Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ (Λουκ. 18, 10-14)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στόν Ἅγιο Γεώργιο, στίς 7/2/1992)

 

1. Τά πρῶτα γράμματα

 

           Ὅταν ἕνα παιδί πηγαίνει γιά πρώτη φορά στό σχολεῖο, ἐκεῖ μαθαίνει πρῶτα τό γράμμα τό ὄμικρον. Μαθαίνει νά φτειάχνει ἕνα κουλουράκι. Βέβαια αὐτό εἶναι συμβολικό. Γιατί καί ὅταν ἀρχίζει τό παιδί νά μορφώνεται, μορφωτικά εἶναι ἕνα κουλουράκι. Ἕνα μηδενικό. Καί σιγά-σιγά μαθαίνει τό γιώτα, καί μετά νά ἑνώνει τό ὄμικρον μέ τό γιώτα καί νά φτειάχνει τό ἄλφα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῶν γραμμάτων καί τά ἄλλα γράμματα. Καί παίρνει τό μεγάλο ξεκίνημα. Κάθε ἡμέρα μορφώνεται περισσότερο. Ἀλλά ποτέ δέν ἀφήνει τήν βάση του, τά γράμματα. Κάθε ἡμέρα ὅλο καί περισσότερο χρησιμοποιεῖ ἐκεῖνα πού ἔμαθε στά πρῶτα του βήματα. Βέβαια δέν δίνει πιά ἀξία στό παιδί τό ὅτι ξέρει τό ὄμικρον, τό γιώτα καί τό ἄλφα, ἀλλά ὅλη του ἡ μόρφωση, σ’ αὐτά στηρίζεται. Καί ὅλη του ἡ προκοπή, ἐκεῖ ἐπάνω βασίζεται.

            Τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν πνευματική ζωή. Ὁ ἄνθρωπος ξεκινάει νά γίνει ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό μηδέν. Ἀπό τήν συναίσθηση ὅτι εἶναι ἕνα μηδέν, ἕνα κουλουράκι. Καί τό ἄλφα τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι τό μηδέν γιά τήν πνευματική ζωή μας. Ἡ συναίσθηση δηλαδή ὅτι δέν εἴμαστε τίποτα μπροστά στό Θεό. Καί ὅτι πρέπει σιγά-σιγά νά γίνουμε κάτι. Ἀποκτώντας ὄχι βέβαια γνώσεις, ἀλλά ἀρετές καί χάρη Θεοῦ. Καί φωτισμό Θεοῦ καί σοφία Θεοῦ. Καί χαρίσματα. Δηλαδή δῶρα πνευματικά τά ὁποῖα εἶναι, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».

            Ὁ ἄνθρωπος δέν ξέρει οὔτε μπορεῖ νά δεῖ καλά τόν ἑαυτό του. Γι’ αὐτό ὅταν χρειαστεῖ, πηγαίνει σ’ ἐκείνους πού ξέρουν νά τόν βοηθήσουν. Στούς γιατρούς. Οἱ γιατροί ψάχνουν μέ τήν γνώση πού ἔχουν καί μετά ἀπό πολλές ἐξετάσεις τοῦ λένε: «Ἔχεις τό τάδε. Πρέπει νά πάρεις τό φάρμακο τάδε, ἄν θέλεις νά γίνεις καλά». Μερικές φορές οἱ συνηθισμένες ἐξετάσεις δέν φτάνουν. Γι’ αὐτό σέ στέλνουν στίς ἀκτῖνες. «Πήγαινε» σοῦ λένε «νά κάνεις μία ἀξονική τομογραφία». Καί τί κάνει ἐκεῖνο τό μηχάνημα; Φωτογραφίζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, μέσα-μέσα, κάθε πόντο, βρίσκει τήν βλάβη καί τότε ὁ γιατρός προχωρᾶ στή θεραπεία καί δίνει τίς ὁδηγίες του. Καί κάνουμε τυφλή ὑπακοή στούς γιατρούς, γιά νά μπορέσουμε νά γίνουμε καλά.

            Ἀλλά κάνουμε καί κάτι ἄλλο. Κάθε πρωί, στεκόμαστε μπροστά σέ ἕνα καθρέφτη, γιά νά δοῦμε, ἄν πλυθήκαμε καλά, μή τυχόν καί ἔχουμε καμιά μουντζούρα στή μύτη μας. Ἄν φτειαχτήκανε τά ροῦχα ἐπάνω μας, γιά νά μή γελάει ὁ κόσμος εἰς βάρος μας. Πάντοτε ἐλέγχουμε τόν ἑαυτό μας. Μόνοι μας καί μέ τήν βοήθεια τῶν ἄλλων.

