ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ (Ιωάν. 20, 19-31)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στη Λυγιά, στις 4/5/2004)

 

Ο χειρότερος ιός

 

Την σημερινή Κυριακή την ονομάζουμε «Κυριακή του Θωμά». Και πολλές φορές την λέμε «η ανάσταση του Θωμά». Γιατί για ένα χρονικό διάστημα, ο απόστολος Θωμάς είχε πεθάνει. Όχι σωματικά. Είχε πεθάνει πνευματικά, ψυχικά. Πώς πέθανε ο απόστολος Θωμάς;

Λέει το Ευαγγέλιο: «Όποιος πιστεύει στον Χριστό, έχει ζωή αιώνιο. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό, έχει θάνατο μέσα του, στην ψυχή του». Και ο θάνατος αυτός σιγά-σιγά προχωρεί όλο και περισσότερο και διαλύει τον άνθρωπο πρώτα ψυχικά, μετά πνευματικά και μετά και σωματικά. Ή και ανάποδα καμιά φορά.

Όταν οι Εβραίοι έπιασαν τον Χριστό και τον σταύρωσαν, οι απόστολοι τα έχασαν. Και είπαν: «Αυτός που δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του, θα σώσει εμάς;». Και έκλαιγαν την τύχη τους που συνδέθηκαν μαζί του. «Ελπίζαμε», έλεγαν, «είχαμε την μάταιη σκέψη, ότι αυτός θα σώσει τον Ισραήλ».

Έπαψαν πια να Τον πιστεύουν και μέσα τους μπήκε ο θάνατος. Αλλά ο θάνατος δεν μπαίνει μονομιάς. Μπαίνει σαν το μικρόβιο. Σιγά-σιγά κυριαρχεί στον άνθρωπο και τον διαλύει. Οι απόστολοι αγαπούσαν τον Χριστό, γιατί τρία χρόνια που ήταν κοντά Του ένοιωθαν την αγάπη Του, έβλεπαν τα έργα Του, άκουγαν τον λόγο Του και διαπίστωναν ότι έκανε τόσο μεγάλα θαύματα όσο κανένας άλλος. Αλλά όταν Τον είδαν πεθαμένο, με την έννοια που όλοι ξέρουμε, τσακίστηκε η πίστη τους.

 

Ποιός δεν θα χαιρόταν;

 

Αλλά ενώ ήταν σε αυτή την κατάσταση, έμειναν ενωμένοι μεταξύ τους από την αγάπη που είχαν στον Χριστό. Και κλειδώθηκαν σε ένα υπερώο για να μην τους πιάσουν οι Εβραίοι και τους σκοτώσουν. Εκεί που ήταν αμπαρωμένοι, όταν άρχισε η ημέρα της Κυριακής, βλέπουν ανάμεσά τους τον Χριστό. Πώς μπήκε αφού οι πόρτες ήταν κλειδωμένες;

Απαντάνε τα τροπάρια: Όπως βγήκε και από τον τάφο χωρίς να βγει η ταφόπλακα. Και όπως γεννήθηκε από την Παναγία χωρίς να χαλάσει η παρθενία της. Είναι κάτι αδύνατο για τον παντοδύναμο Θεό;

Όταν βρέθηκε ο Χριστός ανάμεσα στους μαθητές Του, τους είπε: «Ειρήνη υμίν». Ο Χριστός καθιέρωσε τα λόγια αυτά σαν ευλογία Του. Οι απόστολοι χάρηκαν που είδαν τον Κύριο και διαπίστωσαν ότι είχαν λάθος στους λογισμούς τους. Διαπίστωσαν ότι το ψέμα που τους είχε καταπλακώσει, η απογοήτευση, ήταν λάθος τους. Έβλεπαν τον Χριστό, τον άκουγαν. Άπλωσαν τα χέρια τους και τον πιάσανε. Κουβέντιασαν με τον Χριστό για όλα εκείνα που είχαν κάνει και δει μαζί Του. «Εχάρησαν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον». Ποιός δεν θα χαιρόταν;

Υπάρχει μεγαλύτερη γλύκα για τον άνθρωπο, από το να δει τον Χριστό; Από το να δει Εκείνον που θα τον δούμε στη Δευτέρα Παρουσία; Και θα τον απολαμβάνουμε για όλους τους αιώνες των αιώνων;

 

Θωμά, σύνελθε!

 

Ο Θωμάς, έλειπε την ημέρα που εμφανίστηκε στους μαθητές ο Χριστός. Του έλεγαν οι άλλοι μαθητές: «Ήρθε, εωράκαμεν τον Κύριον. Είδαμε τον Χριστό». Εκείνος τους απαντούσε: «Σιγά. Εγώ πεθαμένο δεν ξέρω να γύρισε. Πώς λοιπόν γύρισε ο Χριστός και πού τον είδατε; Πού είν’ τος;»

-Ήρθε, Τον είδαμε, έφυγε.

