ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Ματθ. 5, 14-19)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στη Μυρσίνη, στις 17/7/2005)

 

Η αληθινή μεγαλωσύνη

 

Όλοι οι άνθρωποι όσο «μικροί» και αν είμαστε έχουμε μια μεγαλωσύνη, η οποία όμως δεν είναι δική μας. Είναι του Χριστού. Μας την έδωσε ο Χριστός. Γι' αυτή τη μεγαλωσύνη μίλησε σήμερα το Ευαγγέλιο.

Ο Χριστός μάς είπε: «Υμείς εστέ το φως του κόσμου». Σεις είσαστε το φως του κόσμου. Εκείνα που λέει ο Χριστός είναι αλήθεια πάντοτε. Και ισχύουν για πάντα. Ο Πλάτων, δεν ήταν φως. Ο μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν φως. Και μερικοί άλλοι «μεγάλοι» δεν ήταν φως. Εκείνον για τον οποίον λέει ο Χριστός ότι είναι φως, αυτός είναι φως. Και πρέπει να μένει και να γίνεται συνεχώς περισσότερο, «φως του κόσμου». Ονόμασε ο Κύριος φως του κόσμου τους αποστόλους Του. Τότε που ήταν μικροί. Σαν και εμάς μικροί. Ίσως πιο μικροί ακόμη. Και με έργα τιποτένια.

Αλλά οι απόστολοι κατάλαβαν ότι αφού το λέει ο Χριστός, πρέπει να γίνουν «κάτι» και να κάνουν «κάτι». Σύμφωνα με το θέλημά Του. Και έγιναν όχι απλώς φως, αλλά οι μεγάλοι φωστήρες της οικουμένης. Πιο μεγάλοι από ό,τι είναι στο φυσικό στερέωμα ο ήλιος και το φεγγάρι έγιναν οι άγιοι απόστολοι και εκείνοι που πίστευσαν στο Χριστό, από πνευματικής σκοπιάς.

Εγώ, τι είμαι; Ένα τιποτένιο πλασματάκι. Και τι μεγάλο έχω μέσα μου; Μόνο το φως του Χριστού. Ποίο είναι το μεγάλο αυτό φως του Χριστού; Η πίστη μου ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο σωτήρας του κόσμου. Αυτή είναι η μοναδική μου μεγαλωσύνη. Αλλά πρόκειται για μια μεγαλωσύνη που έχει απέραντη αξία και ισχύει για πάντα. Αφού την αναγνωρίζει ο Κύριος και κριτής του κόσμου. Ο Ιησούς Χριστός και ο άναρχος Πατέρας Του.

 

Δίνοντας φως

 

Ξέρετε τι μεγάλο πράγμα είναι να πιστεύει κανείς στον Χριστό; Αυτό είναι το φως. Ο Χριστός άναψε ένα φως, όταν ήλθε στον κόσμο. Και από αυτό το φως παίρνουμε εμείς και φωτιζόμαστε. Πώς παίρνουμε; Με την πίστη. Πού την βρίσκουμε; Κάποιος μας την λέει. Ο οποίος τι ήταν; Ήταν ο ίδιος φως. Είχε πάρει από τον Χριστό φως και έδωσε και σε μας.

Παράδειγμα: Μία μητέρα είναι φτωχή. Μερικές φορές δυσκολεύεται να βρει ψωμάκι για τα παιδιά της. Αλλά κάθε πρωί παίρνει τα παιδιά της και λέει: «Ελάτε παιδάκια μου, κάνετε τον Σταυρό σας. Γιατί ο Χριστός κυβερνάει τον κόσμο. Και όταν θέλει μας δίνει και έχουμε. Και να γίνετε με το θέλημά του καλοί άνθρωποι». Και όταν έρχεται Παρασκευή, τους λέει: «Σήμερα παιδιά μου, ημέρα Παρασκευή, σταυρώθηκε ο Χριστός. Και εμείς τον τιμάμε. Εγώ, σε όλη μου τη ζωή, Παρασκευή δεν έβαλα στο στόμα μου αρτύσιμο. Για να τιμάω και να δοξάζω τον Χριστό. Και σεις μην τρώτε. Δείξετε ότι πιστεύετε στον Χριστό». Τα παιδιά, βλέποντας την μητέρα τους φως και φωτεινή, από τα έργα της, από την σταθερότητά της, από την συνέπειά της, από το περιεχόμενο της καρδιάς της, ακολουθούν. Και γίνονται καλά παιδιά.