Πολύ περισσότερο, ἀπ’ ὅτι χρειάζεται ὁ ἔλεγχος γιά τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση καί γιά τήν ὑγεία τοῦ σώματος, χρειάζεται ὁ αὐτοέλεγχος γιά τήν πνευματική μας ἐμφάνιση, ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Καί γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας.

 

2. Μή ξεχνᾶς τό ἄλφα. Θά ἔχεις μεγάλη ζημιά

 

Τό σημερινό Εὐαγγέλιο μᾶς λέγει: Πῆγαν στήν Ἐκκλησία νά προσευχηθοῦν, ἕνας τελώνης καί ἕνας φαρισαῖος. Ὁ τελώνης πρίν μπεῖ στήν Ἐκκλησία, ἐξέτασε τόν ἑαυτό του. Καί τόν βρῆκε μηδενικό. Γι' αὐτό μπαίνοντας στήν Ἐκκλησία στάθηκε στήν ἄκρη καί εἶπε: «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Ὁ φαρισαῖος, ἤ δέν ἔκανε ἔλεγχο στόν ἑαυτό του, ἤ ἔκανε ἕνα ἔλεγχο «πασαλειματικό», ἐξωτερικό. Γι' αὐτό ὅταν μπῆκε μέσα ἄρχισε νά λέει: «Ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι, σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου πού ἐγώ εἶμαι καλός ἄνθρωπος καί δέν εἶμαι σάν καί κείνους τούς παληανθρώπους».

Ἀλλά ἀδελφοί, τί ἔδειχνε μ’ αὐτό; Ἦταν βέβαια καλός ἄνθρωπος γιατί νήστευε καί ἔδινε προσφορές γιά καλά ἔργα. Ἀλλά δέν εἶχε καλωσύνη. Γιά κοιτάξετε… Καλός, χωρίς καλωσύνη. Γίνεται καλός ἄνθρωπος χωρίς καλωσύνη; Αὐτός ἦταν ὁ φαρισαῖος. Ἄν εἶχε ἐξετάσει τόν ἑαυτό του, ὅτι ἔχει διάθεση, ὄρεξη νά καρφώσει, νά κακολογήσει, νά κατηγορήσει, δέν θά φανταζόταν πώς εἶναι τάχα καλός. Ἀλλά μπαίνοντας μέσα στήν Ἐκκλησία θά ἔλεγε καί αὐτός: «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Γιατί εἶμαι ἐξωτερικά καλός. Τοῖχος ἀσπρισμένος, τάφος στολισμένος. Καί ἀπό μέσα εἶμαι βρώμικος. Γεμάτος δυσωδία ἀφοῦ δέν ἔχω καλωσύνη, ἀφοῦ δέν μοιάζω στόν ἐπουράνιο Πατέρα μας πού εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί ἀγαθότητα.

Εἴπαμε, ὅτι γιά τήν μόρφωση, ξεκινᾶμε ἀπό τό ὄμικρον καί ἀπό τό ἄλφα, ἀλλά ποτέ δέν ἀφήνουμε τό ὄμικρον καί τό ἄλφα. Γιατί ὅποιος ξεχάσει τό ὄμικρον καί τό ἄλφα, δέν θά μπορέσει ποτέ νά ξαναδιαβάσει βιβλία καί νά μάθει κάτι περισσότερο. Ἔτσι καί στήν πνευματική ζωή, ἔστω καί ἄν κάτι κάναμε, δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ βάση καί τό θεμέλιο γιά κάθε προκοπή καί γιά κάθε βελτίωση τοῦ ἑαυτοῦ μας, εἶναι νά θυμόμαστε πάντοτε ὅτι ξεκινήσαμε ἀπό τό μηδέν. Καί εἴμαστε μηδέν. Καί ὅτι καλύτεροι γινόμαστε, ὄχι μέ τίς ἀρετές μας, καί μέ τούς ἀγῶνες μας, ἀλλά μέ τό ἔλεος καί μέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος σταυρώθηκε γιά μᾶς καί μᾶς ἔδωσε τό αἷμα του γιά νά μᾶς καθαρίσει ἀπό κάθε ἁμαρτία.

