτε οἱ γονεῖς του γιά τό ὅτι γεννήθηκε τυφλός, οὔτε ὁ ἴδιος. Οὔτε τῶν γονέων ἡ ἁμαρτία, οὔτε τοῦ ἰδίου ἡ ἁμαρτία. Δέν φταίει, σ’ αὐτή τήν περίπτωση, ἡ ἁμαρτία. Ὁ Θεός, τόν διάλεξε νά γίνει ὄργανο τῆς δόξης Του.

Παράξενο πράγμα! Ὁ Θεός διάλεξε ἕναν ἄνθρωπο, λέγει ὁ Χριστός, τόν ἔκανε τυφλό, χρόνια πολλά, γεννήθηκε χωρίς νά δεῖ ποτέ του τό φῶς τοῦ ἡλίου, γιά ἕνα καί μοναδικό σκοπό: γιά νά ρθεῖ μιά μέρα στήν γῆ, νά τόν θεραπεύσει καί νά φανοῦν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Νά φανεῖ, τί δύναμη ἔχει ὁ Θεός καί τί εὐσπλαχνία ἔχει. Τί διάθεση ἔχει νά πάρει ἐπάνω Του καί νά θεραπεύσει σωματικά καί ψυχικά ἀσθενήματα τῶν ἀνθρώπων!

Θά πεῖ κανείς: «καί τόν ταλαιπώρησε ἔτσι τόν ἄνθρωπο, γιά νά δείξει τήν δόξα Του;»

Μακάρι νά ἀξιωθοῦμε νά δείξει καί σέ μᾶς ὁ Θεός τήν δόξα Του. Γιατί ἐκεῖνος πού ἐκλέγεται ἀπό τόν Θεό, γιά νά δείξει στόν ἴδιο καί στόν κόσμο, τήν δόξα Του, αὐτόν θά τόν δοξάσει πρῶτο καί περισσότερο.

Χρειάζεται πολλή συζήτηση, ὅτι ὁ Χριστός δόξασε τόν τυφλό καί στήν παροῦσα ζωή καί εἰς τήν μέλλουσα; Ἀφοῦ εἶναι σίγουρο ὅτι μετά ἔγινε Ἀπόστολος;

Ἀναφἐρεται σέ κάποιο ποίημα, ὅτι ὅταν ὁ πρώην τυφλός ἔμαθε ὅτι βρίσκεται ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό, ἔτρεξε νά δεῖ. Γιατί δέν μποροῦσε νά φανταστεῖ ὅτι ἔγινε τόσο ἀχάριστος ὁ κόσμος. Καί ὅταν εἶδε τόν Χριστό πραγματικά ἐπάνω στόν Σταυρό, στό Γολγοθά, εἶπε: «Χριστέ μου, ἄν εἶναι ἔτσι, δέν τό θέλω πιά τό φῶς μου, πάρτο. Δέν μπορῶ νά βλέπω Ἐσένα, τόν εὐεργέτη ὅλου του κόσμου πάνω στόν Σταυρό».

Γιατί; Γιατί ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη πού εἶπε: «πιστεύω, Κύριε· καί προσεκύνησεν αὐτῷ», εἶχε μπεῖ ὁ Χριστός μέσα στήν καρδιά του. Τί μεγαλύτερη εὐεργεσία μποροῦσε νά περιμένει ἕνας ἄνθρωπος πάνω στήν γῆ!

 

3. Δούλεψε πρίν πέσει τό σκοτάδι

 

Ἕνα ἄλλο σημεῖο πού πρέπει νά σταθοῦμε εἶναι τό ἑξῆς: Ὅταν ὁ Χριστός εἶπε στούς μαθητές του: «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ» πρόσθεσε: «ἐμέ δεῖ ἐργάζεσθαι τά ἔργα τοῦ πέμψαντος μέ ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νύξ ἐν ᾗ οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι»

Καί Ἐγώ, τούς λέει, Θεός εἶμαι, Παντοδύναμος εἶμαι, πολλά κάνω, ὅ,τι θέλω κάνω. Ἀλλά τά ἔργα «τοῦ πέμψαντός με» ἔχω προθεσμία νά τά ἐκτελέσω «ἕως ἡμέρα ἐστίν». Ἡμέρα ὀνόμαζε τήν ἐπίγεια ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐγώ ἔχω ὑποχρέωση νά τρέξω, νά κάνω τό ἔργο τοῦ Πατρός Μου, ὅσο ἀκόμα βρίσκομαι σ’ αὐτή ἐδῶ τήν ζωή. Καί γι’ αὐτό μετά πρόσθεσε: «ἔρχεται νύξ» ἀλλά δέν εἶπε, «ἐν ᾗ δέν δύναμαι Ἐγώ ἐργάζεσθαι», ἀλλά εἶπε μόνο «ἐν ᾗ οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι». Οὐδείς ἐκ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Χριστός καί μετά τόν θάνατό Του συνέχισε νά ἐργάζεται, ἀλλά ὄχι τό ἔργο «τοῦ πέμψαντος», τό ὁποῖο τοῦ εἶχε ὁρίσει ὅτι πρέπει νά τό κάνει, ὅσο ἦταν ἡμέρα.

