ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α’ ΟΙΚ. (Ἰω. 17, 1-13)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στό Δρυόφυτο, στίς 18/5/1980)

 

1. Ὁ Παράδεισος εἶναι δίπλα μας

 

Εἶναι μεγάλη εὐλογία νά ἀξιώνεται ἕνας ἄνθρωπος νά μπαίνει στήν ἐκκλησία. Γιατί ἡ ἐκκλησία εἶναι ὁ Παράδεισος. Ὅ,τι ἦταν ὁ Παράδεισος μέσα στόν ὁποῖο βρίσκονταν οἱ πρωτόπλαστοι, τό ἴδιο πράγμα εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὅταν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἔπεσαν καί διώχθηκαν ἀπό τόν Παράδεισο, κάθε μέρα πήγαιναν στήν πύλη τοῦ Παραδείσου καί ἔκλαιγαν, χωρίς νά μποροῦν νά μποῦν μέσα, γιατί τά Χερουβείμ τούς ἀπαγόρευαν τήν εἴσοδο. Ἀλλά ἀπό τότε πού ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς, ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου ἄνοιξε. Παράδεισο πάνω στή γῆ ἔκανε ὁ Χριστός τήν Ἐκκλησία. Μέσα στήν ὁποία μποροῦμε, ὅποτε θέλομε, νά μπαίνομε. Καί μπαίνοντας βρισκόμαστε στόν ἴδιο Παράδεισο πού ἦταν οἱ πρωτόπλαστοι.

Ἀκούσαμε σήμερα τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό νά λέγει: «Πάτερ οὕς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καί οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μή ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας». Δηλαδή, αὐτούς πού μοῦ ἔδωκες, Ἐγώ τούς φύλαξα, δέν χάθηκε κανένας, γιατί ἐγώ ξέρω καί φυλάττω καί μπορῶ καί φυλάττω ἐκείνους πού ἔχω κοντά Μου. Κανένας δέν χάθηκε παρά μόνον «ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας», ὁ Ἰούδας.

Καί σήμερα, ἀδελφοί, δέν χάνονται παρά οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν τόν ἑαυτό τους νά προδώσουν οἱ ἴδιοι τόν Χριστό. Ὁ Χριστός δέν ἐγκαταλείπει ποτέ κανέναν. Πρόσθεσε ὅμως ὁ Κύριος: «Τώρα πού φεύγω Ἐγώ ἀπό τόν κόσμο καί δέν θά εἶμαι πιά κοντά τους, ὥστε νά τούς φυλάττω, Πάτερ, σύ τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνοματί Σου». Ἀπό ἐδῶ καί πέρα φύλαγέ τους Ἐσύ αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες. Καί ὁ Θεός φυλάττει τούς πιστούς Του μέ ἕνα τρόπο πού φαίνεται λίγο παράξενος.

 

2. Πῶς ὁ Θεός φυλάττει τούς πιστούς;

 

Γιά νά καταλάβουμε, ποιός εἶναι ὁ τρόπος πού ὁ Θεός φυλάττει τούς πιστούς Του, πρέπει νά θυμηθοῦμε τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Ὁ καλός Σαμαρείτης εἶναι ὁ Χριστός. Κατέβηκε στόν κόσμο καί βρῆκε τόν ἄνθρωπο γεμάτο ἀπό πληγές, ἕτοιμο νά πεθάνει. Τόν πῆρε καί τόν πῆγε στό πανδοχεῖο, δηλαδή σέ ἕνα Νοσοκομεῖο καί τόν ἐμπιστεύτηκε ἐκεῖ. Ἔβγαλε καί ἔδωσε χρήματα. Καί εἶπε εἰς τόν Διευθυντή, τόν πανδοχέα: «Φρόντισε γι’ αὐτόν, μέχρι πού νά ἐπιστρέψω. Ἄν δαπανήσεις περισσότερα ἀπό αὐτά πού σοῦ ἔδωσα, ὅταν θά ξαναγυρίσω, θά σοῦ τά ἀποδώσω»

