Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ (Λουκ. 16, 19-31)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στην Ακροποταμιά, στις 3/11/1996)

 

Και τι δεν είχε

 

Σήμερα το Ευαγγέλιο μας μίλησε για έναν άνθρωπο πλούσιο πολύ. Είχε την ευχέρεια να διασκεδάζει όπως ήθελε. Να φοράει ό,τι καλό ρούχο επιθυμούσε. Να τρώει ό,τι περνούσε από το μυαλό του. Και φυσικά είχε την δυνατότητα να κάνει και πολλά άλλα πράγματα που συνηθίζουν να κάνουν οι πλούσιοι. Θα λέγαμε με λόγια του σήμερα: είχε αυτοκίνητα υπερπολυτελείας. Έκανε εκδρομές σε όλο τον κόσμο. Φορούσε η γυναίκα του κοσμήματα με διαμάντια. Είχε καταθέσεις πολλές στις τράπεζες. Είχε τα πάντα. Τα είχε και προσπαθούσε να τα απολαύσει. Αλλιώς γιατί να τα έχει; Και γιατί κανείς θέλει να αποκτήσει πολλά, παρά μόνο για να τα απολαύσει;

 

Ο ξεγραμμένος φτωχός

 

Όμως, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μας λέγει ότι όλα εκείνα που έχουμε, δεν είναι αποκλειστικά δικά μας, αλλά είναι δωρεές του Θεού. Που μας τις δίνει για να τις χρησιμοποιήσουμε καλά. Δωρεά είναι το σώμα του ανθρώπου. Τα χέρια του, τα μάτια του, τα μπράτσα του, τα αυτιά του, η δύναμή του, η ομορφιά του. Δωρεά είναι και τα συναισθήματά του. Μπορεί να έχει αγάπη, αλλά μπορεί να την αφήσει και να γίνει απέχθεια και μίσος.

Έχουμε χρέος, όλες τις δωρεές του Θεού να τις χρησιμοποιήσουμε κατά Θεόν. Να τις χρησιμοποιήσουμε για καλό. Και το καλό δεν το προσδιορίζει η λαχτάρα μας να φάμε, να πιούμε, να γλεντήσουμε. Αν γίνεται κάτι τέτοιο, αυτό είναι η «αμαρτία».

Το καλό το προσδιορίζει η αγάπη και η καλωσύνη.

Μας λέγει λοιπόν το Ευαγγέλιο, ότι ο πλούσιος είχε δίπλα του ένα φτωχό. Τον Λάζαρο. Ήταν τόσο φτωχός, που προσπαθούσε να μαζέψει από τα «ψιχία τα πίπτοντα από της τραπέζης του πλουσίου». Δηλαδή έψαχνε στο σκουπιδοντενεκέ του. Επιπλέον ήταν γεμάτος πληγές. Και τόσο αδύνατος, που τα σκυλιά πήγαιναν και έλειχαν τις πληγές του, προσπαθώντας κάτι να φάνε από πάνω του. Ο πλούσιος δεν εστράφη ποτέ να του δώσει κάτι. Να του φερθεί σαν αδελφό. Να τον πονέσει σαν εικόνα του Θεού. Αλλά γελούσε που τον έβλεπε να προσπαθεί να χορτάσει από τα ψίχαλα που πέταγε στα σκουπίδια του.

 

Απέθανε ο πλούσιος και ετάφη

 

Έτσι εξελισσόταν η ζωή. Αλλά ήρθε μία ημέρα και πέθανε ο ένας και μετά από λίγο πέθανε και ο άλλος. Κάτι που θα συμβεί για όλους μας. Να, είμαστε τώρα μέσα στην Εκκλησία. Μετά από πενήντα χρόνια πόσοι θα υπάρχουμε; Και μετά από εκατό χρόνια άραγε θα υπάρχει το παιδί που γεννήθηκε σήμερα ή χθες;

Και εμείς τι κάνουμε; Καθόμαστε και υπολογίζουμε, πώς θα περάσουμε αυτά τα χρόνια που θα είμαστε πάνω στη γη. Και όταν βλέπουμε να περνάνε ευχάριστα, τρίβουμε τα χέρια μας από χαρά και λέμε: «Τι ωραία, τι καλά». Και μετά;

«Απέθανε ο πλούσιος και ετάφη». Το «ετάφη» σημαίνει σ’ αυτή την περίπτωση, ότι του έκαναν μια μεγαλοπρεπή κηδεία. Του έφτειαξαν πάνω από τον τάφο του, ένα μνήμα με ωραία μάρμαρα και με ωραία στολίδια.