-Δεν σας πιστεύω. Εγώ αν δεν βάλλω το δάχτυλό μου, εκεί που λέτε ότι το βάλατε εσείς, στις πληγές στα χέρια Του, στην πληγή στα πλευρά Του, στις πληγές στα πόδια Του, δεν θα πιστεύσω. Λέτε ψέματα.

Θωμά, σύνελθε! Ποιός σου λέει ψέματα; Ο απόστολος Πέτρος; Ο απόστολος Ιωάννης; Ο απόστολος Ιάκωβος; Πότε τους άκουσες να πουν ψέματα; Πόσο θα διατηρούντο τα ψέματα; Ένα λεπτό; Δύο; Μετά θα έσπαζε η καρδιά τους, δεν θα άντεχαν.

Αλλά γιατί δεν σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά;

Να πεις: «Εγώ βέβαια δεν Τον είδα ακόμα. Αλλά αλήθεια λέτε; Έτσι έγινε; Ας αλλάξω γνώμη και ας περιμένω να Τον δω. Όπως Τον είδατε και εσείς».

Μήπως λέμε κάτι το παράλογο; Αυτό δεν είναι το πιο λογικό;

Αλλά δεν δεχόταν με κανένα τρόπο ο Θωμάς τα λόγια των αποστόλων. Γιατί; Γιατί, παθαίνουμε τα λεγόμενα «κολλήματα». Κολλάμε. Πού κολλάμε; Ένας κολλάει στην κοιλιά του. Ένας κολλάει σε άλλα πάθη σωματικά και δεν εννοεί να ξεκολλήσει.

Άλλος κολλάει σε συναισθήματα. Παράδειγμα:

-Να μην τον δω αυτό τον άνθρωπο. Θα σκάσω, θα πεθάνω.

-Δεν θα πάθεις τίποτα ευλογημένε, συγχώρησέ τον. Και όταν τον δεις, αγκάλιασέ τον να φύγει το κακό.

Υπάρχει και το κόλλημα στο μυαλό. Δηλαδή; «Εγώ αυτή την ιδέα έχω μέσα μου και δεν την βγάζω με τίποτε». Τι μου λέει η ιδέα μου; «Αν δεν δω, αν δεν πιάσω, αν δεν ψηλαφήσω, δεν πιστεύω. Γιατί μόνο αυτά είναι που υπάρχουν. Εκείνα που πιάνω, που βλέπω, που ακούω. Που καταλαβαίνω με το στόμα μου και με το σώμα μου». Να η μεγαλύτερη ανοησία στον κόσμο.

Όλοι εμείς, «ψοφάμε» για αγάπη. Ψηλάφησέ την αν μπορείς. Δεν ψηλαφάται. Κοίταξέ την. Δεν κοιτάζεται. Άκουσέ την. Δεν ακούγεται.

Είναι πραγματικότητα η αγάπη;

Ποιός αμφιβάλλει; Και εκείνη που έχω μέσα στην καρδιά μου πραγματικότητα είναι. Και μάλιστα πιο μεγάλη από το μυαλό μου. Γιατί το κυβερνάει. Άμα έχω αγάπη για έναν άνθρωπο ξεχνάω τον εαυτό μου και κάνω θυσίες μεγάλες. Στη φωτιά, λέει, να πέσω προκειμένου να σώσω το παιδί του, τον φίλο του.

Και η αγάπη που αισθάνομαι από τον άλλο με γεμίζει χαρά, δέκα φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι το όποιο φαΐ και η όποια διασκέδαση. Άμα χάσω εγώ την αγάπη και άμα δεν την δέχομαι από τους άλλους, τότε δυστυχία, πίκρα και θλίψη η ζωή.

Γι’ αυτό είναι ανοησία να λέει κανείς ότι «αν δεν δω, δεν πιστεύω». Και ο Θεός μιλάει στην καρδιά μας και μας λέει: «Σκέψου το λίγο καλύτερα. Δέσ’ το λίγο καλύτερα». Πόσες φορές μιλάει μέσα στην καρδιά μας ο Θεός! Και η φωνή του πρέπει να είναι πιο σεβαστή από την κάθε ιδέα και από την κάθε μας σκέψη.

 

Πώς αναζητάμε τον Θεό

 

Μετά από λίγες ημέρες, ξαναήλθε ο Χριστός, ενώ ήταν μαζεμένοι οι μαθητές και μαζί τους και ο Θωμάς. Στάθηκε ανάμεσά τους, ο παντογνώστης Θεός και είπε στο Θωμά:

-Θωμά, φέρε το δάχτυλό σου, βάλτο εδώ στα χέρια μου και στα πόδια μου. Βάλτο και στην πλευρά μου, και μη γίνου άπιστος. Μην αφήνεις τον εαυτό σου να κολλάει σε τέτοιες σάπιες, νεκρές, πεθαμένες ιδέες που νεκρώνουν τις ψυχές.

