Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΗΣ (Λουκ. 13, 10 - 17)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στη Φιλιππιάδα, στις 4/12/1994)

 

Τα φαινόμενα απατούν

 

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο ότι ο Κύριος είχε πάει σε ένα χωριό της Παλαιστίνης. Ήταν Σάββατο και οι Εβραίοι ήταν μαζεμένοι στη συναγωγή τους. Εκεί ο Κύριος έκανε το κήρυγμά Του. Τα μάτια όλων και η προσοχή τους, είχαν καρφωθεί στο πρόσωπο του Χριστού και στον λόγο Του. Επιθυμούσαν να ακούσουν όσα περισσότερα μπορούσαν για να ωφεληθεί η ψυχή τους.

Αλλά ήταν και κάτι άλλο που τραβούσε την προσοχή τους. Βρισκόταν εκεί μία γυναίκα που φαινόταν να μην δίνει καμία σημασία στα όσα έλεγε ο Χριστός. Ήταν μόνιμα σκυμένη κάτω. Φαινόταν εντελώς αδιάφορη. Όπως επί παραδείγματι στην ώρα της Λειτουργίας να κάθεται κάποιος με το ένα πόδι πάνω στο άλλο και να κρατά τεμπέλικα το κεφάλι του. Τι θα έκαναν οι άλλοι; Θα έστρεφαν την προσοχή τους προς τα εκεί και θα έλεγαν: «Μα τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Έχει επίγνωση πού βρίσκεται; Γιατί κάθεται έτσι μέσα στην Εκκλησία; Και προπαντός την ώρα που ακούγεται ο λόγος του Θεού;»

Αλλά η απορία αυτή των Εβραίων, γρήγορα διασαφηνίσθηκε, γιατί όσοι ήξεραν είπαν: «Ξέρετε, αυτή η γυναίκα δεν κάθεται έτσι από καταφρόνηση. Αλλά είναι καμπούρα, είναι συγκύπτουσα. Έχει ασθένεια. Ευρίσκεται σε αυτή την κατάσταση και δεν μπορεί να σηκώσει το κεφάλι της εδώ και δεκαοχτώ χρόνια». Γιατί; Ποιός να το ξέρει; Μερικοί έλεγαν: «Δαιμόνιο έχει, και την έφερε σ’ αυτή την κατάσταση. Υποφέρει και ταλαιπωρείται πολύ».

Αν προσπαθήσεις να μπεις στην καρδιά ενός πονεμένου δύσκολα θα το καταφέρεις εάν δεν έχεις και ο ίδιος πονέσει. Γιατί συνήθως καταλαβαίνουμε μόνο τον δικό μας πόνο. Των άλλων τον πόνο, προσπαθούμε να τον καταλάβουμε, μόνο συγκρίνοντάς τον με ανάλογο πόνο δικό μας. Αλλά ποιός μπορεί έτσι να μετρήσει τον πόνο του άλλου;

Και όταν μάλιστα, κολλάει ο λογισμός του ανθρώπου στην αρρώστια του, γίνεται ακόμα χειρότερος ο πόνος, όπως το ξέρουμε εκ πείρας, ακόμη και από τιποτένια πράγματα.

 

Η αγάπη του Χριστού και η τρέλλα των ανθρώπων

 

Ο Χριστός είδε την συγκύπτουσα και την λυπήθηκε. Εμείς λέμε τώρα: «ποιός δεν θα τη λυπόταν, σ’ αυτήν την κατάσταση;». Αλλά δεν είναι έτσι. Μερικοί δεν την λυπόταν καθόλου. Ο Κύριός όμως την λυπήθηκε. Και της είπε: «γύναι απολέλυσαι από της ασθενείας σου». Δηλαδή, σε απολύω, απολύεσαι από τις αμαρτίες και από την ασθένειά σου.

Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που ήταν εκεί, έχοντας μια εντολή, που έλεγε, ότι δεν κάνει οι άνθρωποι να τρέχουν στους γιατρούς και οι γιατροί στους αρρώστους, την ημέρα του Σαββάτου, δηλαδή την αργία, τη θρησκευτική εορτή, βλέποντας ότι έγινε μία θεραπεία μπροστά τους, είπαν εξοργισμένοι: «Παράβαση του νόμου!»

