Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Ματθ. 25, 31-46)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στή Ράχη, τήν 1/3/1981)

           

1. Ἀγοράζεις πολλά. Μέ τό «τίποτε»

 

            Τό εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα τό θεωροῦμε τό πιό τρομερό ὁλόκληρης τῆς χρονιᾶς. Ὅμως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι εἶναι τό πιό γλυκύ καί τό πιό παρήγορο. Ἐκεῖνο πού σκορπίζει στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τή μεγαλύτερη γαλήνη καί ἀνακούφιση.

Ἐρώτημα: Καλά, γιατί ἐμεῖς τό θεωροῦμε τρομακτικό ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τό θεωρεῖ γλυκύτατο;

Ἀπάντηση: Ἀπό ἄγνοια ἐμεῖς καί ἀπό ἐπιγνώση ὁ ἅγιος.

Γιατί πραγματικά τό εὐαγγέλιο αὐτό εἶναι γεμᾶτο γλυκύτητα, γαλήνη καί ἐλπίδα. Λέγει ὅτι θά ἔρθει μιά ἡμέρα, πού αὐτή ἡ ζωή θά πάρει τέλος καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά μαζευτοῦν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ἀποδώσει στόν καθένα ἐκεῖνο πού πρέπει. Ὑπάρχει πιό γλυκύ πράγμα ἀπό αὐτό;

Ἡ σκέψη ὅτι μπορεῖ νά μείνουν ἀτιμώρητοι κάποιοι κακοί ἄνθρωποι πού σκόρπισαν τόν θάνατο καί βύθισαν τούς γύρω τους στόν πόνο, δέν γεμίζει μαυρίλα καί πικρία ὅλες τίς ψυχές;

Καί ἡ σκέψη ὅτι ὁ Χριστός θά ρθεῖ καί θά ἀποκαταστήσει τήν δικαιοσύνη -πού ἐδῶ στή γῆ δέν βρίσκεται-, δέν γεμίζει τήν καρδιά ἀπό παρηγοριά καί ἀπό γλυκύτητα;

Ὅταν λοιπόν θά ἔρθει «ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», τότε θά διαχωρήσει τούς ἀνθρώπους ὅπως ξεχωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια. Μπερδεύται ποτέ ὁ τσοπάνης γιά νά ξεχωρίσει τό κατσίκι ἀπό τά ἀρνί; Ποτέ! Ἐδῶ ἐμεῖς δέν μπερδευόμαστε στό νά ποῦμε ποιός εἶναι καλός καί ποιός εἶναι κακός; Ἔ, λοιπόν, θά μπερδευτεῖ ὁ Χριστός; Ὄχι. Θά τούς ξεχωρήσει μέ τόση ἄνεση, ἀλλά καί τόσο σαφῶς καί τόσο δίκαια, τόσο φυσικά, ὅπως ξεχωρίζει ὁ τσοπάνης τά ἀρνιά ἀπό τά κατσίκια. Καί κανένας τότε δέν θά ἔχει τό θάρρος νά διαμαρτυρηθεῖ ὅτι κάποιον πού τόν εἶπε ὁ Χριστός «κατσίκι» ἦταν «ἀρνί».

            Ἀλλά τό Εὐαγγέλιο μᾶς δίνει μιά ἀκόμη παρηγοριά.

            Θά γυρίσει ὁ Χριστός πρός τό μέρος ἐκείνων πού εἶναι ἐκ δεξιῶν του, στά ἀρνία του καί θά τούς πεῖ: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν. Ἐδίψασα καί μοῦ δώσατε καί ἤπια. Ἤμουν γυμνός καί μέ ντύσατε. Ἤμουν ξένος καί μέ μαζέψατε στό σπίτι σας. Ἤμουν στή φυλακή καί ἤρθατε νά μέ δεῖτε».

