fruits

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ (Ματθ. 8, 5-13)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στο Δρυόφυτο, στις 9/7/1995)

 

Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου

 

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος πήγε στην Καπερναούμ. Εκεί τον συνάντησε ένας Εκατόνταρχος. Σαν να λέμε ο Διευθυντής της Αστυνομίας της πόλεως. Του είπε: «Διδάσκαλε, έχω τον υπηρέτη μου, άρρωστο. Θέλω κάτι να κάνω γι’ αυτόν. Είναι πολύ καλός άνθρωπος και δεν θέλω να χαθεί».

Απαντά ο Χριστός: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω».

Ας σταθούμε στα πρώτα λόγια του εκατοντάρχου: «Κύριε, έχω τον υπηρέτη μου άρρωστο».

Τι έκανε ο εκατόνταρχος; Πήγε και επικαλέστηκε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εμείς, τι ήλθαμε να κάνουμε στην Εκκλησία;

Μας άρεσε η ορθοστασία για δυό συνεχείς ώρες; Όχι! Όλοι ήλθαμε να επικαλεστούμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Είτε το έχουμε βαθιά στη συνείδησή μας, ξεκάθαρη τοποθέτηση, είτε είναι υποσυνείδητο και δεν το συναισθανόμαστε τόσο βαθιά, οπωσδήποτε όμως, όλοι μικροί και μεγάλοι, ήρθαμε να κάνουμε τον Σταυρό μας, μπροστά στην άχραντη εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και να τον επικαλεστούμε. Να πούμε ένα «Κύριε ελέησον». Να τον παρακαλέσουμε να μας ελεήσει.

Να παρακαλέσουμε την άχραντη Μητέρα Του, να πρεσβεύει για μας.

Πολλές φορές επικαλούμεθα τον Χριστό και δεν έχουμε την συναίσθηση ή το φωτισμό ή τη γνώση να ξέρουμε τι σημαίνει: «επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού».

Λέγει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Κάθε άνθρωπος που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα σωθεί».

Ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες: μια φορά στη ζωή του μόνο να επικαλεστεί ο άνθρωπος το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού είναι αρκετή.

Μια φορά τον επικαλέστηκε πάνω στο Σταυρό ο ληστής λέγοντάς του: «μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία σου». Και σώθηκε. Για φαντασθείτε, τι πλούτο συσσωρεύει για τον εαυτό του ο άνθρωπος που μπαίνει στην Εκκλησία και με την διάνοια, την καρδιά του και με τα χείλη του ψιθυριστά, επαναλαμβάνει: «Κύριε ελέησον». «Παράσχου Κύριε». Καθώς και τα άλλα ιερά άσματα.

Και όταν συνεχίζει στο σπίτι του, την ίδια μέρα και σε άλλες ευκαιρίες, να επικαλείται το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με ταπείνωση, πίστη, ελπίδα.

Πόσο αδικούμε τον εαυτό μας, όταν κλείνουμε το στόμα μας, την στιγμή που πρέπει να επικαλούμεθα το όνομα του Χριστού, και το ανοίγουμε σε ανοησίες και κούφια λόγια;

Και τι χειρότερο, όταν το όργανο του αγιασμού -το στόμα- που μας αγιάζει με την προσευχή και τη δοξολογία του Θεού, το αφήνουμε να μας μολύνει με την αισχρολογία και την κατάκριση.

Καλό να αγωνίζεται κανείς να έχει τα απαραίτητα. Κατοικία, ρούχα, γη. Να έχει προκοπή, σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά είναι χίλιες φορές ανώτερο, να φροντίζει να έχει μέσα στο νου του, στο στόμα του και στην καρδιά του, το όνομα του Κυρίου. Γιατί όποιος επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.

 

Πού να ρθεις Κύριε;

 

Είπε ο εκατόνταρχος: «Έλα Χριστέ μου να θεραπεύσεις τον υπηρέτη μου». Απάντησε ο Χριστός: «Θα ρθω και θα τον θεραπεύσω».

