Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ  (Λουκ. 19, 1 - 10)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στην Ελεούσα, στις 26/1/2003)

 

1. Αξίζει τον κόπο;

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο ότι ένας άνθρωπος πλούσιος και με μεγάλο αξίωμα, ο Ζακχαίος, άκουσε ότι περνά από τον τόπο του ο Χριστός. Είχε φτάσει στ’ αυτιά του, ότι έκανε πολλά θαύματα, ακόμη και νεκρούς ανάσταινε. Αλλά το πιο σπουδαίο ήταν ότι κήρυττε την αιώνια ζωή και την Βασιλεία του Θεού. Έλεγε μάλιστα, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει αντίθετα στο θέλημα του Θεού και να περιμένει να βρεθεί κοντά Του στην αιώνια ζωή.

Όλα αυτά τον είχαν προβληματίσει τον Ζακχαίο. Είχε αναστατωθεί. Δίκιο είχε! Ποιός δεν ταράζεται στην σκέψη ότι κινδυνεύει αντί να πάει στο φως, να πάει στο σκοτάδι. Και αντί να πάει στην αιώνια χαρά, να βρεθεί στην αιώνια κόλαση; Ο Ζακχαίος μέσα στην ταραχή του πήρε μια απόφαση η μάλλον έκανε μια σκέψη διαφορετική:

–Βρε, καλά το σκέπτομαι; Αξίζει τον κόπο να ανησυχώ για τα μελλούμενα; Γιατί αν το αποφασίσω και αλλάξω τρόπο ζωής, τι θα γίνουν οι διασκεδάσεις μου; Οι χαρές μου; Η ζωή μου, που όπως την κάνω την χαίρομαι; Τα χρήματά μου, όπως και αν τα οικονομάω; Που γεμίζουν κάθε μέρα όλο και πιο πολύ τις τσέπες μου; Θα πρέπει όλα αυτά να τα αφήσω στην άκρη; Μα εύκολα τα αφήνει κανείς;

Άρχισε λοιπόν να σκέπτεται: «αξίζει τον κόπο»; Από την μια κάτι τον έτρωγε μέσα του. «Δεν πας καλά» του έλεγε. Από την άλλη, έκανε την σκέψη: «αξίζει τον κόπο»;

Μη μπορώντας να τα ξεμπερδέψει, πήρε την απόφαση να πάει να δει τον Χριστό, «τις εστίν»; Να τον δει και να συμπεράνει από το παρουσιαστικό Του! Να διαπιστώσει, αν τα λόγια Του και όλα εκείνα που λένε ότι κάνει, είναι αληθινά και πρέπει να τον προβληματίσουν για την αιώνια ζωή αλλά και για την επίγεια πορεία του. Πήγε λοιπόν να τον δει, μα επειδή ήταν κοντός ανέβηκε πάνω σε μια συκομουριά.

Τι μας λέει αυτό; Όλοι μας είμαστε πολύ μικροί, προκειμένου να δούμε τον Χριστό και να τον καταλάβουμε. Συνήθως θέλουμε να τον καταλάβουμε και να τον εξηγήσουμε, με τον δικό μας τρόπο, γιατί εκ των προτέρων είμαστε αρνητικά τοποθετημένοι απέναντί Του. Γι’ αυτό, θέλουμε να βρεθούμε από πάνω. Πιο ψηλά. Αφού θα τον κρίνουμε για να τον απορρίψουμε... Κάπως έτσι σκεπτόταν ο Ζακχαίος όταν ανέβαινε συκομουριά, για να κόψει καλά όψη. Και όταν περνούσε ο Χριστός γούρλωνε τα μάτια του για να δει και να κρίνει: «αξίζει τον κόπο να θυσιάσω τα λεφτά μου, το αξίωμα μου και τις διασκεδάσεις μου -άσε κάποιους ευσεβείς να τις λένε αμαρτίες- για να ακολουθήσω τον Χριστό»;

Βαθύς προβληματισμός, που απασχολεί τον καθένα μας, σε κάθε στιγμή της ζωής του. Και νομίζουμε ότι θα τον λύσουμε με το μυαλουδάκι μας. Πιστεύουμε ότι η φαιά ουσία μας αρκεί για όλα. Έτσι πήγε και ο Ζακχαίος να λύσει το πρόβλημά του και να μείνει ήσυχος.