Ἐρώτημα: Τί γυρεύει ὁ Θεός γιά νά μᾶς δώσει τή Βασιλεία του;

Μήπως κάτι δύσκολο; Εἶναι δύσκολο νά πεινάει ὁ ἄλλος καί νά τοῦ δώσεις νά φάει; Σοῦ εἶναι βαρύ νά διψάει καί νά τοῦ δώσεις ἕνα ποτήρι νερό; Δύσκολο εἶναι νά βάλεις ἕνα ξένο σέ κάποια ἄκρη νά κοιμηθεῖ; Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄς τό παραδεχθοῦμε ὅτι αὐτά εἶναι δύσκολα. Καλά, εἶναι δύσκολο νά ἐπισκεφτεῖς ἕναν ἄρρωστο; Εἶναι δύσκολο νά πᾶς σέ μιά φυλακή, πού εἶναι ἕνας ἄνθρωπος μέ τόσο πόνο καί νά τόν δεῖς; Ἄν αὐτά δέν τά κάνεις, τά τόσο ἁπλά, καί τά τόσο, ἄς τό ποῦμε γιά νά ντροπιαστοῦμε, ἀδάπανα, τί δείχνεις ὅτι εἶσαι;

Ἀπάντηση: Δείχνεις ὅτι εἶσαι ἕνας ἄνθρωπος μέσα στήν καρδιά τοῦ ὁποίου δέν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἐλάχιστη δροσιά ἀγάπης. Βέβαια τελειότητα γιά τόν χριστιανό εἶναι νά θυσιάζει ἀκόμα καί τή ζωή του γιά τόν Χριστό. Νά θυσιάζει τά πάντα. Νά μήν κρατάει γιά τόν ἑαυτό του τίποτα. Ὁ Χριστός ὅμως γιά νά σέ πάρει στή βασιλεία του ἐπειδή εἶναι εὔσπλαγχνος, δέν σοῦ ζητάει οὔτε τή ζωή σου νά θυσιάσεις, οὔτε τά ἀγαθά σου νά πουλήσεις. Ἀλλά τί σοῦ ζητάει; Νά ἔχει ἡ καρδιά σου λίγη νοτιά, λίγη δροσιά, κάποιο ἴχνος ἀγάπης καί καλωσύνης.

Ὑπάρχει πιό παρήγορο πρᾶγμα ἀπό τό νά ξέρεις ὅτι ὁ Χριστός σοῦ ζητάει μόνο λίγη καλωσύνη; Μήπως ὑπάρχει κάτι πιό εὔκολο; Πιό ἀνθρώπινο; Ἄν δέν ἔχεις ἀγάπη καί καλωσύνη εἶσαι ἄνθρωπος; Ἤ εἶσαι ἀνθρωπόμορφο θηρίο;» Νά γιατί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει τό εὐαγγέλιο αὐτό «γλυκύτατο».

 

2. Ὅλα μᾶς σπρώχνουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

 

Ὅταν ὁ Χριστός πεῖ στούς δίκαιους ὅτι τόν διακόνησαν, θά τόν ρωτήσουν παραξενεμένοι: «Καλά Κύριε, πότε σέ εἴδαμε ἐμεῖς, ἐσένα, ξένο, γυμνό κ.λ.π. καί σοῦ κάναμε κάτι καλό;» «Δέν εἶναι ἀνάγκη νά τό κάνατε σέ μένα τόν ἴδιο», θά ἀπαντήσει ὁ Χριστός. «Ὅμως ὅτι κάνατε στόν τελευταῖο ἄνθρωπο, στόν ὁποιονδήποτε εἶναι σά να τό κάνατε σέ μένα». Δηλαδή: «Ἐγώ δέν κοιτάζω ποῦ καί σέ ποιόν κάνατε τό καλό. Κοιτάζω τί ὑπάρχει στήν καρδιά. Ὅπου κι ἄν ἐκδηλωθεῖ τό καλό, γιά μένα εἶναι τό ἴδιο».

Μετά θά πεῖ στούς ἄλλους, τούς ἁμαρτωλούς: «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ καί οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν. Ἐδίψησα καί οὐκ ἐποτίσατέ με. Ξένος ἤμην καί οὐ συνηγάγετέ με. Ἀσθενής καί ἐν φυλακῇ καί οὐκ ἤλθετε πρός με». Ἐρώτημα. Ἦταν δύσκολο νά κάνουν κάτι τέτοιο; Ἦταν δαπανηρό; Ὄχι! Τί χρειαζόταν; Λίγη καλωσύνη. Δαπάνη πόση; Ἐλάχιστη ἤ τίποτα.