Και ο εκατόνταρχος:

-Κύριε, πού νά ρθεις; Στο σπίτι μου; Δεν είμαι άξιος να μπεις μέσα. Εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος. Αλλά σαν αξιωματικός έχω στις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον καθένα: Πήγαινε εκεί, και πηγαίνει. Έλα εδώ, και έρχεται. Κάνε αυτό, και το κάνει. Δεν υπάρχει περίπτωση να με παρακούσει, επειδή τυχαίνει και είμαι προϊστάμενός του. Το ίδιο και συ: Δεν είναι ανάγκη να έρθεις σπίτι μου. Συ είσαι ο επουράνιος Θεός. Σε σένα υποτάσσονται τα πάντα. Πες μια κουβέντα και θα θεραπευτεί ο δούλος μου.

Εμείς έχουμε τέτοιο φρόνημα;

Και κάτι ακόμη. Τα λόγια «Κύριε, ουκ ειμί άξιος ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης», πρέπει να τα θυμόμαστε ιδιαίτερα τις ημέρες που πάμε να κοινωνήσουμε.

Γιατί τότε, παίρνοντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, παίρνουμε τον ίδιο τον Χριστό μέσα μας. Στο σπίτι μας. Όχι σε κείνο που κατοικούμε, αλλά στο σπίτι της καρδιάς μας. Που το έχουμε μολύνει με τις αμαρτίες μας, τις σωματικές και τις ψυχικές. Όταν λοιπόν πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε, πρέπει να λέμε ταπεινά:

«Προσέρχομαι Κύριε, ως ο ληστής, ως ο τελώνης, ως η πόρνη. Μολυσμένος είμαι. Δεν είμαι άξιος να μπεις Κύριε, κάτω από τη στέγη της ψυχής μου, γιατί την έχω μολύνει. Αλλά έλα Χριστέ μου, συ που είσαι η κάθαρση και ο αγιασμός για να με καθαρίσεις».

 

Και όμως, ήλθε

 

Ας θυμηθούμε μια ιστορία: Κάποια ευσεβής γυναίκα παρακαλούσε συνεχώς τον Χριστό:

-Έλα και σε μένα να σε υποδεχθώ. Βλέπεις Κύριε, ότι σε αγαπάω με όλη μου την καρδιά.

Απάντησε ο Χριστός:

-Θα έλθω αύριο να σε επισκεφθώ.

Η γυναίκα πέταξε από τη χαρά της και άρχισε να ετοιμάζει το σπίτι της, να υποδεχθεί τον Χριστό.

Ενώ ετοιμαζόταν, περνά ένας ζητιάνος, και της ζητά λίγο φαγητό.

-Δεν ευκαιρώ, είπε. Φύγε. Περιμένω επίσημο επισκέπτη.

Έφυγε ο φτωχός με άδεια τα χέρια.

Μετά από λίγο, πέρασε άλλος. Τον έδιωξε και αυτόν. Πού να της μείνει καιρός...

Προχωρούσε η μέρα και οι προετοιμασίες δε είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Νάσου και τρίτος φτωχός. Πού καιρός να τον βοηθήσει. Τον έδιωξε και αυτόν.

Βράδιασε και πουθενά ο Χριστός. Γεμάτη παράπονο, προσευχήθηκε:

-Κύριε, τι συμβαίνει; Γιατί με περιφρόνησες;

Απάντησε ο Χριστός:

-Ήρθα τρεις φορές και με έδιωξες.

-Μα πότε ήλθες Κύριε;

-Δεν διάβασες, της λέει, τι γράφει το Ευαγγέλιο; Αφού δεν δέχθηκες τους ελάχιστους αδελφούς μου, αυτούς που οι άνθρωποι θεωρούν τελευταία πλάσματα του Θεού, ταπεινά, καταφρονεμένα, παιδάκια στα χρόνια ή στα μυαλά, ούτε εμένα δέχθηκες.