Ὁ ἄνθρωπος πού ἔπεσε στούς ληστές, εἴμαστε ἐμεῖς. Νοσοκομεῖο εἶναι ἡ ἐκκλησία. Καί Διευθυντής εἶναι σέ κάθε ἐνορία ὁ παπάς. Ὅταν ὁ Χριστός ἔδωσε στόν πανδοχέα τά δυό δηνάρια ἔφυγε. Ὁ πανδοχέας εἶχε τό δικαίωμα, ἄν θέλει, νά τά φάει καί νά ἀφήσει τόν ἄρρωστο νά πεθάνει. Εἶχε τό δικαίωμα νά τά δαπανήσει ὅλα μέχρι δεκάρα γιά τή νοσηλεία. Καί μποροῦσε νά βάλει καί ἀπό τήν τσέπη του, μιά καί εἶχε τήν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὅταν ἐγώ θά ἔρθω πάλι, ἄν ἔχεις ξοδέψει ἀπό τήν τσέπη σου, θά σοῦ τά ἀποδώσω πολλαπλάσια. Τά δυό δηνάρια πού ἔδωσε στούς παπάδες ὁ Χριστός εἶναι, ὁ Λόγος καί τά Ἅγια Μυστήρια, ἡ Διδασκαλία, καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέ τό ἕνα δηνάριο ἔχει χρέος ὁ παπάς κάθε ἡμέρα καί κάθε στιγμή, νά ὑποδεικνύει τό σωστό. Καί μέ τό δεύτερο δηνάριο νά δίδει χάρη καί δύναμη στούς πιστούς.

Πόση χάρη παίρνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βαφτίζεται;

Ἀπό ἄνθρωπος τῆς γῆς, ὅμοιος μέ τά ζῶα, γίνεται ἄγγελος. Γίνεται υἱός τοῦ Θεοῦ. Γίνεται πολίτης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Πόση χάρη παίρνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν κοινωνεῖ;

Τόση, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τήν φανταστεῖ. Παίρνει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Τί εἶναι ὁ Χριστός;

Θεός Ἀληθινός! Τρώγοντας ἕνας ἄνθρωπος τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, παίρνει μέσα του τήν χάρη, τήν δύναμη, τήν εὐλογία καί τόν ἁγιασμό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι Ἀθάνατος. Καί ὅποιος παίρνει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί δέν ξανααμαρτήσει, θάνατο δέν πρόκειται νά δεῖ. Καί ἄν σάν ἄνθρωπος ἁμαρτήσει, ἀλλά πιστεύει στό Χριστό καί μετανοεῖ, λέει ὁ Χριστός: Ἐγώ θά τόν ἀναστήσω πάλι «ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» Τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας δηλαδή ὁ ἄνθρωπος αὐτός θά ἀναστηθεῖ δεδικαιωμένος καί ἁγιασμένος ἀπό τήν χάρη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Χωρίς νά κοινωνήσει ἕνας ἄνθρωπος τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, εἶναι δυνατόν νά ἀναστηθεῖ γιά νά πάει στόν παράδεισο; Ποτέ!

 

3. Τό φιλάνθρωπότατο μυστήριο

 

Πόση χάρη παίρνει ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἐξομολογεῖται;

Συχνά πέφτομε σέ διάφορες ἁμαρτίες. Μικρές καί μεγάλες καί μερικές φορές ἁμαρτίες ἐντελῶς κτηνώδεις. Καί πηγαίνομε καί ἐξομολογούμεθα. Τότε οἱ ἁμαρτίες αὐτές σβήνουν ὅλες. Τίς σβήνει ὁ Θεός. Διαφορετικά τί κάνουν οἱ ἁμαρτίες μας; Μένουν καί μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι: «εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας ἕνας βράχος, ἕνας τοῖχος, πού μᾶς χωρίζει ἐντελῶς ἀπό τόν Θεό. Οὔτε νά Τόν βλέπομε οὔτε νά Τόν ἀκοῦμε μποροῦμε». Αὐτόν τόν τοῖχο, ὁ παπάς μέ τήν ἐξομολόγηση, τοῦ δίνει μιά κλωτσιά καί τόν γκρεμίζει. Προσέξατε· δέν τόν γκρεμίζομε ἐμεῖς τόν τοῖχο, ὁ παπάς τόν γκρεμίζει. Ἐμεῖς, πηγαίνομε καί τοῦ λέμε: «σ’ αὐτά ἔφταιξα, καί σέ παρακαλῶ, αὐτό τόν τοῖχο πού ἐγώ ἔχω κτίσει, νά τόν γκρεμίσεις». Εἶναι ἀπαραίτητο νά ποῦμε τίς ἁμαρτίες μας, γιατί ὁ τοῖχος πού φτειάξαμε μέ αὐτές, δέν φαίνεται μέ τά μάτια τά αἰσθητά. Ἄν φαινόταν, θά τόν ἔβλεπε ὁ παπάς, θά ἤξερε ποιός τοῖχος εἶναι καί θά μποροῦσε μέ τήν ἐξουσία πού ἔχει νά τόν γκρεμίσει. Ἀλλά ἐπειδή δέν τόν ξέρει τόν τοῖχο, πρέπει νά τοῦ τόν ποῦμε ἐμεῖς μέ συντριβή καί ταπείνωση.