            Ἀλλά ἔστω ὅτι χρειαζόταν λίγη δαπάνη. Πόση δαπανᾶς γιά τά τσιγάρα σου κάθε ἡμέρα; Δέν μποροῦσες νά κάνεις ἐλεημοσύνη, κόβοντας τό τσιγάρο μιᾶς ἡμέρας; Πόσο δαπανᾶς γιά τό οὐζάκι καί γιά τό καφενεῖο; Δέν μποροῦσες νά τό κάνεις ἐλεημοσύνη; Πόσα δαπανᾶς γιά τόν ἑαυτό σου παραπανιστά; Πόσο εἴμαστε ἀναπολόγητοι; Καί ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ Χριστός τό τονίζει ὅτι καί ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δέ ζητοῦσε τίποτα ἄλλο, παρά μόνο λίγη καλωσύνη, γι' αὐτό μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅτι ἡ διήγηση αὐτή εἶναι γλυκυτάτη.

Ὑπάρχει καί ἕνας ἄλλος λόγος πού εἶναι τό εὐαγγέλιο αὐτό γεμᾶτο γλυκύτητα. «Κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν», λέγει ὁ Χριστός. Ἐλᾶτε νά κληρονομήσετε τήν βασιλεία πού ἔχω γιά σᾶς ἑτοιμασμένη. Γιά ποιούς; Γιά τούς ἀνθρώπους του, γιά τούς καλούς.

Γιά τούς ἁμαρτωλούς τί λέει; «Πηγαίνετε στό πῦρ τό ἐξώτερο τό ἑτοιμασμένο», δέν λέει γιά σᾶς, ἀλλά «γιά τό διάβολο». Τί θέλει νά πεῖ; Ἐγώ γιά ἄνθρωπο δέν ἔφτιαξα κόλαση. Γιά κανένα ἄνθρωπο δέν θέλω νά ὑπάρχει κόλαση! Ὁ Θεός μᾶς ἔφτιαξε γιά τόν παράδεισο. Ὅλους. Συνεπῶς τό νά πάει κάποιος στήν κόλαση τί εἶναι; Παραστράτημα. Μόνο παραστράτημα; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει στήν κόλαση ξεφεύγει ἀπό τή φύση. Πέφτει σέ μιά παρά φύση κατάσταση. Γιατί;

Ὁ Χριστός μᾶς λέγει, γιά νά πᾶτε στόν παράδεισο δέν χρειάζεται παρά μόνο λίγη καλωσύνη καί ἀγάπη στήν καρδιά. Εἶναι φυσική κατάσταση στόν ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη καί ἡ καλωσύνη; Ναί, εἶναι. Ὁποτεδήποτε, ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος δεῖ δυστυχία, κλάμα, πόνο σφαδάζει ἡ καρδιά του. Ἀκόμα καί ἐκεῖνοι πού εἶναι οἱ πιό κακοί καί ἁμαρτωλοί. Τί σημαίνει αὐτό; Πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιά νά ἔχει καί νά δείχνει ἀγάπη καί καλωσύνη. Καί πρέπει νά καλλιεργεῖ τόν ἑαυτό του νά δείχνει τήν ἀγάπη του, ὄχι μόνο σέ ἀνθρώπους πού συμπαθεῖ ἀλλά καί σέ ἐκείνους πού ἀπεχθάνεται.

Παράδειγμα: Ὄχι, νά λές τί χαριτωμένο εἶναι ἕνα παιδάκι, γιατί εἶναι ὀμορφοφτειαγμένο καί περιποιημένο, ἀλλά νά σκέπτεσαι πόση στοργή καί φροντίδα χρειάζεται καί τό ἐγκαταλειμένο καί προβληματικό παιδάκι, τό βρώμικο καί τό πεινασμένο. Καί νά κάνεις ὅ,τι θυσία μπορεῖς γι' αὐτό. Τότε ἔχεις ἀληθινή ἀγάπη.

 

3. Δέσε τά θηρία πρίν σέ φᾶνε

 

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε μέσα στήν καρδιά μας ἀγάπη, ἀλλά ἔχουμε ἀκόμα στό σῶμα καί στό συναίσθημά μας μία τάση πού λέγεται «ἐγωκεντρισμός». Δηλαδή τά θέλουμε ὅλα γιά τόν ἑαυτό μας. Αὐτές οἱ δύο τάσεις βρίσκονται σέ πόλεμο. Καί πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά κάνει ἕναν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, γιά νά μήν ἀφήσει τά πάθη τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς νά πνίξουν καί νά ἐξαφανίσουν ἀπό μέσα του τήν ἀγάπη.