Και πάλι ρωτάμε: Και μετά; Μετά γίνεται κάτι άλλο που μας το αποκαλύπτει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Επήραν οι άγγελοι του Θεού τον δούλο του τον Λάζαρο, τον φτωχό. Και για αμοιβή της υπομονής που είχε στη ζωή του, τον πήγαν στην αγκαλιά του Πατριάρχη Αβραάμ. Του μεγάλου αυτού φίλου τού Θεού. Κοντά στον Αβραάμ, κοντά στη χαρά και στην ευτυχία της αιώνιας ζωής.

Και τον πλούσιο τον πήγαν στην κόλαση. Εκεί στην κόλαση, «υπάρχων εν βασάνοις», γεμάτος βάσανα, σηκώνει τα μάτια του και βλέπει από μακριά τον Πατριάρχη Αβραάμ. Ποιός δεν επιθυμεί να δει τον Πατριάρχη Αβραάμ; Εμείς θα λέγαμε πιο εκφραστικά, ποιός δεν επιθυμεί να δει την Παναγία μας, τους αγίους αποστόλους, τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, την αγία Αικατερίνη, τους αγίους που δοξάσθηκαν. Και ποιός δεν επιθυμεί να πάει, και να είναι κοντά στο Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, που σταυρώθηκε για μας, για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία και τον θάνατο;

 

Ένας συνταρακτικός διάλογος

 

Βλέποντας ο πλούσιος τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στην αγκαλιά του, φώναξε:

-Πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με. Λυπήσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει το δάχτυλό του με λίγο νερό για να μου το ακουμπήσει στο στόμα μου να δροσισθώ. Δεν θέλω πολύ. Μια σταγόνα.

Υπάρχει πιο φτηνό πράγμα από μια σταγόνα νερό; Ζήλεψε κανείς στην επίγεια ζωή μια σταγόνα νερό. Και να, ο άνθρωπος που δεν έδειξε ευσπλαχνία να δώσει κάτι στο φτωχό αδελφό του, εκείνος που δεν είχε σταγόνα αγάπης, για τον άλλο άνθρωπο, στην άλλη ζωή νοσταλγεί μια σταγόνα νερό. Αλλά ο Πατριάρχης Αβραάμ του έδωσε μία κοφτή απάντηση:

-Ζητάς τα αδύνατα. Βλέπεις, ανάμεσά μας είναι χάος.

Έτσι είναι. Χάος είναι η απόσταση μεταξύ του ανθρώπου που αγαπάει τον Θεό και τον πλησίον του στο όνομα του Χριστού, και του ανθρώπου που σκέπτεται μόνο τον εαυτό του. Και θεωρεί όλους τους άλλους χαραμοφάηδες και παράσιτα για τον κόσμο. Ενώ το θέλημα του Θεού είναι να είμαστε σπλαγχνικοί γεμάτοι καλωσύνη. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυό ανθρώπους είναι πνευματικό χάος. Και σ’ αυτό το χάος στην αιώνια ζωή προστίθεται και μία απομάκρυνση.

Εδώ ζούμε ανάκατα καλοί και κακοί, πιστοί και άπιστοι, δούλοι του Θεού και άνθρωποι που καταπατούμε και ποδοπατούμε το άγιο θέλημά Του. Και είναι και δύσκολο να μας ξεχωρίσει κανείς. Αλλά εκεί θα ξεχωριστούμε, και όπως είμαστε ψυχικά μακριά έτσι θα βρισκόμαστε και τοπικά μακριά.

Λέει λοιπόν ο Πατριάρχης Αβραάμ:

-Βλέπεις; Η απόσταση είναι μεγάλη. Ούτε από δω μπορούμε να ‘ρθούμε κει πέρα, ούτε από κείθε μπορεί να έρθει κανείς και να τρυπώσει εδώ. Δεν μπορεί να φτάσει και τρυπώσει στα κλεφτά και στα κρυφά μέσα στον Παράδεισο.