Ὅταν ἕνας παπάς, ἀνοίγει τό στόμα του γιά νά πεῖ μέ τά λόγια τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς, ὁ τοῖχος τῶν ἁμαρτιῶν μας γκρεμίζεται, εὐφραίνονται οἱ ἄγγελοι καί τρέμουν τά καταχθόνια. Τήν ὥρα ἐκείνη, ὁ διάβολος τρέμει. Αὐτή εἶναι ἡ χάρη, πού ἔδωσε ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους. Νά ἀκούγεται μιά φωνή ἀδύνατη καί ἀσθενική καί νά κάνει τόν διάβολο νά τρέμει.

Λέγει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Ἄν συναντήσω ἕνα παπά καί ἕνα ἄγγελο, ἕνα παπά καί ἕνα βασιλιά, πρῶτα θά χαιρετήσω τόν παπά, θά τοῦ φιλήσω τό χέρι καί θά ζητήσω τήν εὐχή του, καί μετά θά γυρίσω νά χαιρετήσω τόν βασιλιά ἤ τόν ἄγγελο. Γιατί ὁ παπάς, εἶναι ἀνώτερος καί ἀπό τόν βασιλιά καί ἀπό τόν ἄγγελο. Οὔτε ὁ βασιλιάς ἔχει τήν ἐξουσία νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες οὔτε ὁ ἄγγελος».

Ἦταν μιά φορά, ἕνας ἅγιος πνευματικός. Καί κουβέντιαζε μέ μερικούς ἄλλους καλογήρους. Πλησιάζει ἕνας ἄνθρωπος καί τοῦ λέει:

-Πάτερ θέλω νά ἐξομολογηθῶ.

Ὁ πνευματικός τοῦ ἀπάντησε:

-Πέστα ὅλα, ὅσα ἔχεις, ἐδῶ, ἐνώπιον ὅλων.

Γιά μιά στιγμή φάνηκε νά διστάζει. Ἀλλά ὁ πνευματικός τοῦ εἶπε:

-Ἐάν δέν τά πεῖς ἐδῶ, θά ἐλεγχθεῖς ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων. Πέστα ἐδῶ δέν πειράζει. Ἄς τά ἀκούσουν καί δυό-τρεῖς ἄλλοι ἄνθρωποι.

Καί τότε ἐκεῖνος ἄρχισε μέ ταπείνωση καί μέ δάκρυα στά μάτια, νά ἐξομολογεῖται τίς ἁμαρτίες του, μιά-μιά ὅλες.

Ὅταν τελείωσε τόν ρωτᾶ ὁ πνευματικός:

-Θέλεις νά γίνεις καλόγερος;

Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε:

-Μέ πολλή εὐχαρίστηση θά γινόμουν.

Ἀλλά οἱ μοναχοί πού ἦταν ἐκεῖ ἐπενέβησαν καί εἶπαν:

-Καλά, πάτερ, μετά ἀπό τόσες ἁμαρτίες πού ἀκούσαμε, μέσα σέ μιά στιγμή, ἐσύ παίρνεις τήν εὐθύνη αὐτόν τόν ἄνθρωπο νά τόν κάνεις καλόγερο; Δέν φοβᾶσαι μήπως ξανακυλήσει στίς ἴδιες ἁμαρτίες καί μολύνει τό ἅγιο σχῆμα;

Καί τότε ὁ πνευματικός τούς εἶπε: «Ὄχι! Γιατί τήν ὥρα πού ἐξομολογιόταν, ἔβλεπα δίπλα του ἕνα λαμπροφόρο ἄγγελο, πού κρατοῦσε ἕνα μεγάλο βιβλίο μέσα στό ὁποῖο ἦταν γραμμένες οἱ ἁμαρτίες αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καί μία-μιά, καθώς τίς ἔλεγε, ἔσβηναν. Καί ὅταν τελείωσε τήν ἐξομολόγησή του, ὁ ἄγγελος ἔκλεισε τό βιβλίο καί ἔφυγε γεμάτος χαρά καί ἀγαλλίαση γιά τόν οὐρανό. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἐξομολογεῖται, μπροστά στόν πνευματικό σωστά, «χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».

