ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ (Ἰω. 19, 25-27 και 21, 24-25)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στους Κιρκιζάτες, στις 26/9/1999)

 

Η πρόθυμη ανταπόκριση στο κάλεσμα του Χριστού

 

Σήμερα είναι η μνήμη του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, τον οποίο τα άγια Ευαγγέλια, αναφέρουν ότι ήταν ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού. Βέβαια δεν ήταν ποτέ δυνατόν ο Χριστός να αγαπήσει ένα άνθρωπο έτσι, από λόξα, όπως κάνουμε εμείς καμιά φορά, αλλά από εντελώς αντικειμενικά κριτήρια, φανταζόμαστε τι στολίδια ψυχικά πρέπει να είχε επάνω του!

Θα κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να δούμε ποία ήταν τα «καλά» του. Γιατί και εμείς επιθυμούμε, όσο και αν αισθανόμαστε τον εαυτό μας ανάξιο, να μας αγαπάει ο Χριστός ή τουλάχιστον να έχει την διάθεση, αν όχι να μας αφήσει να ακουμπήσουμε το κεφάλι μας επάνω στο στήθος Του, όπως έκανε ο Άγιος Ιωάννης στον Μυστικό Δείπνο, να μας κοιτάζει με στοργή και με τρυφερότητα.

Ο Άγιος Ιωάννης ήταν γιός του Ζεβεδαίου. Και μαζί με τον αδελφό του, τον Ιάκωβο, συνεργαζόντουσταν με τον πατέρα τους, που για την εποχή του ήταν πλούσιος άνθρωπος, είχε δικό του καράβι, και ψάρευε και πουλούσε ψάρια. Μια μέρα βρέθηκε ο Χριστός στην παραλία και είδε τον Ζεβεδαίο με τα δυο του παιδιά να πλένουν τα δίχτυα τους. Πλησίασε και είπε στους δυο νεαρούς, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο: «Δεῦτε ὀπίσω μου». Ελάτε κοντά Μου. Και Εγώ θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων. Από εδώ και πέρα δεν θα ψάχνετε για ψάρια, θα ψάχνετε για ανθρώπους. Και θα μαζεύετε στα δίχτυα σας ανθρώπους. Με την λογική την ανθρώπινη θα έπρεπε να πουν: «Ψαρεύονται οι άνθρωποι; Και αν τους μαζέψω τι θα μου προσφέρουν;» μπελάδες και φασαρίες.

Αλλά έχοντας ακούσει, οι δυο αδελφοί τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, να λέει για τον Χριστό: «Ούτος εστιν ο αμνὸς του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», μόλις άκουσαν τα λόγια του Χριστού, άφησαν αυτοστιγμεί τον πατέρα τους και το καράβι τους και Τον ακολούθησαν.

Ήξεραν και τότε, όπως το ξέρουμε και εμείς σήμερα, ότι να πάει κανείς κοντά σε ένα αντιπρόσωπο του Θεού, προφήτη, σημαίνει ότι παίρνει μια ψαλίδα και κόβει κάτι από την επίγεια ζωή του. Ξεχνάει μερικά από την επίγεια ζωή του. Οι Άγιοι Ιωάννης και Ιάκωβος, όταν έκαναν το βήμα αυτό είπαν: «ζωή κοσμική, μπορεί να είναι καλή, αλλά δεν οδηγεί στη βασιλεία του Θεού. Και για την βασιλεία του Θεού πρέπει να είμαστε πρόθυμοι κάτι να κόψουμε από επάνω μας, μικρό ή μεγάλο. Άμα κανείς δεν έχει το θάρρος κάτι να κόψει από επάνω του, για χάρη του Θεού και για την βασιλεία Του, πώς θα αξιωθεί να πάει κοντά στον Θεό;

 

Ο αγώνας και η αμοιβή

 