Ήταν σ’ ένα πανεπιστήμιο, κάποιο νεαροί φοιτητές που στην ηλικία της τρέλλας σκέπτονταν ότι η ζωή είναι διασκέδαση. Και το μεγαλύτερο επίτευγμά τους θα ήταν να έχουν την δυνατότητα να κάνουν όσα τέρπουν την σάρκα. Αλλά μία μέρα βλέπουν τον σοφότερο καθηγητή τους, μέσα στην Εκκλησία γονατιστό να προσεύχεται. Και τότε διερωτήθηκαν: «Τι γίνεται εδώ; Αν αυτός έχει λύσει το θέμα τόσο καλά και προσεύχεται στο Θεό, μήπως εδώ είναι το φως, η αλήθεια; Εμείς σκεπτόμαστε σωστά; Δουλεύει καλά το μυαλό μας έτσι όπως ζούμε; Και άρχισε να φωτίζεται η καρδιά τους.

Έτσι φωτίζεται ο ένας από τον άλλο. Ένας μεγάλος σοφός της Ευρώπης, λέει: «Ξέρετε τι είμαι; Μη με περνάτε για σπουδαίο. Είμαι ένα φαναράκι. Το φαναράκι με τους τσίγκους και με τα γυαλάκια του, δεν αξίζει τίποτε. Δεν ωφελεί κανένα. Δεν το χρειάζεται κανένας όταν είναι σβηστό. Αλλά όταν το ανάψουμε έχει φως και γίνεται πολύτιμο. Οδηγητικό. Θυμηθείτε την παλαιότερη εποχή, παίρναμε το φαναράκι μας και περπατούσαμε μέσα στη νύχτα, για να βλέπουμε πού πάμε. Εγώ είμαι ένα φαναράκι. Από τον εαυτό μου, δεν είμαι τίποτε. Το φως του Χριστού με οδηγεί και παρακαλώ να οδηγεί και όλους τους ανθρώπους, που έρχονται σε επικοινωνία με εμένα».

Δεν είμαστε ήρωες. Δεν έχουμε καμιά μεγαλωσύνη. Ούτε πρέπει να ψάχνουμε για μεγαλωσύνες. Αλλά έχουμε την μεγαλωσύνη του φωτός του Χριστού. Το φως του Χριστού πρέπει να το κρατάμε. Και να το διαδίδουμε. Με τον λόγο μας και με το παράδειγμά μας.

 

Η παγωνιά δεν το σβήνει

 

Το φως και μάλιστα το φως του Χριστού όχι μόνο φωτίζει αλλά και ζεσταίνει. Όταν βγαίνει ο ήλιος ζεσταίνει την γη. Όταν φεύγει ο ήλιος και νυχτώνει αρχίζει η παγωνιά. Όπου το φως του Χριστού, ζεσταίνονται οι ψυχές. Και όταν φύγει το φως του Χριστού έρχεται η παγωνιά στις ψυχές. Η παγωνιά αυτή, κάνει τον κάθε άνθρωπο που πλησιάζει έναν άλλο και βλέπει την παγωνιά πάνω του, να τρέμει. Να παγώνει και ο ίδιος. Γιατί; Γιατί η απομάκρυνση από τον Θεό είναι κάτι το τρομακτικό.

Εμπιστεύεσαι σε άνθρωπο άθεο; Και άμα τον εμπιστεύεσαι είσαι ανόητος. Γιατί ο άνθρωπος που δεν πιστεύει στο Θεό, ούτε καλή συνείδηση μπορεί να έχει, ούτε συνέπεια σε τίποτε. Και προπαντός είναι έκδοτος σε όλα τα πάθη. Να αρπάξει, να ψευδορκήσει, να κάνει οποιαδήποτε ασχήμια και αισχρότητα. Όταν βρίσκουμε άνθρωπο που δεν πιστεύει στο Θεό νοιώθουμε ένα κομμάτι πάγο πάνω μας. Και δεν ξέρουμε πώς να περιφρουρήσουμε τον εαυτό μας. Η πίστη στον Χριστό είναι ζεστασιά.

Η Αγία Γραφή μιλά για μία χωριάτισσα γυναίκα την «χαναναία». Είχε ένα κορίτσι άρρωστο. Πήγε στον Χριστό, γονάτισε μπροστά του και φώναζε:

-Λυπήσου με Χριστέ μου, σώσε το κορίτσι μου.

Ο Χριστός θέλοντας να την δοκιμάσει της απάντησε:

-Δεν είναι καλό πράγμα, να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών του, να το πετάξει στα σκυλιά.

Τι έκανε ο Χριστός; Της έρριξε ένα καζάνι παγωμένο νερό. Ή μήπως δεν είναι καζάνι παγωμένο νερό, να παρακαλάει γονατιστή και να της λέει: «Δεν πετάνε το ψωμί των παιδιών στα σκυλιά»; Εκείνη του απάντησε:

-Ναι, Κύριε, και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα.

Τότε ο Χριστός είπε:

-Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις. Γενηθήτω σοι ως θέλεις.

Τι σημαίνει «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»; Εσύ έχεις την ζεστασιά της πίστεως τέτοια που η δοκιμασία που σου έκανα, παγωμένο νερό επάνω σου, δεν σε πάγωσε. Αλλά έμεινες ζεστή.