«Ό,τι εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, σε μένα το κάνατε».

Μεγάλη βέβαια η συγγένεια που έχουμε με τους αδελφούς μας, που γεννήθηκαν από την ίδια μάνα. Συνδεόμαστε με αδιάσπαστο δεσμό.

Πόσο περισσότερο πρέπει να θεωρούμε αδελφούς μας, αυτούς που γεννήθηκαν όπως και εμείς από την ίδια πνευματική μάνα, την κολυμβήθρα; Που έλαβαν το ίδιο Άγιο Πνεύμα; Που κοινωνούμε από το ίδιο άγιο Ποτήριο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού; Υπάρχει μεγαλύτερη συγγένεια;

Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, πόσο μεγάλη υποχρέωση έχουμε να τους αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση, αγάπη, καλωσύνη; Να τους δείχνουμε συμπόνια στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Αν το κάνουμε μοιάζουμε στον εκατόνταρχο. Δεχόμαστε στο σπίτι της ψυχής μας τον Χριστό.

 

Χτίζεται η πίστη

 

Θαύμασε ο Κύριος την ομολογία του εκατοντάρχου και είπε: «Ποτέ δεν βρήκα στους Ισραηλίτες τόση πίστη».

Τι σημαίνουν τούτα τα λόγια;

Σημαίνουν ότι η πίστη, δεν είναι σαν το χρώμα των ματιών μας, που το αποκτήσαμε με τη γέννησή μας και δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Ούτε σαν τα ωραία χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε από γεννησιμιού μας. Η πίστη είναι κάτι που εσύ θα το φτειάξεις. Δεν κάνει να λέμε, αυτός έχει πίστη, εγώ δεν έχω. Γι’ αυτό, δεν πιστεύω τίποτε.

Έχεις χρέος να πιστεύσεις. Να καλλιεργήσεις την πίστη. Να γνωρίσεις τον Χριστό. Να κάνεις την πίστη σου μέρα με τη μέρα βαθύτερη.

Διαφορετικά, δεν θα έφταιγε κανείς. Όλοι θα έπρεπε να πάνε στον Παράδεισο.

Η πίστη είναι σαν το νερό στο πηγάδι. Άμα θέλεις, βγάζεις και πίνεις.

Δηλαδή: Άμα θέλεις, βγάζεις από την τσέπη σου και κάνεις ελεημοσύνη.

Άμα θέλεις, κουράζεσαι για την αγάπη του άλλου.

Και άμα θέλεις, τον αφήνεις να πεθάνει και αδιαφορείς.

Από σένα εξαρτάται η αγάπη και η καλωσύνη.

Από σένα εξαρτάται τι λόγια θα πεις...

Από σένα εξαρτάται αν θα κάνεις την πίστη σου όμοια με του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, για να είσαι μαζί τους στην Βασιλεία του Θεού.

Γι’ αυτό θα συμβεί, αυτοί που ήταν φυσικοί κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, που ήταν απόγονοι του Αβραάμ κατά σάρκα, θα λέγαμε σήμερα χριστιανοί βαπτισμένοι, επειδή δεν αγωνίστηκαν να καλλιεργήσουν την πίστη τους με την εργασία των εντολών, να εκβληθούν στο σκότος το εξώτερο. Φοβερό και να το διανοηθεί κανείς.

 

Προσευχή για μας και τους άλλους

 

Είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο:

-Πήγαινε. Όπως πίστευσες, έτσι θα γίνει. Και θεραπεύτηκε ο υπηρέτης του αυτοστιγμεί.

Όταν πιστεύουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, θεραπεύεται η ψυχή μας. Θα προσθέσουμε: και οι δικοί μας.

Χρέος μας, να επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τον εαυτό μας και τους άλλους. Για ζώντες και κεκοιμημένους.

Είθε να δίνει σε όλους μας ο Κύριος, αληθινή και αιώνια ζωή. Αμήν.-