Μᾶς λέγει μέ αὐτά τά λόγια ὁ Χριστός: Προσέξτε, προσέξτε· «ἔρχεται νύξ ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι» Μιά ἡμέρα τά μάτια μας θά τά κλείσουμε. Καί ἀπό τόν κόσμο αὐτό θά φύγουμε. Ὅ,τι κάναμε, κάναμε. Ὅ,τι πήραμε καί βάλαμε μέσα στό δισάκι μας, τά βάλαμε. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, δέν ἔχουμε πιά νά προσθέσουμε ἄλλο, τίποτε. «Ἔρχεται νύξ ἐν ᾗ οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι» Καί ἡ νύχτα αὐτή θά εἶναι μακρά νύχτα, μεγάλη νύχτα. Ὁ Θεός νά φυλάξει νά μήν εἶναι καί ὁλοσκότεινη γιά τήν ψυχή μας.

Μετά τόν θάνατο, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά κάνει καλά ἔργα. Δέν μπορεῖ νά κάνει οὔτε ἕνα τό πιό οὐσιαστικό, ἐκεῖνο πού θά θέλαμε. Ποιό εἶναι αὐτό; Νά ἐξομολογηθοῦμε, νά ζητήσουμε ἀπό τόν Θεό ἔλεος. Ἀκόμα καί αὐτό, μετά τόν θάνατο, δέν θά μποροῦμε νά τό κάνουμε. «Οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων Σου, ἐν δέ τῷ ἅδη, τίς ἐξομολογήσεταί Σοι;» Λέει ὁ Προφήτης Δαυίδ.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φύγει ἀπό αὐτή τήν ζωή καί πάει σ’ ἐκείνη τήν κατάσταση πού λέγεται θάνατος, τότε δέν μπορεῖ νά κάνει κανένα ἔργο μετανοίας. Ποιά εἶναι ἡ κατάσταση πού λέγεται θάνατος;

Εἶναι ὅταν φεύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ζωή αὐτή, χωρίς νά ἔχει φροντίσει νά ἔχει βάλλει μέσα του, στήν καρδιά του τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί τόν Θεό καί τόν Χριστό. Γιατί τότε, στόν θάνατο βρισκόταν σ’ αὐτή τήν ζωή καί στόν θάνατο τόν μόνιμο καί τόν αἰώνιο πηγαίνει. Καί σ’ αὐτή τήν κατάσταση, παρότι θά βλέπει, μέσα του καί γύρω του, ὅλα τά θαυμαστά τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δέν θά ἔχει τήν δύναμη, οὔτε νά μετανοήσει, οὔτε νά ἐξομολογηθεῖ ὁ ἴδιος.

Τό μόνο τό ὁποῖο θά τόν ὠφελήσει σ’ αὐτή τήν κατάσταση, ἐάν καί ἐφόσον εἶναι δεκτικός ὠφελείας, εἶναι οἱ εὐχές τῶν ἱερέων. Γι’ αὐτό ἡ ἐκκλησία εἶναι εὐεργεσία γιά τόν κόσμο, ὄχι μόνο γι' αὐτή τήν ζωή, πού ἀνοίγει ὀφθαλμούς, διδάσκει καί κατηχεῖ, ἀλλά καί μετά τόν θάνατο, μέ τίς εὐχές καί τά μνημονεύματα τῶν ἱερέων στήν Θεία Εὐχαριστία, γιά ζῶντες καί κεκοιμημένους.

Γι’ αὐτό ἔχουμε χρέος, ὁ καθένας μας, «ἕως ἡμέρα ἐστίν» νά ἀγωνιζόμαστε νά κάνουμε κάτι περισσότερο, κάτι καλλίτερο γιά τήν σωτηρία μας, δηλαδή, γιά νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό. Γιά νά ἀγαπήσομε, λίγο περισσότερο, τόν Χριστό. Γιά νά τόν ἐπικαλεστοῦμε, λίγο περισσότερο. Γιά νά κάνουμε γλύκα τῆς καρδιᾶς μας, ὄχι τήν ἁμαρτία, ἀλλά τό ὄνομα, τό γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού πρέπει νά γεμίζει τό στόμα μας καί ἡ καρδιά μας ὅταν τό θυμούμεθα καί τό λέμε. Αὐτό πρέπει νά κάνουμε. Γι' αὐτό πρέπει νά κουραζόμαστε. Αὐτό πρέπει νά ἐπιδιώκουμε.