Εμείς, όταν αισθανθούμε δοκιμασία, παγώνουμε στην πίστη; Αν ναι, τι κρίμα! Εάν μείνεις σταθερός και ζεστός, με το φως της πίστεως, σου λέει ο Χριστός: «Μεγάλη σου η πίστις. Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Όταν κάνουμε προσευχή, παρακαλούμε τον Χριστό: «Πάτερ ημών ... γενηθήτω το θέλημά σου». Όχι το δικό μου Χριστέ μου. Το δικό σου.

Όταν εμείς δείχνουμε την ζεστασιά της πίστης, αλλάζει ο Χριστός τα λόγια. Και λέει: «Όχι το δικό μου. Το δικό σου παιδί μου θα γίνει. Αυτή την στιγμή».

Άμα δεν ποθούμε να ακούσουμε αυτά τα λόγια του Χριστού έχουμε κουκούτσι μυαλό; Όταν δεν βλέπουμε την μεγαλωσύνη τού θελήματος του Θεού και την μεγαλωσύνη της ζεστασιάς της γνώσεως και του φωτός του Χριστού, έχουμε κουκούτσι μυαλό; Γιατί τι μεγαλύτερο θα κερδίσεις σε όλη σου τη ζωή, όσο και να αγωνιστείς, από την Βασιλεία του Θεού;

 

Το φως μας ξυπνά, μας προστατεύει

 

Αλλά όποιος πιστεύει στον Θεό, δεν έχει μόνο φως και ζεστασιά. Έχει και κάτι ακόμη. Την παρηγοριά και την χαρά της πίστεως. Ακόμη το φως του Θεού μάς ξυπνάει. Όταν είναι σκοτάδι κοιμόμαστε. Όταν φωτίσει ξυπνάμε. Συνεπώς το φως του Χριστού, είναι για μας μία ευεργεσία. Γιατί; Γιατί μας δημιουργεί την αίσθηση της ευθύνης.

Την παλαιότερη εποχή, στα ακρωτήρια, έβαζαν ένα φάρο. Στην κορυφή του άναβαν φως. Για να βλέπουν τα καράβια πού είναι θάλασσα και πού στεριά. Γιατί όταν δεν υπήρχε φάρος αναμμένος, κινδύνευαν τα καράβια να πέσουν στα βράχια και να καταστραφούν.

Μία φορά ρώτησε κάποιος τον φαροφύλακα:

-Αυτό δεν σβήνει ποτέ;

-Όχι. Δεν κάνει να σβήσει. Δεν το αφήνουμε να σβήσει.

-Μα γιατί; Και αν σβήσει;

Απάντησε ο φαροφύλακας:

-Ξέρεις τι λες αδελφέ μου; Άμα ο φάρος σβήσει, το καράβι που έρχεται θα πέσει στα βράχια. Πολλοί άνθρωποι θα πνιγούν. Και εκείνοι που θα ζουν, θα καταριούνται εκείνον που φρόντιζε τον φάρο. Εγώ, δεν θέλω να με καταριέται κανένας. Γι' αυτό δεν αφήνω να σβήσει το φως του φάρου ποτέ.

 

Το χειρότερο ναυάγιο

 

Μεγάλο κακό να πνιγεί ένα καράβι και να σε καταριούνται μερικοί άνθρωποι. Αλλά υπάρχει και κάτι χειρότερο: Ένας πατέρας, μία μητέρα, δεν φρόντισε να διδάξει τα παιδιά του να γίνουν άνθρωποι του Θεού με φως του Χριστού μέσα τους. Και τι θα συμβεί; Λένε οι άγιοι Πατέρες:

Την ημέρα που θα γίνει η δευτέρα Παρουσία και πολλοί άνθρωποι θα ακούσουν «πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το σκότος το εξώτερον», οι άνθρωποι αυτοί, θα καταραστούν τον πατέρα τους και την μητέρα τους. Μπορείτε να το φαντασθείτε; Στην πιο πικρή στιγμή και δικαιολογημένα. Να προσθέσουμε: Και τους κληρικούς θα καταραστούν που αμέλησαν και δεν τους βοήθησαν να βρουν το φως του Χριστού, για να πάνε στη Βασιλεία του Θεού.

Κάθε Πάσχα μεταφέρουμε το φως της Ανάστασης Χριστού στο σπίτι μας. Ανάβουμε το καντήλι μας και έτσι επιμένουμε να διακηρύσσουμε ότι φως αληθινό είναι πίστη στον Χριστό.

Αυτή είναι η μεγαλωσύνη όσων πιστεύουν στον Χριστό. Μεγαλωσύνη ανώτερη από την μεγαλωσύνη των ισχυρών, των σοφών και των ηρώων.

Να μας αξιώσει ο Θεός αυτή την μεγαλωσύνη, να την αναζητάμε μέσα στην ταπεινότητα της υπάρξεώς μας και των έργων μας. Αμήν.-