Αντί να ευχαριστηθούν, στενοχωρήθηκαν. Τα έβαλαν με το Χριστό και με τη συγκύπτουσα. Και άρχισαν να γκρινιάζουν με πικρία και με κακία. «Έξι μέρες έχουμε», έλεγαν, «να κάνουμε τις δουλειές μας, έτσι λέει ο νόμος του Θεού. Τις έξι μέρες, πρέπει ο άνθρωπος να φροντίζει να κάνει τις δουλειές του και την ημέρα την εβδόμη να την αφιερώνει στο Θεό, στη λατρεία του Θεού και να πηγαίνει στην εκκλησία να προσευχηθεί».

Ερώτημα: «Καλά και τι είχε κάνει η συγκύπτουσα; Δεν βρισκόταν μέσα στην εκκλησία; Δεν προσευχόταν; Δεν είχε πάει στην εκκλησία να προσευχηθεί; Συνεπώς, τα λόγια των Γραμματέων και των Φαρισαίων, τι έκρυβαν και τι νόημα είχαν;

Οι άνθρωποι αυτοί, κινούμενοι από ένα κακώς εννοούμενο ζήλο, και επειδή δεν φρόντιζαν μπαίνοντας μέσα στην εκκλησία, να γίνεται η καρδιά τους «εκκλησία» και «ουρανός», να μπαίνει μέσα στην καρδιά τους ο Χριστός, το Πνεύμα το Άγιο, η αλήθεια και το φως και η καλοσύνη του Θεού και επειδή ακόμη δεν νοιάζονταν να γεμίζουν από αγάπη, ευσπλαχνία και καλοσύνη, έκαναν το λάθος.

Και όποιος από τους σημερινούς ανθρώπους, κάνει το ίδιο δηλαδή «πηγαίνει στην εκκλησία», αλλά δεν φροντίζει να γεμίζει καλοσύνη, αγάπη και Πνεύμα Χριστού, κάνει το ίδιο λάθος. Δεν είναι της Εκκλησίας ούτε του Θεού το λάθος. Γι' αυτό τους διορθώνει ο Κύριος Ιησούς Χριστός και τους λέγει: «Μέσα στην Αγία Γραφή, στο λόγο του Θεού, γράφει ο Μωυσής: απαγορεύονται όλες οι δουλειές την ημέρα του Σαββάτου, αλλά επιτρέπονται μερικές».

Ποιές είναι αυτές; Να λύνει κανείς το βόδι του και το γάϊδαρό του και να τα πάει να τα ποτίσει.

Ερώτημα: Θα πάθαιναν τίποτε, τα ζώα, άμα δεν θα τα πότιζαν το Σάββατο, την ημέρα της αργίας; Τίποτα το σπουδαίο δεν θα πάθαιναν. Αλλά το νεράκι το ζητούν τα ζώα. Και ο λόγος του Θεού είναι εύσπλαχνος και στα ζώα ακόμα.

Τους λέγει λοιπόν ο Χριστός: «Βρε, ευλογημένοι άνθρωποι, ο λόγος του Θεού λέει: να κάνετε έναν κόπο το Σάββατο, ημέρα αργίας αφιερωμένη στο Θεό, να λύσετε και να ποτίσετε το γάιδαρο και το βόδι’’. Και αυτή εδώ η γυναίκα, που δεν είναι, ούτε βόιδι, ούτε γαϊδούρι, ούτε αγελάδα, αλλά θυγατέρα του Αβραάμ, δηλαδή ένα ευλογημένο πλάσμα, εμείς θα λέγαμε άνθρωπος βαπτισμένος στο όνομα του Χριστού, ένα αθώο πλάσμα, δεν μπορείς να το λύσεις ημέρα Σαββάτου και να το πας να το ποτίσεις λίγη δροσιά καλοσύνης;».