Έτσι λοιπόν, οι δυο νεαροί πήγαν κοντά στον Χριστό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος είχε μεγάλες αρετές, θυσία, αυταπάρνηση, απόφαση δυναμική, και κάτι ακόμα. Μέσα του, σιγά-σιγά, καλλιέργησε βαθειά αγάπη για όλους τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και όταν αργότερα, σαν Απόστολος, έγραψε το Ευαγγέλιο, τρεις επιστολές και την Αποκάλυψη, μέσα σε όλα μιλάει για την απέραντη αγάπη του Θεού στον κόσμο. Και μιλάει για την αγάπη που πρέπει να έχουμε μεταξύ μας, και λέει: «Όποιος δεν αγαπάει τον αδελφό του που τον βλέπει, και αφού τον βλέπει θα πρέπει να τον αγαπάει και να λαχταράει να τον βλέπει χαρούμενο και να τον ξαναβλέπει, όποιος αυτό δεν το κάνει, πώς να με καταφέρει εμένα να πειστώ ότι αγαπάει, έστω ένα κουκουτσάκι, τον Θεό που δεν τον έχει δει ποτέ του; Όποιος δεν κάνει μια προσπάθεια να αγαπάει εκείνον που βλέπει, πώς θα αγαπήσει τον Θεό που δεν τον βλέπει; Και όταν μάλιστα μερικές φορές το θέλημα του Θεού τού φαίνεται πιο σκληρό, από ό,τι φαίνεται η παρουσία τού πιο ιδιότροπου ανθρώπου; Πώς θα το καταφέρει ο άνθρωπος να το κάνει αυτό;»

Πόσο τετραγωνικά πρέπει να είχε αρχίσει να σκέπτεται ο νεαρός Ιωάννης, για να γράφει τέτοια πράγματα και να τα βιώνει, ώστε να τον αγαπάει ο Χριστός περισσότερο και από τον Πέτρο;

Ο Απόστολος Ιωάννης κατάλαβε ότι ο Θεός θέλει να κατοικεί μέσα μας, στην καρδιά, στην ψυχή και στο σώμα μας. Και έκανε την σκέψη:

«Πώς είναι δυνατόν εγώ να προσφέρω τόπο για να κατοικήσει ο Θεός, καρέκλα να κάτσει, τραπέζι να φάει, κρεβάτι να κοιμηθεί, όταν αυτά που Του προσφέρω είναι μολυσμένα; Πώς είναι δυνατόν να αφήνω την καρδιά μου να είναι μολυσμένη με κακία, τον νου μου με πονηρές σκέψεις, και το σώμα μου με άσχημες πράξεις, και να θέλω να κατοικήσει ο Χριστός στην ψυχή μου;». Και αγωνιζόταν να έχει, όσο ήταν δυνατόν, σώμα καθαρό, στόμα καθαρό, καρδιά καθαρή και σκέψη καθαρή. Και αγωνιζόμενος τα κατάφερε. Και γι’ αυτό ονομάζεται όχι μόνο Απόστολος και Ευαγγελιστής, αλλά και παρθένος. Και λένε οι πατέρες ότι η καθαρότητά του η σωματική, ήταν ανάλογη με την καθαρότητα της Υπεραγίας, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπάρθενου Μαρίας. Τόσο καθαρός είχε μείνει. Και αυτά τα χαρίσματα δεν τα επεδίωκε για γούστο, αλλά για μια πολύ ρεαλιστική ανάγκη που είναι: Ο Θεός δεν μπορεί να κάθεται στις πέτρινες εκκλησίες, αλλά θέλει να κάνει εκκλησία, ναό Του, σπίτι Του, τις καρδιές μας και τα σώματά μας. Να κατοικεί και να περιπατεί μέσα μας.

Και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος έκανε ό,τι περισσότερο μπορούσε για να μαζέψει τον εαυτό του και να αφήσει τον Χριστό να βρει κάτι και να μπει μέσα του. Πόσο μεγάλο είναι το παράδειγμα του!

Κάποια φορά ο Απόστολος Πέτρος ρώτησε τον Κύριο και Σωτήρα μας: «Κύριε, βλέπεις ότι εμείς τα αφήσαμε όλα και Σε ακολουθήσαμε. Όταν θα έρθει η μεγάλη ημέρα της βασιλείς Σου, θα απολαύσουμε τίποτε;». Και τότε ο Χριστός του είπε: Τότε, στην ανάσταση των νεκρών, όταν θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου, εν τη δόξη Του, εσείς που Με ακολουθήσατε θα καθίσετε επάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.