Γι' αὐτό ἐμεῖς οἱ χριστιανοί προσευχόμαστε. Καί ἡ καλύτερη προσευχή, μᾶς ἔχει διδάξει ὁ σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἡ προσευχή τοῦ τελώνου, νά λέμε: «ἱλάσθητί μοι ὁ Θεός τῷ ἁμαρτωλῷ». Λυπήσου με Θεέ μου τόν ἁμαρτωλό. Εἴμαστε, εἶμαι σκοτισμένος. Καί ὅταν πηγαίνουμε νά κοινωνήσουμε, μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, καί μᾶς ἐλέγχει, μέ τίς εὐχές πού διαβάζουμε πρίν τήν Θεία Κοινωνία. Ὅσοι διαβάζετε τίς εὐχές τῆς Μεταλήψεως τό ξέρετε. Γιατί τί λένε; «Θεέ μου, πάω νά κοινωνήσω καί ἐγώ ἀναξίως. Σάν τόν ληστή, σάν τόν τελώνη, σάν τήν πόρνη». Δέν κάνει νά φανταζόμαστε ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ τόν ἑαυτό μας καλύτερο.

Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ὅταν σύ τό θέλεις καί ξεχνᾶς τά ἁμαρτήματά σου, ὁ Θεός τό θέλει καί τά θυμᾶται. Καί ὅταν σύ θέλεις καί θυμᾶσαι τά ἁμαρτήματά σου, ὁ Θεός τό θέλει καί τά ξεχνάει». Ὅσο δηλαδή περισσότερο ὁ καθένας μας θυμᾶται ὅτι ξεκίνησε ἀπό τό μηδέν καί βρίσκεται στό μηδέν, καί ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν θυσία πού ἔκανε ὁ Χριστός ἐπάνω στό Σταυρό καί ἀπό τό ἅγιο αἷμα του καί ἀπό τό ἅγιο σῶμα του γιά νά καθαριστεῖ, τόσο περισσότερο ὁ Θεός τόν ἀγαπάει καί συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματά του. Καί ὅσο αὐτό τό ξεχνάει ὁ ἄνθρωπος, τόσο περισσότερο ὁ Χριστός τόν ἀπεχθάνεται καί θυμᾶται τά ἁμαρτήματά του.

Λέγει ἕνας ἄλλος ἅγιος: «Ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως, εἶναι ἡ μητέρα τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Ἡ συνείδηση εἶναι τό βιβλίο ἐπάνω στό ὁποῖο εἶναι γραμμένες οἱ πράξεις μας. Γι' αὐτό πρέπει ὅσο μποροῦμε περισσότερο, νά ἀκοῦμε τόν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεώς μας. Ἤ μᾶλλον, ὄχι ἁπλῶς νά τόν ἀκοῦμε, ἀλλά νά ψάχνουμε τήν συνείδησή μας καί νά τήν ρωτᾶμε: Ὑπάρχει κάτι ἄλλο κρυμμένο, πού δέν τό κατάλαβα, γιά νά ταπεινωθῶ λίγο περισσότερο; Καί νά ζητήσω λίγο περισσότερο τό ἔλεος καί τήν χάρη τοῦ Κυρίου μας;»

Ἀκόμα, κάνω καί τό ἄλλο πού διδάσκουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας.

Πηγαίνω στόν πνευματικό καί τοῦ λέω, «Πάτερ, αὐτά καί αὐτά εἶναι πού ἔχω κάνει στή ζωή μου. Καί κάπως ἔτσι κάνω τώρα. Μήπως δέν κάνω καλά; Καί μή κάνοντας καλά, δέν τό αἰσθάνομαι; Βοήθησέ με. Κάνε στήν ψυχή μου μία ἐξέταση, κάνε μου μιά ἀκτινογραφία, κάνε μου μιά ἀξονική τομογραφία, καί βοήθησέ με νά καταλάβω τήν κατάσταση μου. Καί δῶσε μου τά ἀπαραίτητα φάρμακα καί τίς ἀπαραίτητες ὁδηγίες γιά νά θεραπεύσω τόν ἑαυτό μου ἀπό τήν κατάσταση στή ὁποία εὑρίσκομαι».