Πῶς τά πάθη τοῦ σώματος μεγαλώνουν καί πνίγουν τήν ἀγάπη;

Ὅσο πιό πολύ περιποιεῖσαι τό σῶμα, τόσο πιό πολύ γίνεται ἀπαιτητικό. Ὅσο πιό πολύ τό καλομαθαίνεις στήν καλοφαγία τόσο πιό πολύ καλοφαγία θέλει. Ὅ,τι ἐπιθυμία τοῦ ἱκανοποιήσεις τό δέχεται καί ζητάει περισσότερα. Καί μετά τί κάνει; Ἀγριεύει. Καί γίνεται σάν τά ἄγρια ἄλογα καί σάν τά ἄγρια σκυλιά. Δέν μπορεῖς πιά νά τό χαλιναγωγήσεις. Σέ τρώει.

Παράδειγμα: Ἕνας νέος παρεσύρθη σέ πάθη σαρκικά. Τά ἄφησε καί κυριάρχησαν ἐπάνω του. Ὅ,τι καί νά τοῦ λές ὅτι πρέπει νά σεβαστεῖ τήν τιμή, τήν ὑπόληψη, τήν οἰκογένεια τοῦ ἄλλου, τά ἀκούει «βερεσέ». Γιατί; Γιατί τό πάθος, ἡ φιληδονία, ἔσβησε μέσα του κάθε γλυκύτητα, κάθε ἀγάπη, κάθε τι τό ὑψηλό.

Ἕνας ἄλλος τά θέλει ὅλα δικά του. Μαζεύει καί μετράει χρήματα. Δέν δίνει κανενός τίποτα. Οὔτε γιά τόν ἑαυτό του ξοδεύει. Καί ὅταν γίνει συζήτηση γιά χρῆμα παθιάζεται καί εἶναι ἕτοιμος καί νά σκοτώσει ἀκόμα. Τί εἶναι ἡ φιλαργυρία; Ἕνα πάθος τυφλό, τό ὁποῖο κάνει νά σβήνει μέσα του ἐντελῶς ἡ ἀγάπη καί νά αὐξάνει ὁ ἐγωκεντρισμός.

Ἄλλο παράδειγμα: Ἐπειδή ἔχουμε μάθει νά ζοῦμε καί νά τρῶμε καλά δέν θέλουμε νά νηστεύουμε οὔτε Παρασκευή, οὔτε Τετάρτη, οὔτε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Τί δείχνουμε μέ αὐτό; Ὅτι κέντρο τῆς ζωῆς ἔχουμε τό σῶμα.

Ὅμως τί πρέπει νά ἔχουμε κέντρο τῆς ζωῆς;

Τήν ψυχή καί τό Θεό.

Γι᾿ αὐτό σήμερα ὁ ἀπόστολος μᾶς μιλάει γιά τήν νηστεία.

Καί γι᾿ αὐτό ἕνα τροπάριο πού ἀκούσαμε τό πρωΐ λέγει: «προκαθάρωμεν ἑαυτούς ἀδελφοί τῇ βασιλίδι τῶν ἀρετῶν». Ἄς πολεμήσουμε, λέει, μέσα μας τόν ἐγωκεντρισμό μέ τή μεγάλη ἀρετή πού λέγεται νηστεία. Γιατί; Γιατί μέ τή νηστεία ἀρχίζουμε τήν ἄμυνα ἐναντίον τοῦ καταστρεπτικοῦ φρονήματος τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ. Λέμε στόν ἑαυτό μας: Ὄχι! Ὄχι κέντρο τό σῶμα. Ὄχι ἡ εὐχαρίστηση. Ἀλλά τί;

Ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ἡ ψυχή καί ὁ Θεός.

            Εἶπε ὁ Χριστός: Θέλω «ἕνα κουκουτσάκι» ἀγάπης νά ἔχετε, γιά νά σᾶς πάρω στήν αἰώνια βασιλεία.

Ἐάν δέν εἶναι «ἕνα κουκουτσάκι» ἀλλά εἶναι πολλά, τότε ὁ ἄνθρωπος πάει στήν αἰώνια βασιλεία «ἐν δόξῃ», ὅπως πῆγαν οἱ ἅγιοι. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού ξέρει νά ἀγωνίζεται γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέ δύναμη. Ἐκεῖνος πού νηστεύει πολύ, ἐκεῖνος πού δίνει πολλή ἐλεημοσύνη, ἐκεῖνος πού κάνει πολλή θυσία γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους.

            Ἄς ἀγωνιζόμαστε νά γίνουμε καλύτεροι δοῦλοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί περισσότερο μέτοχοι στή βασιλεία του. Ἀμήν.-