Ο Θωμάς, έβαλε το δάχτυλό του στις πληγές, τις είδε, τις ψηλάφησε και είπε:

-Ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Σε κατάλαβα και σε προσκυνώ. Είσαι όχι απλώς κάποιος. Είσαι ο Κύριος και ο Θεός.

Του είπε ο Χριστός:

-Εσύ με είδες και πίστεψες. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύοντες». Είναι πιο ευτυχισμένοι και πιο μεγάλοι στη Βασιλεία των Ουρανών εκείνοι που δεν με είδαν, αλλά με πίστευσαν.

Γιατί; Να το εξηγήσουμε.

Ο άνθρωπος, είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Όταν κάνει τον ψυχικό του, τον εσωτερικό του κόσμο καλό, έχει το μεγαλύτερο θεμέλιο για μια ζωή κατά Θεόν. Ποιά είναι η καλωσύνη του εσωτερικού κόσμου; Καλή διάθεση, ειλικρίνεια, αναζήτηση. Ψάχνω να βρω τον Θεό. Ψάχνω να βρω το θέλημά Του. Ψάχνω να βρω την Βασιλεία Του. Πώς ψάχνω;

Πρώτα φροντίζουμε να κάνουμε την διάθεσή μας καλή και ειλικρινή απέναντι του εαυτού μας, απέναντι των άλλων και απέναντι του Θεού. Μετά λέμε: «Ας ψάξω».

Πού θα ψάξεις; Στην εφημερίδα; Στην τηλεόραση;

Στο Ευαγγέλιο πρέπει να ψάξεις! Στα βιβλία της Εκκλησίας πρέπει να ψάξεις και να αναζητήσεις τον Θεό.

Πώς Τον αναζητάς; Όπως έναν καλό φίλο σου.

Πάω στο φίλο μου, επειδή θέλω. Τον πλησιάζω φιλικά. Του φωνάζω γλυκά. Χτυπάω την πόρτα του ελαφρά. Και όταν αναζητώ τον Θεό κάνω κάτι επί πλέον. Γονατίζω και λέω: «Θεέ μου, φώτισε την καρδιά μου. Οδήγησέ με. Δυνάμωσέ με. Αξίωσέ με να σε βρω». Οι άνθρωποι που ψάχνουν για τον Θεό έτσι, θα τον βρουν.

Οι άλλοι που ψάχνουν αλλιώς δεν θα τον βρουν. Γιατί το δηλητήριο που μπαίνει στην καρδιά με ορισμένες πράξεις προχωρεί και εμποδίζει τον δρόμο προς τον Θεό.

Ο θάνατος, που έχει το δηλητήριο που λέγεται «αμαρτία» θα σε διαλύσει. Και ο θάνατος που λέγεται «κακός λογισμός», θα σε διαλύσει. Μην πιστεύεις στον όποιο λογισμό σου έρχεται στο μυαλό. Στου Θεού τον λόγο να πιστεύεις και στους καθαρούς λογισμούς. Γιατί ο Θεός μάς θέλει εικόνα και ομοίωσή Του. Αυτή η εικόνα και η ομοίωση του Θεού είναι για τον άνθρωπο το γλυκύτερο πράγμα που μπορεί να δει στον εαυτό του και στον φίλο του.

Μόνο που λέμε την λέξη: «καλός άνθρωπος», γεμίζει η καρδιά μας γλύκα. Για φαντασθείτε να μπορούμε να πούμε: «άγιος, του Θεού άνθρωπος, του Θεού εικόνα». Τι χαρά και τι γλύκα που θα γέμιζε η καρδιά μας και η ζωή στον κόσμο.

Γι’ αυτό είπε ο Χριστός: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύοντες».

Επειδή όμως οι μη πιστεύοντες, πολλές φορές είναι και πολύ αδύνατοι άνθρωποι, ο Θεός δεν παύει να κάνει και μερικά θαύματα, γιατί;

Για να είναι μια σπίθα, ένα φωτάκι που θα φωτίσει το μυαλό να ξυπνήσει και να μας πει: «Δεν βλέπεις; Οι πεθαμένοι δεν κάνουν τίποτε. Ο άγιος όμως Σπυρίδων, για να κάνει κείνο το θαύμα, με το λείψανό του δεν είναι πεθαμένος. Οι δούλοι του Θεού δεν είναι πεθαμένοι. Και αν οι δούλοι Του είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς και τους τρέμουν τα δαιμόνια, για φαντασθείτε πόσο τρέμουν τον Χριστό».

Όποιος έτσι πορεύεται, θα γεμίζει η καρδιά του με το φως του Χριστού. Και όσο περισσότερο πιστεύει, τόσο περισσότερο θα καταλαβαίνει τι γλύκα και τι ευτυχία και τι χαρά είναι, να είναι κανείς δούλος του Χριστού. Όπως υπήρξε και ο Θωμάς, ο οποίος πήγε στις Ινδίες να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Και εκεί σταυρώθηκε για την δόξα του Χριστού.

Το φως τού παραδείγματός του και οι πρεσβείες του, να μας συνοδεύουν όλους. Αμήν.-