-Τότε Πατέρα μου Αβραάμ, λέει ο πλούσιος, στείλτον τουλάχιστον τον Λάζαρο –βλέπετε; όπως τον είχε κλωτσοσκούφι στη ζωή του, έτσι τον είχε και στον Παράδεισο, ο εγωισμός δεν του ‘φυγε. Στείλτο αυτό το άχρηστο ανθρωπάκι, τον άνθρωπο που μόνο για θελήματα ήταν, και αν τα έκανε και αυτά. Αν βέβαια τον εμπιστευόταν κανείς, να του κάνει τίποτε μικροθελήματα... Στείλτον λοιπόν στο σπίτι του πατέρα μου, έχω ακόμη πέντε αδέλφια. Ζούνε όπως ζούσα και εγώ. Να τους πει τι γίνεται εδώ πέρα. Για να μετανοήσουν να σωθούν.

Απάντησε ο Αβραάμ:

-Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες. Να τους ακούν.

Έχουν θα λέγαμε Ευαγγέλιο, έχουν βίους αγίων, έχουν παραδείγματα. Να διαβάζουν, να ακούνε. Να μην ακούνε επιπόλαια, από το ‘να αυτί μπαίνει και από το άλλο βγαίνει. Να τα βάζουν στην καρδιά τους. Γιατί έτσι θα αποκτήσουν αιώνια ζωή.

Λέει ο πλούσιος:

-Όχι Πατέρα μου. Αν πάει πεθαμένος, θα τον ακούσουν.

Πήγαν και πεθαμένοι και γύρισαν. Και ήρθαν και μας είπαν. Ποιός δεν έχει ακούσει, ότι πέθανε ο Λάζαρος και αφού έμεινε τέσσερες μέρες στον τάφο, τον ανέστησε ο Χριστός; Και μετά περίμεναν χρόνια ολόκληρα να δουν τον Λάζαρο να χαμογελάει κάποια ημέρα στη ζωή του, και δεν χαμογέλασε ποτέ. Γιατί; Γιατί θυμόταν τι υπέμεινε και τι είδε εκείνες τις ημέρες που ήταν στον τάφο. Τι είδε; Δεν περιγράφονται. Όπως δεν περιγράφονται με στόμα ανθρώπου τα αγαθά και η ομορφιά του Παραδείσου. Λέει ο απόστολος Παύλος: «Οφθαλμός ουκ είδε, ους, αυτί δεν άκουσε, γλώσσα δεν μπορεί να διηγηθεί, και καρδιά ποτέ δεν μπόρεσε να επιθυμήσει τόσο ωραία πράγματα που υπάρχουν στον Παράδεισο».

Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορεί κανείς να περιγράψει και την τραγωδία εκείνων που θα χωριστούν από την αιώνια ζωή. Και από την πηγή της ζωής τον σωτήρα και Κύριό μας Ιησού Χριστό και θα καταντήσουν στην κόλαση.

Γι’ αυτό, το μεγαλύτερο χρέος απέναντι του εαυτού μας δεν είναι να πλουτίσουμε σε χρήματα. Είναι να πλουτίσουμε σε αγαθά έργα και σε πίστη. Με τι λαχτάρα πέφτουμε στη δουλειά για να αποκτήσουμε κάτι, για το σπίτι μας, για τη ζωή μας, για τα παιδιά μας; Καλά κάνουν και κοπιάζουν οι άνθρωποι γι’ αυτά. Οικογένεια έκαναν, παιδιά έχουν, πρέπει να κοπιάσουν. Είναι θέλημα Θεού να κοπιάζει ο άνθρωπος για το καλό της οικογένειάς του και των παιδιών του.

Και όσο πιο σπλαγχνικός είναι ο άνθρωπος απέναντι στα παιδιά του, τόσο πιο πολύ εργάζεται για να τα βοηθήσει, να τα αποκαταστήσει, να τα προωθήσει.

Αλλά δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Όσο εργαζόμαστε γι’ αυτά, τα επίγεια, για το καλό της οικογένειάς μας, πολύ περισσότερο πρέπει να δουλεύουμε για το θέλημα του Θεού και για την πίστη. Πόσο θα κρατήσει η επίγεια ζωή για τον οποία σκοτωνόμαστε στη δουλειά; Πενήντα χρόνια, εξήντα, ογδόντα, εκατό. Σιγά να μην πάμε εκατό. Συμβαίνει βέβαια κι’ αυτό πότε-πότε. Αλλά είναι ζήτημα αν θα βρεις ένα στους χίλιους. Πόσο λοιπόν περισσότερο πρέπει να κοπιάζουμε για την αιώνια ζωή, που είναι αιώνια και ατελεύτητη;