ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Μαρκ. 1, 1-8)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ὁμιλίας στόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, στίς 31/12/1995)

                                                                                

1. Ὅταν ἡ ἔρημος γίνεται εὔφορη γῆ

 

            Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε ἀρχίζει μέ τά λόγια: «Ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καί ἀμέσως μετά συνεχίζει: «Φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου». Παράξενο πράγμα. Ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι μιά «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Καί σήμερα καί πάντοτε ἔτσι συμβαίνει. Ἡ ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι φωνή στήν «ἔρημο». Ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ πάλη μέ τό κακό. Ξεκίνησε κάποια στιγμή στόν Παράδεισο καί τόν μετέβαλε σέ ἔρημο. Καί ἔπαυσε νά ὑπάρχει ἐπίγειος Παράδεισος. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος, σιγά-σιγά μετεβλήθη σέ ἔρημο, ὅπως μετεβλήθη ἡ ἄλλοτε πανεύφορος περιοχή πού σήμερα λέγεται Σαχάρα.

            Τί νά πρωτοθυμηθεῖ κανείς; Τά ἐγκλήματα, τήν διαφθορά, τήν ἀνηθικότητα; Τό μίσος κατά τοῦ καλοῦ, στό ὁποῖο καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν ξεφύγει ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ;

Ναί! Τό κακό ὅταν προχωρήσει, καταντάει σέ μίσος κατά τοῦ καλοῦ. Σέ σατανισμό. Σέ θεοποίηση τοῦ κακοῦ.

            Ἀλλά δέν φτάνει ὁ ἄνθρωπος μ’ ἕνα πήδημα στό δαιμονικό αὐτό φρόνημα. Πρῶτα φεύγει ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀγαπάει τόν κόσμο καί τά ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀγαπάει ὄχι τήν ψυχή του, ὄχι τόν Θεό, οὔτε τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλά τόν ἑαυτό του σάν σαρκικό ὄν καί τά ἐν τῷ κόσμῳ. Γι' αὐτό ἀδελφοί μου ὅταν βλέπει κανείς τόν ἄνθρωπο νά ξεφεύγει ἀπό τό πνεῦμα καί νά γίνεται σάρκα, πρέπει νά βλέπει τήν ἔρημο νά προχωράει καί νά διαλύει τά πάντα.

            Γι' αὐτό λέει τό Εὐαγγέλιο: «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου». Ἐκτιμεῖστε τήν ὁδό τοῦ Κυρίου, ἀγαπεῖστε την, προσπαθεῖστε νά τήν φτειάξετε μέσα σας. Στήν καρδιά σας πρῶτα καί μετά στά ἔργα. Στήν ἀντίληψη καί στήν κατανόησή σας πρῶτα καί μετά στά ἔργα. Γιατί πάντοτε ἐκεῖνο πού ἔχει ἡ καρδιά βγαίνει καί στά ἔξω.

            Ἕνας ἀπό τούς μεγάλους διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας λέγει:

            «Θέλεις νά γνωρίσεις ἕναν ἄνθρωπο; Νά καταλάβεις τί εἶναι; Κοίταξέ τον πῶς συμπεριφέρεται καί πῶς μιλάει. Γιατί ὅλα, καί χειρονομίες καί μορφασμοί καί τρόπος συμπεριφορᾶς καί λόγια, ἐκφράζουν τό ἐσωτερικό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς. Βγαίνουν ἀπό τήν καρδιά». Ὤ! ἀδελφοί μου. Ἄν θελήσουμε νά ρίξουμε μιά ματιά στόν κόσμο, τί πίκρα θά γεμίσουμε, γιατί αἰσθανόμαστε ὅτι καί σήμερα βρισκόμαστε σέ μιά ἔρημο.

            Ἀλλά στήν ἔρημο αὐτή, δέν εἴμαστε μόνοι. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο, τό σπουδαῖο μήνυμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἐνανθρωπήσεώς του, τήν ὁποία ἑορτάζουμε. Κάποιος βρίσκεται κοντά μας. Ξέρετε; Χειρότερη μορφή ἐρήμου στόν κόσμο δέν ἦταν δυνατό νά φαντασθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν στιγμή πού ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦταν καρφωμένος πάνω στό Σταυρό καί γύρω του, δεξιά καί ἀριστερά του, ἦταν δύο ληστές καί μπροστά του ἀναρίθμητα πλήθη Ἰουδαίων πού τόν ἐνέπαιζαν καί τόν κορόιδευαν.