Οι δώδεκα φυλές ήταν ο παλαιός Ισραήλ. Εμείς οι χριστιανοί, είμαστε και εμείς δώδεκα φυλές και ανήκουμε στους δώδεκα Αποστόλους. Οι Απόστολοι την ημέρα της Κρίσεως, σαν πατέρες μας πνευματικοί, που σημαίνει ότι μας αντιμετωπίζουν με την αγάπη που έχει ένας πατέρας, που ποτέ δεν θέλει ούτε του χειρότερου παιδιού του την απώλεια, θα καθίσουν να μας κρίνουν. Σαν να λέει ο Χριστός: εσείς εκείνη την ημέρα θα πάρετε το θάρρος να αποφασίσετε, ποιός είναι δυνατόν από αυτή την ταλαίπωρη ζωή να έρθει κοντά Μου. Θα το κάνετε με όλη την άνεση, όπως ένας πατέρας διαλέγει τα παιδιά του. Αυτή την εξουσία έδωσε ο Χριστός στους δώδεκα Αποστόλους. Να κρίνουν τους χριστιανούς που είναι, κατά το θέλημα του Θεού, τα παιδιά τους. Ή καλύτερα ο Χριστός όρισε τους Αποστόλους, όχι για να μας κρίνουν, αλλά για να μας σώσουν.

 

Πάρε την απόφασή σου

 

Οι άγιοι Απόστολοι άφησαν τα πάντα και πήγαν κοντά στον Χριστό. Εμείς ακούμε κάθε ημέρα κάτι από τον λόγο του Χριστού. Και αναρρωτιόμαστε: Εσύ Γιάννη τι κάνεις; Εσύ Νίκο τι κάνεις; Όταν θα βρεθείς απέναντι στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, που έκανε τόσα για τον Χριστό, θα σου πει: Έλα, βρε παιδάκι μου, πες μου, εσύ τι έκανες για τον Χριστό; Για να παρακαλέσω για σένα και να πω: Πάρ’ τον, Χριστέ μου, και αυτόν στη Βασιλεία σου. Πες μου λοιπόν, τι έκανες;». Τι θα απαντήσουμε; Τι θα του πούμε; Τι κάναμε για τον Χριστό;

Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, αν καθόταν με τον Ζεβεδαίο στο καραβάκι του, τι θα έκανε; Θα έπιανε ψάρια, θα πουλούσε ψάρια, θα έτρωγε ψάρια, και θα ζούσε με τα χρηματάκια του. Μπορούσε να πήγαινε και στον παράδεισο. Αλλά βρέθηκε ο Χριστός κοντά του και του είπε: Κάνε κάτι πιο σπουδαίο από εκείνα που έκανες μέχρι τώρα, και μη φοβάσαι. Μέχρι τώρα πιάνατε ψάρια. Από εδώ και πέρα θα πιάνεις ανθρώπους. Πόσα ψάρια βάζεις για ένα άνθρωπο; Όλα τα ψάρια του Ειρηνικού, δεν αξίζουν όσο ένας άνθρωπος!

Έχουμε ελευθερία και δυνατότητα, αν θέλουμε να επιλέξουμε το καλό και αν θέλουμε να αδιαφορήσουμε για το καλό. Οπότε μένουμε, -είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι- στο κακό. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να μένει στα αδιάφορα, αλλά πρέπει να κάνει βήματα θετικά και δυναμικά για το καλό τού εαυτού του και των γύρω του. Εκεί είναι η αξία τού ανθρώπου. Γιατί ο Θεός μας έφτιαξε εικόνα και ομοίωσή Του. Και σαν εικόνα και ομοίωσή Του, θέλει να πορευόμαστε και να δουλεύουμε μέσα στον κόσμο.

Ας πάρουμε και εμείς την απόφαση, όχι εκείνη που πήρε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, την τόσο μεγάλη, αλλά μια άλλη απόφαση και να πούμε: «Βοήθησε με, Χριστέ μου, έστω με βηματάκια σημειωτόν να έρχομαι κοντά Σου περισσότερο. Βοήθησέ με, έστω λίγο-λίγο, να καθαρίζω τον δρόμο του σώματος μου, της ψυχής μου, της καρδιάς μου, και της σκέψης μου, ώστε να μπορείς να τον περπατήσεις και να έρθεις να κατοικήσεις μέσα μου». Αμήν.-