 

4. Πνευματικοί πρωταθλητές

 

Θά προσθέσουμε καί κάτι ἀκόμα. Ὁ τυφλός, ἦταν τυφλός σωματικά.

Ἀλλά ὑπάρχουν καί ἀνοιχτομάτηδες, οἱ ὁποῖοι εἶναι πνευματικά τυφλοί. Αὐτό εἶναι τό χειρότερο. Τά σωματικά μάτια τους εἶναι ἀνοιχτά, βλέπουν. Μπορεῖ νά εἶναι τετραπέρατοι καί νά λέμε ὅτι: «τό μάτι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ κόβει». Ἀλλά δέν κόβει στά θέματα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἔχει τυφλωθεῖ. Ἀπό τί ἔχει τυφλωθεῖ; Ἀπό κακή διάθεση καί ἀπό ἀγάπη γιά τήν ἁμαρτία .

Γι’ αὐτό, ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία τήν ὁποία μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος, στόν ἑαυτό του, εἶναι νά βιάσει τόν ἑαυτό του, νά σπρώξει τόν ἑαυτό του, νά πάει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Νά μήν περιμένει νά τοῦ ἔρθει, ἀπό πάνω καί ἀπό ἀλλοῦ ἡ κλίση νά πάει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἀκούγοντας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί καταλαβαίνοντας ὅτι μετά ἀπό αὐτή τήν ζωή ἀκολουθεῖ ἡ ἄλλη, ἡ ἀληθινή, νά σπρώξει τόν ἑαυτό του, ὅσο μπορεῖ περισσότερο, νά ἁρπάξει τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καί οἱ βιασταί καταλαμβάνουσιν αὐτήν»

Ποιοί εἶναι αὐτοί, πού ἁρπάζουν διά τῆς βίας τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;

Ἄς τό ποῦμε μέ παραδείγματα.

Εἶναι ἐκεῖνοι, πού δέν ἔχουν ὄρεξη, τήν Κυριακή τό πρωί, νά πᾶνε στήν ἐκκλησία. Καί τούς λέει ὁ λογισμός τους, ὅτι ὅταν θά μποῦν μέσα στήν ἐκκλησία, θά ἀνοίξουν τά σαγόνια τους ἀπό τό πολύ χασμουρητό καί θά λιώσουν τά γόνατά τους ἀπό τήν ὀρθοστασία, ἀλλά αὐτοί βιάζουν τόν ἑαυτό τους καί πηγαίνουν.

Εἶναι πάλι ἐκεῖνοι πού, ὅταν δοῦνε ἕνα φτωχό, νομίζουν ὅτι ἡ τσέπη τους ἔχει σκορπιό καί ἅμα βάλουν τό χέρι τους μέσα νά βγάλουν κάτι νά τοῦ δώσουν, θά τούς δαγκώσει ὁ σκορπιός καί θά πεθάνουν, γιατί θά στερηθοῦν. Καί παρά ταῦτα βάζουν τό χεράκι τους μέσα καί παίρνουν κάτι νά βοηθήσουν.

Εἶναι ἀκόμη ἐκεῖνοι πού ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ θυμοῦ, ἐναντίον κάποιου ἄλλου, νομίζουν ὅτι θά σκάσουν, ἄν δέν βρίσουν καί ἄν δέν κάνουν ὅ,τι περνάει ἀπό χέρι τους καί ἀπό πόδι τους, μέ γροθιά καί κλωτσιά.

Ἄν αὐτοί ἀγωνιστοῦν καί μαζέψουν τήν γλώσσα τους καί μαζέψουν τό πόδι τους καί τό χέρι τους καί μαζέψουν τήν καρδιά τους. Καί τῆς δώσουν ἐντολή νά φερθεῖ μέ ἀγάπη καί καλωσύνη… τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί βιάζουν τόν ἑαυτό τους γιά νά κερδίσουν τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Καί μή μᾶς φαίνεται παράξενο, γιατί καί τό μυαλό παίρνει ἐντολές καί ἡ καρδιά παίρνει ἐντολές, καί τό χέρι παίρνει ἐντολές, καί τό πόδι παίρνει ἐντολές καί τό μάτι παίρνει ἐντολές, ὅλα παίρνουν ἐντολές μέσα μας καί ἐπάνω μας. Καί ὀφείλουμε νά δώσουμε ἐντολή τοῦ ἑαυτοῦ μας, νά ἀγαπάει τόν Θεό καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Δοξάζοντας τόν Θεό, διότι μᾶς ἐλέησε καί μᾶς φώτισε καί εὐδόκησε νά βρισκόμαστε μέσα στήν ἐκκλησία, καί νά ποθοῦμε νά βλέπουμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ καί τόν Θεό, ἄς Τόν παρακαλέσομε, νά αὐξάνει τό φῶς Του μέσα μας. Νά γίνει φῶς δυνατό, φῶς ἱλαρό, φῶς γλυκύτατο. Ἀμήν.-