            Αὐτή εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ κόσμου.

Γιατί στό κέντρο τοῦ κόσμου εἶναι ὑψωμένος ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ καί ἐπάνω του εἶναι ὁ λυτρωτής. Καί ξέρουμε ὅτι ἀπό τούς δύο ληστές ὁ ἕνας σώθηκε. Καί ἕνας στρατιώτης εἰδωλολάτρης, ὁμολόγησε πρῶτος τόν Χριστό Θεό καί Βασιλέα τοῦ κόσμου.

            Ἀπό τότε ἄρχισε ἡ ἔρημος νά ξαναγίνεται εὔφορος γῆ. Γεμάτη ἀπό καρπούς πνευματικούς. Τίς πιό πολλές φορές μυστικούς καί ἄγνωστους. Γιατί τελεσιουργεῖται τό μυστήριο τῆς ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀφώνως καί ἀθορύβως, χωρίς κραυγές καί χωρίς ἐπίδειξη καί χωρίς ντόρο. Μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἐν σιγῇ καί ἐν ἡσυχίᾳ. Ὅπως μέ σιγή καί ἡσυχία κατῆλθε ἀπό τόν οὐρανό ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου Ἰησοῦς Χριστός καί ἐσαρκώθη εἰς τήν κοιλία τῆς Ἁγίας Θεοτόκου· καί ἐν σιγῇ, χωρίς νά τόν καταλάβουν οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί καί σοφοί τοῦ κόσμου, ἐγεννήθη σέ μιά ἄκρη στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ γιά νά τό μεταβάλλει σέ οὐρανό καί σέ θρόνο.

 

2. Χωρίς καλλιέργεια δέν παίρνουμε καρπό

 

            Ὅμως γιά νά ξαναγίνει ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἔρημος, Παράδεισος καί γιά νά ξαναγίνει «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί ὁμοίωση του» χρειάζεται κάποιος κόπος. Χρειάζεται φροντίδα.

            Μιά φορά, εἶχε πάει ἕνας ἱερέας σέ μιά φυλακή καί κουβέντιαζε μέ ἕνα φυλακισμένο κατάδικο. Αὐτός πάνω στή συζήτηση, ἄνοιξε τό στόμα του καί ἔβρισε τήν μητέρα του.

            -Ἐκείνη φταίει.

Πάγωσε ὁ παπᾶς. Τήν ἤξερε τήν μητέρα τοῦ φυλακισμένου. Καί τοῦ εἶπε:

            -Τί λές παιδάκι μου; Τήν μητέρα σου βρίζεις; Αὐτή εἶναι ἅγια γυναίκα.

            Ἀπάντησε ὁ κατάδικος:

            -Ποιά ἅγια γυναίκα; Πού μέ ἄφησε καί κατάντησα ἐδῶ.

            -Μά αὐτή ἡ γεμάτη ἀγάπη γυναίκα;

            -Ναί, τοῦ λέει. Αὐτή. Γιατί τό μόνο πού ἤξερε νά μοῦ λέει ἦταν: «Παιδάκι μου, ἔφαγες καλά; Θέλεις τίποτε; Κοιμήθηκες καλά; Σ’ ἀρέσει κάτι ἄλλο; Θέλεις νά βγεῖς ἔξω; Χρειάζεσαι χρήματα;» Δέν μοῦ εἶπε ποτέ λέξη γιά τήν πορεία τήν πνευματική. Ὅσο ἤμουνα κοντά της καί μέ εἶχε ὑπό τήν σκέπη της, μπορεῖ νά ἤμουνα καλός μά δέν μποροῦσα νά τό χωνέψω ὅτι θά μέ κρατάει μόνιμα ἀπό τό χέρι. Καί ὅταν δόθηκε ἡ εὐκαιρία ξεπόρτησα. Καί καθώς ἤμουν ἄοπλος, γιατί ποτέ δέν μοῦ ἔδωσε διδάγματα πιάστηκα στήν παγίδα τῆς ἁμαρτίας καί κατάντησα ἐδῶ. Πές μου παπούλη, ποιός φταίει;