 

2. Η στάση του πατέρα μας

Κάποτε ένα παιδάκι ζήλεψε τα χρήματα του πατέρα του και του έκλεψε λίγα. Αλλά μετά το μικρό δεν μπορούσε να ησυχάσει. Κάθε φορά που έβλεπε τον πατέρα του αναστατωνόταν. Δεν είχε μάτια να σηκώσει να τον δει. Έσκυβε και έφευγε αλλού. Ήθελε να του το πει, μα πώς να ανοίξει το στόμα του; Πώς να του πει: «πατέρα, ξέρεις, σε έκλεψα». Μέσα στην ταραχή του, έκανε την σκέψη, ότι δεν μπορεί πια να ζει έτσι στο ίδιο σπίτι με τον πατέρα του. Δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτό το μαρτύριο.

Πήρε λοιπόν ένα χαρτί και έγραψε αυτό που ήθελε να του πει. Και κάποτε που βρέθηκε κοντά στον πατέρα του, έσκυψε το κεφάλι και του έδωσε το χαρτάκι που εξιστορούσε την αμαρτία του. Ενώ ο πατέρας το διάβαζε, το μικρό είχε σκύψει το κεφάλι αλλά σήκωνε το μάτι να δει τι θα κάνει. Όταν τελείωσε το διάβασμα, τον είδε να κάνει κομματάκια το χαρτί και να το πετά στο τζάκι. Μετά αγκάλιασε το παιδί του, και το φίλησε. Διηγείτο το παιδί όταν μεγάλωσε: «Εκείνη την στιγμή, αγάπησα τον πατέρα μου. Εκείνη την στιγμή, κατάλαβα τι ήταν για μένα ο πατέρας μου. Και τον έβαλα στην καρδιά μου. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει αγάπη. Τότε άρχισα να αγαπώ τον πατέρα μου σωστά».

Να λοιπόν ο Ζακχαίος, σαν παιδάκι πάνω στη συκομουριά. Ο Χριστός πλησιάζει. Και τι κάνει; Κάτι καλύτερο από τον πατέρα που αναφέραμε. Στέκεται από κάτω και του λέει: «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα. Σήμερα θα ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να με φιλοξενήσεις». Κατέβηκε αμέσως ο Ζακχαίος και υποδέχθηκε τον Χριστό στο σπίτι του. Έκανε τραπέζι και μαζεύτηκαν πολλοί. Ίδια φάρα. Πλούσιοι και αμαρτωλοί. Όλοι τους να τρώνε μαζί με τον Χριστό.

Κάποιοι που τους έβλεπαν άρχισαν τη μουρμούρα: «Μα πού βρήκε να πάει ο ευλογημένος. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο με τον παρά και την αμαρτία «τσουβάλι». Δεν πήγαινε σε κανένα καλό άνθρωπο»;

Ο Ζακχαίος πάλι ήταν ενδεχόμενο να καταλήξει στο συμπέρασμα:

-Μωρέ μπράβο! Με τέτοια δημοσιότητα που πήρα, θα αυξηθούν οι δουλειές μου και συνεπώς και τα χρήματά μου. Θα ανεβεί το κοινωνικό μου επίπεδο, αφού ένας τέτοιος προφήτης, δάσκαλος και θαυματουργός ήλθε σπίτι μου.

Μα αυτό που θα το έκαναν πολλοί και θα σταματούσαν απότομα τον καλό προβληματισμό, δηλαδή θα έσβηναν το φως που τους έριξε ο Θεός, ο Ζακχαίος δεν το έκανε. Αλλά βλέποντας την καλωσύνη, την αγάπη και την στοργή του Χριστού, διαπιστώνοντας ότι όντως ήλθε να σώσει τον κόσμο, ότι έψαξε να τον βρει, του είπε:

-Κύριε, το ξέρω. Άσχημα βάδιζα, και άσχημα μάζευα. Λοιπόν. Τα μισά στους φτωχούς. Αν τυχόν κανένα τον έβλαψα, του τα γυρίζω τετραπλάσια. Και από τώρα κοντά σου.

Απάντησε ο Χριστός:

-Μη φοβάσαι. «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Σήμερα μπήκε η σωτηρία στο σπίτι σου. Η ώρα αυτή δεν είναι ώρα θυσίας, επειδή θυσίασες κάποια πράγματα, αλλά πλούτου. Τώρα γεμίζει το σπίτι σου.

Τι γεμίζει; Από αιώνια ζωή, από όλα τα αγαθά του Θεού. Τι μεγαλύτερο από την σωτηρία και την αιώνια ζωή; Αυτά που έχουμε, όλα, θα τελειώσουν. Έφαγες, ήπιες; Θα τελειώσει. Καλοντύθηκες; Θα τελειώσει. Έκανες αμαρτίες; Ζημιά έχεις. Μάζεψες άδικα; Ζημιά έχεις. Τα έχεις νόμιμα και από τον κόπο σου; Και αυτά θα τελειώσουν μια μέρα. Χρησιμοποίησέ τα λοιπόν για το καλό. Κάνε τα πλούτο πνευματικό, με τα λόγια σου, με τον τρόπο που αξιολογείς τα επίγεια, με τα καλά σου έργα. Φρόντισε να γεμίσεις την ψυχή σου με φρόνημα αληθινό, με τα λόγια του Θεού, με το θέλημα Του το άγιο.