 

3. Εὐάρεστη προσευχή… Θεάρεστη ἐργασία…

 

Διαβάζουμε στό βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Αὐτός εἶχε ἀνεβεῖ σέ μεγάλα ὕψη πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλά ἀφοῦ κατάλαβε πολλά καί ἔγινε ἅγιος, δέν ξέχασε ποτέ τό ἄλφα καί τό ὄμικρον. Δέν ξέχασε ποτέ ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα μηδενικό. Γι' αὐτό προσευχόταν συνεχῶς, παρακαλοῦσε τόν Θεό καί ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισόν μου τό σκότος». Καί παρουσιάστηκε ἡ Παναγία καί τοῦ λέει:

-Γιατί δοῦλε μου, παρακαλεῖς καί φωνάζεις καί λές, «φώτισέ μου τό σκότος»; Τί θέλεις;

Καί τῆς ἀπάντησε:

-Τί καλύτερο νά γυρεύω, Παναγία μου, ἐγώ ἄνθρωπος μέ τόσες κακές πράξεις καί μέ τόσα πάθη, πού κάθε στιγμή στή ζωή μου ἀπειλοῦν νά μέ καταπνίξουν καί νά κάνουν νά σκοτισθοῦν τά μάτια τῆς ψυχῆς μου; Φώτισέ μου τό σκότος.

Ἀπάντησε ἡ Παναγία:

-Θά εἶμαι μαζί σου γιά πάντα καί σ’ αὐτή τή ζωή καί στήν μέλλουσα, γιά τήν ταπεινή σου προσευχή.

Ἔτσι πρέπει νά κάνουμε. Νά ἀγωνιζόμαστε ὅσο ἀγωνιζόταν ὁ φαρισαῖος νά κάνουμε καλά πράγματα: Προσευχές, ἐλεημοσύνες, νά μή λείπουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἀλλά νά μήν κάνουμε ποτέ τό τραγικό λάθος πού ξέχασε ἀπό ποῦ ξεκίνησε. Καί ἄφησε τόν ἑαυτό του νά γεμίσει κακία γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Λένε οἱ Πατέρες μας: «Ἐμεῖς πρέπει νά ἔχουμε τήν ταπείνωση τοῦ τελώνη καί τίς ἀρετές τοῦ φαρισαίου. Νά μορφωθοῦμε νά προοδεύσουμε χωρίς νά ξεχάσουμε ποτέ τό ἄλφα καί τό ὄμικρον, δηλαδή τίς ἁμαρτίες μας». Γιατί ἅμα ξεχάσουμε τό ἄλφα καί τό ὄμικρον, ἀπό κεῖ καί πέρα, ὄχι πρόοδος δέν γίνεται ἀλλά ὅλα τά χάσαμε. Ὅπως ὁ ἄνθρωπος πού θά ξεχάσει τό ἄλφα καί τό ὄμικρον, ὄχι μόνο δέν θά μπορέσει πιά νά μάθει ἀπολύτως τίποτε ἄλλο, ἀλλά θά ἔχει χάσει τό μυαλό του.

Ὅλα τά ἀποκτᾶμε μέ τήν προσευχή, μέ τήν πολλή παράκληση πρός τόν Θεό. Λέγει ἕνα τροπάριο: «Νά φωνάξουμε καί ἐμεῖς πρός τόν Χριστό τελωνικῶς». Σάν τόν τελώνη. Πῶς νά φωνάξομε; Μέ τό στόμα;

Ἀπάντηση: Ὄχι μέ τό στόμα μόνο. Τό στόμα μόνο του, δέν λέει τίποτε. Μέ τήν καρδιά νά φωνάξουμε. Ἀλλά καί νά κάνουμε κάτι περισσότερο: Ἐπειδή ἡ καρδιά, μερικές φορές εἶναι ζεστή καί μερικές φορές παγωμένη, γι' αὐτό νά ζεστάνουμε τήν καρδιά μας. Μέ τί θά τήν ζεστάνομε; Μέ τήν θυσία, μέ τήν ταπείνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Πῶς γίνεται ἡ θυσία; Μέ τήν νηστεία.

Πῶς γίνεται ἡ ταπείνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας; Πάλι μέ τήν νηστεία. Γιατί ὑπακοῦμε στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Δέν κάνουμε ὅ,τι μᾶς ἀρέσει. Ὅ,τι μᾶς ἔρθει τήν κάθε στιγμή. Ἀλλά μέ τή νηστεία ταπεινώνουμε τό θέλημά μας καί ζεσταίνουμε τήν καρδιά μας. Γι' αὐτό νά φωνάξουμε πρός τόν Χριστό «τελωνικῶς». Σάν τόν τελώνη. «Διά νηστείας». Μέ ταπείνωση. Καί μέ θυσία: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ καί ἐλέησόν με».

Εἴθε ὁ Χριστός ὁ ὁποῖος εἶναι τό ἄλφα καί τό ὠμέγα τῆς πίστεως, νά μᾶς φωτίζει νά πατᾶμε γερά, στό θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ ταπείνωση καί ἡ προσευχή τοῦ τελώνου. Ἀμήν.-