 

4. Ὁ πνευματικός, μιμητής τοῦ Χριστοῦ

 

Ἀλλά τό ἔργο τῆς ἐξομολογήσεως ἡ Ἐκκλησία μας, κατά τήν παράδοση τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τό ἐμπιστεύεται στούς παπάδες πού ἔχουν ἰδιαιτέρα ἀρετή. Δέν τό ἐμπιστεύεται σέ ὅλους. Γιατί; Διότι, ὁ ἄνθρωπος πού θά ἐξομολογεῖ τούς ἄλλους, καί θά εἶναι ὁ μεγάλος πολέμιος τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, πρέπει νά εἶναι τέτοιος, πού ὁ διάβολος νά ἀκούει τήν φωνή του καί νά τρέμει. Πρέπει νά λάμπει ἀπό τήν ἀρετή. Νά εἶναι ἄνθρωπος προσευχῆς. Καί νά εἶναι ἄνθρωπος μέ ἀγώνα πνευματικό.

Ὁ πνευματικός παίρνει στά χέρια του τό πιό δυνατό ὅπλο κατά τοῦ διαβόλου πού εἶναι ἡ ἐξουσία τῆς συγχώρησης τῶν ἁμαρτιῶν. Ὄργανο τοῦ διαβόλου γιά τήν καταστροφή μας, εἶναι ἡ ἁμαρτία μας. Ἡ ἁμαρτία στήν ὁποία μᾶς παρασέρνει. Καί ὅπλο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τό ξεθεμελίωμα τῆς βασιλείας τοῦ διαβόλου, εἶναι ἡ ἐξομολόγηση μέ τήν ὁποία, ὁ παπάς καί ὁ ἄνθρωπος, μέσα στό νοσοκομεῖο τῆς Ἐκκλησίας, συνεργαζόμενοι ἐπιτυγχάνουν. Καί δέν ἀφήνουν ἀπό τό ἔργο τοῦ διαβόλου ὄρθιο τίποτε.

Γι’ αὐτό εἶναι μακάριος ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐκτός ἀπό πατέρα καί μητέρα σαρκική, ἔχει καί πατέρα πνευματικό, στόν ὁποῖο πηγαίνει συνεχῶς καί ἐξομολογεῖται τίς ἁμαρτίες του. Ὅλοι οἱ ἅγιοι πατέρες, πού ὄχι μόνο πῆγαν στόν παράδεισο, ἀλλά πῆγαν ἐν δόξῃ, διδάσκουν: «Χωρίς νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος πνευματικό πατέρα, κατά λάθος λέγεται χριστιανός. Καί τήν ὁδό τῆς σωτηρίας τήν παίζει κορῶνα-γράμματα. Μπορεῖ κατά λάθος, νά δεῖ τήν πύλη τοῦ παραδείσου, ἀλλά δέν τό ἔχει σίγουρο. Ὅποιος ὅμως ἔχει πνευματικό πατέρα καί ἐξομολογεῖται τακτικά καί τηρεῖ τά λόγια του σάν ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὁ κόσμος νά γίνει ἄνω-κάτω ὁλόκληρος, ὁ ἴδιος ὁ Βελζεβούλ νά ἔλθει, ὁ ἀντίχριστος νά ἔρθει στόν κόσμο, τήν σωτηρία του δέν θά τήν χάσει»

Εἶπε ἕνας ἐπίσκοπος: «Ἄν μέ ρωτοῦσαν, τί θά προτιμοῦσες; Νά χτίσεις μιά μεγαλοπρεπεστάτη ἐκκλησία ἤ νά κάνεις ἕνα καλό πνευματικό; θά προτιμοῦσα χωρίς δισταγμό τό δεύτερο. Γιατί ὁ καλός πνευματικός, θά γίνει πατέρας καί θά ὁδηγήσει τά τέκνα του, ὅλα, στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Οὕς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα» εἶπε ὁ Χριστός, πού ἦταν ὁ πρῶτος Πνευματικός μας. «Καί οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο». Καί ὅποιους φωτίσει ὁ Χριστός καί πᾶνε κάτω ἀπό τό πετραχήλι καί κοντά στήν συμβουλή πνευματικοῦ πατέρα, δέν θά χαθοῦν ποτέ! Ἀμήν.-