 

3. Λύσεις με το φως του Ευαγγελίου

 

Από εκείνη την ημέρα ο Ζακχαίος ακολούθησε τον Χριστό. Έγινε απόστολος. Έγινε και μάρτυρας του Χριστού. Μεγάλος στη Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό σημαίνει το «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Λύτρωση, πλούτος ουράνιος από την δόξα του Χριστού. Από τη Βασιλεία Του.

Και σ’ εμάς, δίνει πολλές αφορμές ο Θεός να προβληματιζόμαστε για το πώς βαδίζουμε. Βαδίζεις καλά; Σκέπτεσαι καλά; Ερωτήματα που πρέπει να μας βασανίζουν· αλλά να τα λύνουμε, όχι με το φως του μυαλού μας μόνο, αλλά πρώτα και κύρια με το φως του Θεού. Το μυαλό μας χωρίς το φως του Θεού γεμίζει σκοτάδι. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη από φως πνευματικό, που είναι ο λόγος του Θεού. Η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας, είναι να μελετάμε τον λόγο του Θεού. Και ακόμη να προσευχόμαστε, να νηστεύουμε και να θέλουμε όλο και περισσότερο να σκεπτόμαστε «κατά Θεόν».

Τι συμβαίνει τότε; Ο άνθρωπος βλέπει τα λάθη του, ενώ πριν δεν τα έβλεπε και θέλει να επιστρέψει. Πότε επιστρέφει αληθινά; Όταν πει: «σπίτι μου είναι η Εκκλησία. Φαγητό μου, το σώμα και το αίμα του Χριστού». Είπε ο Κύριος: «Λάβετε φάγετε». Να χορτάσετε μια για πάντα.

Τι άλλο πρέπει να κάνει; Να ζητήσει να ξεφορτωθεί το βάρος του.

-Κύριε, τα πετάω από πάνω μου τα αμαρτήματά μου.

Πώς; Με την εξομολόγηση. Έτσι μπαίνει ο άνθρωπος στο δρόμο του Θεού. Έτσι ο προβληματισμός γίνεται ωφέλιμος και δεν γυρίζει αυτός που μετανοεί, μετά ένα μήνα πάλι στα ίδια σαν το μαγγανοπήγαδο. Γιατί τότε θα έχουμε ταραχή στην ταραχή. Έστω και αν νομίζεις ότι η ζωή σου είναι γλέντι και τραγούδι. Έτσι είναι ο κόσμος, αν δεν βρεις λιμάνι τον Χριστό, πέτρα τον Χριστό, που θα ακουμπήσεις να στηριχθείς...

 

4. Η προθέρμανση

 

Ένα παιδάκι βρήκε μια χελώνα και την χτυπούσε με ένα ξυλάκι στο καβούκι της και να προχωρήσει. Μα όσο την ενοχλούσε εκείνη μαζευόταν πιο πολύ.

Του λέει ο πατέρας του:

-Λάθος δρόμο διάλεξες. Βάλτην να ζεσταθεί λίγο στον ήλιο και μόνη της θα περπατήσει. Έτσι έκανε το παιδί και η χελώνα άρχισε να περπατά.

Και εμείς χρειαζόμαστε προθέρμανση στα πνευματικά. Πώς γίνεται;

Είσαι πατέρας; Ζέστανε το παιδί σου με το λόγο σου. Με την αγάπη σου. Είσαι μητέρα; Κάνε το ίδιο.

Είσαι μεγάλος; Σπουδαίος;

Γνώριζε ότι για τον Χριστό είσαι παιδάκι! Και για την Εκκλησία μας, την μητέρα μας, είσαι παιδί. Τρέξε στην αγκαλιά τους, για να αισθανθείς την ζεστασιά της ψυχής και να αρχίσεις να σκέπτεσαι σωστά.

 Τότε θα έρθει η σωτηρία μέσα σου. Και στο σπίτι σου και στο περιβάλλον σου· και στην οικογένειά σου. Αυτόν τον προβληματισμό μάς προτείνει ο απόστολος του Χριστού Ζακχαίος. Γιατί και αυτός επειδή προβληματίστηκε σωστά, άφησε τον Χριστό να τον μαζέψει με τον τρόπο του.

Μας διδάσκει ακόμη, ότι πρέπει και εμείς να ψάξουμε, να το θελήσουμε, να βρεθούμε κοντά στον Χριστό. Για να μαζέψει και εμάς με την καλωσύνη του και με το φως του. Αμήν.-