            Ἔτσι εἶναι. Εἶχε δίκιο ὁ κατάδικος. Γι' αὐτό λέει ἕνας ἅγιος: «Ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία, ἡ μεγαλύτερη τύχη, ἡ μεγαλύτερη εὐκαιρία γιά ἕναν ἄνθρωπο εἶναι νά συναντήσει στή ζωή του, ἔστω καί μιά φορά ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ πού θά τοῦ διδάξει τήν ὁδόν τοῦ Θεοῦ καί θά τόν κάνει νά καταλάβει τί σημαίνει ζωή ἐν Χριστῷ. Ζωή κοντά στόν Χριστό, ζωή μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς»

            Τί λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν Τιμόθεο: «Τέκνον Τιμόθεε, νῆφε». Δηλαδή, παιδί μου Τιμόθεε, ἔχε τά μάτια τῆς ψυχῆς σου ἀνοικτά. Κακοπάθησον. Ἀγάπα τήν κακοπάθεια. Μήν ἀγαπᾶς τήν διασκέδαση καί τήν χαρά τοῦ κόσμου. Γιατί θά σέ ἀπατήσουν. «Ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ». Καί ὅταν βρίσκεις τήν εὐκαιρία, μίλαγε καί στούς ἄλλους γιά το Θεό. Τό βλέπεις! «Ἐγώ ἤδη σπένδομαι». Μετά ἀπό λίγο θά μέ σφάξουν. Ἡ ζωή μου θά τελειώσει, ὅπως δέν τό θέλει κανείς. Ἀλλά αὐτό δέν ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμένα. Λοιπόν πῆγε τζάμπα ἡ ζωή μου; Κατεστράφη ἡ ζωή μου; Ὄχι! Γιατί «ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος». Θά πεθάνω καί θά πάρω τόν στέφανο τῆς δόξης «ὅν ἀποδώσει μοι Κύριος, ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ» τῆς δευτέρας Παρουσίας του, ὁ δίκαιος κριτής.

            Καί συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐ μόνον δέ ἐμοί», ὄχι μόνο σέ μένα. Δέν εἶμαι μόνο ἐγώ προνομιοῦχος, «ἀλλά καί πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τήν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ». Ἀλλά καί σέ ὅλους ἐκείνους πού ἀγάπησαν τήν παρουσία του ἐπάνω στή γῆ. Πού ἐθεώρησαν τήν «ἐπιφάνειά του», τήν ἐνσάρκωσή του, τήν ἐνανθρώπησή του, τήν θυσία του ἐπάνω στό Σταυρό σάν τό μεγαλύτερο ἀγαθό, σάν τήν μεγαλύτερη εὐεργεσία γιά ὅλο τόν κόσμο καί γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους. Σέ ἐκείνους πού τόν Χριστό τόν ἔβαλαν μέσα στήν καρδιά τους. Πού τόν κατάλαβαν, τόν πίστευσαν καί τόν ἀγάπησαν.

            Καί ἐμεῖς σήμερα, μέσα στήν ἱερά κατάνυξη τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄς κατανοήσουμε περισσότερο τήν ἀνάγκη νά νήφουμε νά κακοπαθοῦμε, νά ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καί νά νά κηρύττουμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Πρῶτα στόν ἑαυτό μας, διαβάζοντάς το. Καί μετά στούς ἄλλους κηρύττοντάς το μέ ζῆλο καί θέρμη. Γιά νά μή ζητήσει λόγο ὁ Θεός. Καί νά μή μᾶς κατηγορήσουν τά παιδιά μας καί οἱ δικοί μας ὅτι δέν τούς δείξαμε, ὅπως ἔδειχνε ὁ Πρόδρομος καί ὅλοι οἱ ἀπόστολοι, τήν ὁδό τοῦ Χριστοῦ.

            Εἴθε νά μᾶς φωτίζει ὁ Κύριος πρός αὐτή τήν κατεύθυνση. Ἀμήν.-