Γιατί ημέρα Σαββάτου, δεν αισθάνεσαι εσύ που είσαι κοντά στο Θεό, μέσα στην εκκλησία, κάτω από το βλέμμα του Θεού, με τα λόγια του Θεού να ηχούν στα αυτιά σου καλοσύνη, ευσπλαχνία, στοργή;

 

Αφορμή για αυτοέλεγχο

 

Πόσες φορές και εμείς δεν φερόμαστε με την ίδια κακή διάθεση; Και αφήνουμε τον εαυτό μας να βλέπει εχθρικά τους άλλους ανθρώπους. Αυτό συμβαίνει ιδίως, όταν τους κατακρίνουμε για οτιδήποτε έκαναν ή φανταζόμαστε ότι έκαναν, αντί να σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατος και εύκολα αμαρτάνει. Άλλωστε, όλοι μας έχουμε πικρή εμπειρία, πόσο εύκολα ξεφεύγει ο άνθρωπος από τον δρόμο του Θεού και αμαρτάνει.

Κάποια φορά, έγινε μία μεγάλη πείνα στην Περσία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι φτωχοί πέθαιναν ο ένας επάνω στον άλλον, από έλλειψη φαγητού. Οι πλούσιοι ήταν όλοι καλά, γιατί είχαν τις αποθήκες τους γεμάτες. Ο βασιλιάς της Περσίας στενοχωρήθηκε όταν κατάλαβε τι γίνεται και έβγαλε διαταγή, που έλεγε: «Έτσι και πεθάνει φτωχός από πείνα, θα σφάζεται ο πλούσιος της γειτονιάς του. Τελεία και παύλα».

Από την ημέρα εκείνη, δεν πέθανε πια κανένας φτωχός, μέχρι που τελείωσε η πείνα. Και ο μεν βασιλιάς επαινείται για την επινοητικότητά του, αλλά οι πλούσιοι εκείνοι έμειναν όπως και πριν. Εξακολούθησαν δηλαδή να σκέπτονται μόνο τον εαυτό τους. Πριν την διαταγή δεν έδιναν τίποτε από μόνοι τους. Τα κρατούσαν όλα για τον εαυτό τους. Και μετά δεν έδιναν στους φτωχούς από καλοσύνη και από αγάπη, αλλά για να γλυτώσουν τον εαυτό τους. Να μην τιμωρηθούν και να μην εκτελεστούν από το βασιλιά.

Τι θέλουμε να πούμε;

Πρέπει να προσέχουμε, όχι μόνο τα έξω: «Έδωσα, έκανα εκείνο το καλό, βοήθησα». Αλλά να εξετάζουμε την καρδιά μας και να προβληματιζόμαστε: «Έχω ευσπλαχνία, έχω αγάπη, έχω κατανόηση για τον πόνο του άλλου;».

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο Χριστός θέλει, πρώτα απ’ όλα, να βασιλέψει το θέλημά Του, μέσα στην καρδιά μας. Όταν λέμε: «Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης» και «ελθέτω η Βασιλεία Σου», εννοούμε να ρθει μέσα μας η Βασιλεία του Θεού. Και να γίνεται μέσα μας, σ’ αυτή τη γη, που είναι η καρδιά μας, το θέλημα του Θεού όπως γίνεται και στον ουρανό, από τους Αγίους Αγγέλους. Με καλή διάθεση, με ολόκληρη την καρδιά.

Γι’ αυτό, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έλεγε ότι: «Όποιος δώσει ένα ποτήρι νερό και μία μπουκιά ψωμί στον πεινασμένο και όποιος πάει να επισκεφτεί έναν άρρωστο, δεν θα χάσει τον μισθό του». Όταν το κάνει αυτό στο όνομά Μου, προσπαθεί να μιμηθεί την αγάπη μου και την καλοσύνη μου και την στοργή μου.

Ας πάρουμε δίδαγμα από το σημερινό Ευαγγέλιο, ότι πρέπει να έχουμε αγάπη, καλοσύνη και ευσπλαχνία. Το Ευαγγέλιο τελειώνει: «και όλος ο κόσμος, που άκουε τα λόγια Του και έβλεπε τα έργα Του, έχαιρε ‘’επί πάσι’’». Χαιρόταν για όλα όσα έκανε ο Ιησούς.

Έτσι και εμείς, πρέπει να κάνουμε χαρά μας το θέλημα του Θεού, τη δόξα του Θεού και το φρόνημα του Θεού, δηλαδή την καλοσύνη και την ευσπλαχνία που μας διδάσκει ο Κύριός μας. Αμήν.-